Sunday, July 12, 2009

Ένα πρωινό στη Λευκωσία.

A change of scene, a change of style.
A change of hopes, with no regrets

Ξύπνησα και το κεφάλι μου βούιζε. Δεν είχα ιδέα τι είχα πιεί το περασμένο βράδυ, και εάν είχα πιεί τίποτα. Σκατά. Άλλη μια μέρα εδώ, άλλη μια μέρα. Από το ραδιόφωνο ο Ian Curtis έλεγε τα δικά του. New Dawn Fades. Ναι καλά. Με τη βοήεθια της τύχης, ψιλαφώντας τα ράφια της κουζίνας, βρήκα το shaker, έβαλα μέσα κάμποσο καφέ, νερό , ζάχαρη και γάλα. Ένας φραπές ήταν ο ιδανικός τρόπος για να ξυπνήσω. Καφές και μουσική, το τέλειο τονοτικό. Έκατσα λοιπόν στο σαλόνι, άνοιξα την εφημερίδα και ξεκίνησα όλη τη διαδικασία του Κυριακάτικου ξυπνήματος. Κυριακή στη Λευκωσία. Η πόλη είναι άδεια και η ζέστη αφόριτη,η τηλεόραση ως συνήθως δεν είχε το παραμικρό ενδιαφέρον. Βαρεμάρα, σαπίλα και πάλι σαπίλα. Καταραμένη Κυριακή. Μια Κυριακή στην Λευκωσία συνήθως σημαίνει τα εξής δύο πράγματα. Δεν έχεις τι να κάνεις και που να πας, τουλάχιστον όχι μέχρι τις τέσσερις το μεσημέρι.

Πρέπει να είχα διαβάσει τουλάχιστον τη μισή εφημερίδα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Neil. “Είμαστε ανοιχτά και περιμένουμε, είναι εδώ και ο Γκώνος με Μπουγάτσα και Μαρία. Σήκω και έλα!”. Έβαλα κάτι πρόχειρο πάνω μου και ξεκίνησα. Έξω είχε κουφόβραση, πρέπει να είχε χτυπήσει ένα σαραντάρι σίγουρα. Μέρες Σεπτέμβρη, παράξενες μέρες. Μπήκα γρήγορα στο Cafecity και βρήκα τον Neil στο γνωστό του πόστο, πίσω από τη μπάρα, φορώντας τα κλασσικά ροζ γυαλιά. Μου έβαλε έναν καφέ και μου είπε που ήταν οι άλλοι. Κάθονταν στο γνωστό γωνιακό τραπεζάκι, κάτω από την πέργκολα. Ούτε αυτοί ήταν στα σύγκαλα τους. Φαίνονταν τσιτωμένοι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Καθόλου καλά. Δεν ήταν ότι είχαν νεύρα. Απλά όλοι ήταν τρομαγμένοι. Λες και είχαν δει το χάρο με τα μάτια τους. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να ρωτήσω τι έγινε. Η απάντηση ήταν μια.
“Αρχίσανε τις διαγραφές, διώχνουν κόσμο”. “Ποιούς;” “Αρχίσανε με τον Μηχαλάκο, και έπονται και άλλοι” “Πίκρα.” “Δε λες τίποτα.” “Και τι θα κάνουμε τώρα;” “Ιδέα δεν έχω, δεν γίνεται τίποτα με τους καθηγητές του, μάλλον πρέπει να δούμε το θέμα παρηγοριά.” “Το ξέρει;” “Το είδε το πρωί, στην αλληλογραφία” “ Γαμώτο.” “Και τώρα;”

Η μεγάλη ερώτηση. Τώρα τι γίνεται; Τι του λες; Ότι εκεί που θα πάει είναι μάλλον καλύτερα. Ότι έστω και έτσι άφησε την μάταια αυτή πόλη και ανοίγει δρόμο για αλλού; Ότι τα τέσσερα χρόνια εδώ δεν πήγαν στο βρόντο; Τι να πεις σε κάποιον που την πάτησε τόσο άσχημα; Ότι όλα θα πάνε καλά; Πόσο μάλλον όταν και εσύ νιώθεις την θέση σου επισφαλή,όταν νιώθεις ότι όπου να’ναι θα θερίσει και ‘σενα η γκιλοτίνα. Γαμώτο. Οι καφέδες ήρθαν και ξεκινήσαμε να τους πίνουμε. Ήρθε και ο Neil, μιας και αυτή την ώρα είμαστε η μόνη πελατεία.

“Πίκρα ε; Πίκρα. Βέβαια. Κάποιος απο ΄δω που δεν προσαρμόστηκε είδε την πόρτα της εξόδου. Η μοίρα του απροσάρμοστου. Η προσαρμόζεσαι, ή σε διώχνουν. Και η μοίρα όσου δεν έχει μπει στο τριπάκι του ανταγωνισμού. Εάν δεν μπεις στη διαδικασία να τρέχεις σαν τον πούστη απο δω κι απο κει δεν σε κάνουμε αποδεκτό. Ξέχνα την προσωπική σου ζωή, ξέχνα τον ύπνο, ξέχνα τα όλα και τρέχα σαν τον μαλάκα για να τα βγάλεις πέρα εδώ. Έτσι.Σκάσε και τρέχα.”

Δεν είχε και άδικο. Όμως τώρα ήταν η πρώτη φορά που τα βλέπαμε σε πλήρη εξέλιξη όλα αυτά. Για πρώτη φορά έδιωχναν κόσμο. Κάτι έπρεπε να γίνει. Κάπως έπρεπε να επεξεργαστούμε και να αντιμετοπίσουμε όλη την κατάσταση. Πως όμως; Ιδέα δεν υπήρχε. Μόνο να πάμε στο σπίτι του Μιχαλάκου μπας και νιώσει λίγο καλύτερα.

