Wednesday, October 28, 2009

Περί τρομοκρατίας, ξανά

Άλλο ένα χτύπημα σε αστυνομικό τμήμα, και οι αντιδράσεις έχουν αρχίσει να οργιάζουν. Να πω την αλήθεια μου έχω πολλά να χωρίσω με την ΕΛ.ΑΣ και την ηγεσία της, αλλά δεν μου αρέσει η τακτική ορισμένων "σωτήρων της επανάστασης" που όποτε το θεωρούν σωστό πέρνουν ένα καλάσνικωφ και όποιον πάρει ο χάρος, με όποια κίνητρα.
Αλλά θα διαφωνήσω με τον κατα τα άλλα συμπαθή κο Πίττα. Δεν φταίει το γεγονός ότι η αριστερά δεν κάνει ανοίγματα στους δεξιούς για κοινούς αγώνες. Φταίει το ότι πολλές φορές η αριστερά κάνει πισογυρίσματα, και αντί να ενισχύει τους αγώνες και να τους πάει μπροστά, πολλές φορές την κρίσιμη στιγμή κάνει πίσω. Και πολλές φορές κάνει πίσω γιατί υπάρχουν κομμάτια της τα οποία δεν αισθάνονται άνετα όταν απομακρύνονται πολλύ από θέσεις που να μην διαφέρουν και πολλύ από αυτές λ.χ. του ΠΑΣΟΚ. Αυτή η αριστερά απογοητεύει πολύ κόσμο, ό οποίος είτε γυρνά σπίτι του, είτε καταφεύγει σε πρακτικές τύπου ανταρτοπολέμου.

Και εάν είναι να πάρουμε τον μπατσο με το μέρος μας κατά τη διάρκεια της επαναστατικής διεργασίας, θα τον πάρουμε με το μέρος μας όταν αντιληφτεί ότι η κυβέρνηση και το σύστημα που υπηρετεί ωφελούν μόνο τους ανώτερους του και την αστική τάξη, και όχι τον ίδιο και τα παιδιά του. Τότε ο αστυνομικός δε θα ρίξει γκλομπιά στον διαδηλωτή, αλλά στον ανώτερο του.

Τώρα όμως ζούμε ακόμη σε μια φάση που η ταξική συνέιδηση του κόσμου βρίσκεται ακόμη αρκετά χαμηλά, οπότε η αστυνομία θα βγει στον δρόμο διψασμένη για αίμα. Και δε αποκλείεται ένας νέος Αλέξης, αλλά αυτή τη φορά με τους μικροαστούς και τους νοικοκυραίους να πέρνουν το μέρος της ΕΛ.ΑΣ......

Μεταναστευτική τραγωδία

Για άλλη μια φορά γίναμε μάρτυρες τραγωδίας με θύματα ανθρώπους που προσπαθούν να έρθουν στην Ευρώπη για να ξεφύγουν από τον βίο αβίωτο που ζου στις χώρες τους. Αυτούς τους ίδιους άνθρωπους υπό κανονικές συνθήκες οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετοπίζουν ως τρομοκράτες και μεγάλες απειλές για την εθνική ασφάλεια. Όμως, ένας τρομοκράτης ή ένας πράκτωρας, θα εμπιστευόταν την ζωή του στον πρώτο τυχόντα δουλέμπορο για να τον μεταφέρει κρυμμένο στο αμπάρι κάποιου σαπιοκάραβου, ή σε κάποιο φορτηγό ψυγείο, ή μήπως θα προτιμούσε να μπει στη χώρα με κάποιες πιο ασφαλείς και “νόμιμες” μεθόδους;