Ο Μιχαλάκος ήταν ένα ράκος. Καθόταν μπροστά από την οθώνη του υπολογιστή, κοιτώντας το email και προσπαθώντας να καταλάβει εάν όλα αυτά που διάβαζε ήταν η πραγματικότητα ή κομμάτι ενός εφιάλτη. Δεν πίστευε στα μάτια του. Είχε πάθει σοκ. Πολύ απλά η απόλυτη καταστροφή για έναν Έλληνα φοιτητή στο ucy βρίσκόταν μπροστά στα μάτια του. Η διαγραφή. “Έλα Μηχαλάκο θα εκεί που θα πας είναι καλύτερα”. “Όλα χάθηκαν, όλα”.
Μηχαλάκος, άλλο ένα θύμα του ucy. Τώρα, μερικές ώρες μετά την άφιξη μας προσπαθεί να συνέλθει. Και αδυνατεί. Χρειάζεται κάτι για να τον συνεφέρει από την φρήκη. Βάζουμε κλήρο και η μπίλια κάθεται στο αλκοόλ. Και τον σέρνουμε να έρθει μαζί μας για ξίδια. Και θα φύγει έχοντας αναθαρίσει λίγο, για να κυνηγήσει κάτι άλλο. Τι άλλο όμως; Με μια απόρριψη ήδη στην πλάτη, η οποία του ήρθε απροειδοποίητα τι θα καταφέρει. Άγνωστο.
Αλλά υπάρχουν και άλλα. Ο Μηχαλάκος ήταν μόνο η αρχή. Ποιός άλλος έπεται; Μαζί λοιπόν με τις μπύρες πρέπεςι να πάρουμε και μια απόφαση. Να δούμε εάν μπορούμε να αντιδράσουμε, και πως. Κατηφορίζουμε για καλά καθούμενα, να βρούμε ρετσίνα ή λίγο Τούμπα Libre (Μαλαματίνα με κοκακόλα).
Έξω η ζέστη είναι αφόρητη. Έχει φτάσει καταμεσήμερο και ο ήλιος έχει πολύ άγριες διαθέσεις, σχεδόν τσουρουφλίζει το δέρμα. Και στην ομάδα υπάρχει κατήφεια….Φτάνουμε στα Καλά Καθούμενα, και αρχίζουμε τις παραγγελίες. Σε λίγο εμφανίζονται η Μαρία και η Χαριτίνη φορτωμένες ούζα και ρετσίνα. Η κατάσταση αντιμετοπίζεται μόνο με αλκοόλ. Τέρμα.
Ευτυχώς με τα ποτά η διάθεση αρχίζει να αλλάζει. Ο Μηχαλάκος λέει ότι θα το παλέψει για Ελλάδα και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε πως θα αντιδράσουμε για να μην υπάρξουν και άλλοι.
Ρίχνω την ιδέα. Καστάληψη στην πρυτανεία για το θέμα των διαγραφών. Με αίτημα να σταματήσουν οι διαγραφές φοιτητών από το επόμενο εξάμηνο. Η εισήγηση γίνεται δεκτή με επιφυλάξεις, αλλά λέμε να κάνουμε μερικά τηλέφωνα μέχρι την Τετάρτη και την Τετάρτη να αποφασίσουμε για το εάν θα μπορέσει αν γίνει κάτι. Οι περισσότεροι όμως, από όσους είναι εδώ, είναι θετικοί στην ιδέα. “ Είναι καιρός”, λένε “να τους κάνουμε να μας ακούσουν”. Και δεν έχουν άδικο. Η συγκέντρωση λήγει και τραβάμε ο καθένας στο δρόμο του με την υπόσχεση να μην αφήσουμε τις διαγραφέςνα μείνουν χωρίς απάντηση. Πόλεμο θέλουν; Οκ, αλλά ας ετοιμαστούν και για αντιδράσεις.Γυρνάω και βλέπω τον Μηχαλάκο. Έχει αναθαρρίσει, και είναι καλύτερα. “Τελικά”, λέει, “ίσως να μας βγήκε σε καλό η όλη κατάσταση. Μπορεί εγώ να μην σωθώ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι χάσαμε την μπάλα”. Φτάνω στο σπίτι πολύ μετά τη δύση του ηλίοπ. Το ραδιόφωνο παίζει τους στίχους του Ian Curtis δια στόματος Moby αυτή τη φορά.

The strain's too much, can't take much more.'
Oh, I've walked on water, run through fire,
Can't seem to feel it anymore.

Σηκώνω τη γροθιά και φωνάζω. “Ναι η κατάσταση εδώ είναι σκατά. Αλλά τίποτα δεν είναι μάταιο, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Άντε γαμήσου και συ και η μιζέρια σου Ian Curtis”

A loaded gun won't set you free.

Εκτός και εάν το όπλο είναι η επανάσταση. Έτσι λέω.

2 comments:

onisilos said...

antistathikame tote, to thymamai. bghkame oloi stous dromous kai olws paradoksws hrthan kia oi komformistes, oi kypraioi... spasame thn porta ths emrimnas kai mas zhthsan na symplhrwsoyme ena eggrafo gia spasimo portas, alla toys balame na to fane... mas koitoysan me ekeina ta kena matia toy laxanoy, toys ftyname mesa sta stomata poy xaskane gemata aporia... den toys xtyphsame, den to aksizan, isws kai natan lytrwsh giaytous. hrthe kai o pattouras kai o zenios, spoudaies morfes tou ucy. Tous ksegymnwsame kai toys bgalame gymnous sta grasidia na kyliountai san ta gourounia! kata bathos toys arese ayth h kseftila, to diekrina sta blemmata tous...

onisilos said...
This comment has been removed by the author.