Monday, October 26, 2009

Κυνηγώντας το φάντασμα του Τομ Τζόουτ

Μια οικογένεια από την Οκλαχόμα, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, μεταναστεύει στην Καλιφόρνια για να βρει μια καλύτερη ζωή. Όμως τίποτα δεν είναι όπως το φαντάζονται, διαβάζοντας τα φυλλάδια που ζητούν εργάτες γης. Αντί να βρουν μια αξιοπρεπή δουλειά, βρίσκονται να πηγαίνουν από περιοχή σε περιοχή στην πολιτεία, βιώνωντας την εκμετάλευση από τα αφεντικά και το μίσος από τους ντόπιους. Και όμως, συνεχίζουν να προσπαθούν εναγωνίως να κρατήσουν την αξιοπρέπεια τους. Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Τομ Τζόουτ, ο μεγάλος γιος της οικογένειας, ο οποίος επιστρέφει από την φυλακή στην γη της οικογένειας του, για να ανακαλύψει ότι τους έχει διώξει η τράπεζα η οποία εκμεταλεύεται την γη αυτή. Σιγά σιγά όμως ανακαλύπτουμε και τους άλλους χαρακτήρες της ταινίας (και του βιβλίου). Ο παππούς και η γιαγιά είναι δεμένοι με τη γη τους, και δεν θέλουν με τίποτα να την εγκαταλείψουν. Ακολουθούν την οικογένεια εκώντες/ακώντες αλλά δεν προλαβαίνουν να φτάσουν ζωντανοί ως την Καλιφόρνια. Τα δύο παιδιά παρακολουθούν όσα συμβαίνουν γύρω τους, χωρίς όμως να παρεμβαίνουν ιδιαίτερα στην πλοκή, παρά μόνο για να απαλύνουν το κλίμα. Η ευθραυστη έγκυος Roseashearn αντιθέτως προσφέρει στο δραματικό κομμάτι, ιδίως όταν καταρρακώνεται ψυχολογικά από την αποχώρηση του άχρηστου και αμφισβιτίσημου ηθικής σ΄θζηγου της, του Conny. Ο μικρός Τζοουτ είναι μια εφηβική εκδοχή του Τομ, ένας συμπαθέστατος αλητάκος. Ο Πατέρας και ο Θείος Τζων είναι δύο άνθρωποι οι οπίοι έχουν τραβήξει τα πάνδεινα, και οι οπίοι αισθάνονται ότι έχουν χάσει τα πάντα, ιδίως όταν έχουν χάσει το βιός τους, ενώ σημαντικός είναι και ο Casey, ένας πρώην πάστορας που έχασε την πίστη του, και στην πορεία γίνεται ένας μαχητικός συνδικαλιστής, ο οποίος όμως θα δολοφονηθεί από τους μπράβους ενός αφεντικού. Και κάπου εδώ μπαίνει ο χαρακτήρας της μητέρας. Μια γυναίκα με αστείρευτο κουράγιο και πολύ ισχυρή θέληση, ικανή να κάνει τα πάντα για να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη και να την βοηθήσει να ξεπεράσει τις κακοτοπιές, που δίνει θάρρος στα υπόλοιπα μέλη και γίνεται μια πηγή αισιοδοξίας, ενώ πάντα προσπαθεί να κάνει αυτό που είναι σωστό. Από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές, ο όρκος που δίνει ο Τομ στη μητέρα του, ένας όρκος αδυσώπητου αγώνα ενάντια στην κοινωνική αδικία και το μεγάλο κεφάλαιο, την στιγμή που αναγκάζεται να ξαναπεράσει στην παρανομία και να εγκαταλείψει την οικογένεια, ενώ ο τελικός μονόλογος της μάνας αποτελεί μνημείο αισιοδοξίας, σε μια εποχή που είναι από περίεργη εως άσχημη. Η ταινία βέβαια έχει παραλείψει ίσως την καλύτερη σκηνή του βιβλίου, μια σκηνή που η Roseashern, αφού έχει γενήσει ένα νεκρό παιδί, βρίσκει το θάρρος να θηλάσει έναν άντρα ο οποίος κινδυνεύει να πεθάνει από λοιμό. Ίσως η πιο δυνατή σκηνή όλου του βιβλίου. Παρ’ όλα αυτά, η θέαση αυτής της τόσο επίκαιρης ταινίας, (και ας γυρίστηκε το 1940, η πραγματικότητα του καπιταλισμού και των οικονομικών κρίσεων παραμένει η ίδια, οι πλούσιοι συνεχίζουν να καλοπερνάνε και ο απλός λαός υποφέρει), εμένα μου θύμησε γιατί είμαι πολιτικά και κοινωνικά στρατευμένος. Και αυτό είναι γιατί δεν θέλω ο κόσμος να περνάει όσα περνούν άνθρωποι στο σύμπαν των “Σταφιλιών της οργής”. Γιατί θέλω έναν δίκαιο κόσμο, χωρίς διακρίσεις. Όπου ο καθένας θα μπορεί να ζήσει από τη δουλειά του άνετα και ανθρώπινα. Και γιατί είμαι διατεθημένος να βοηθήσω να χτιστεί ένα κίνημα που να ζητά αυτά τα αυτονόητα πράγματα για όλους. Και, όπου και εάν συμβαίνει, θα είμαι εκεί….Γιατί, παραφράζοντας τα λόγια του Casey, τα κινήματα είναι σαν μια μεγάλη ψυχή, και όσοι πιστεύουν στις κινηματικές διαδικασίες, συμμετέχουν ψυχή τε ή σώματι, ή έστω τις παρακολουθούν, όπου στον κόσμο και να συμβαίνουν αυτές

Ψυχή Βαθιά.

Ψυχή βαθιά. Ένα σύνθημα, που πάνω απ’ όλα έδειχνε την απελπισία των ανταρτών του ΕΑΜ. Χωμένοι σε ορύγματα, από τη μια οι αντάρτες και από την άλλη οι φαντάροι, απλοί νέοι που βρέθηκαν να πολεμάνε για αντίπαλες παρατάξεις. Άνθρωποι που βρέθηκαν στο μέτωπο για να παλέψουν για ιδανικά, ή επειδή τους ανάγκασαν, ή για να προστατέψουν τους ανθρώπους τους, σε ένα δράμα για την μετακατοχική Ελλάδα, όπου οι παλιοί προδότες γίνονται σύμαχοι, ενάντια σε αυτούς που ουσιαστικά μονοπολούσαν την εντός Ελλάδας αντίσταση κατά των Γ ερμανών. Και μαζί με όλα αυτά, οι ευθύνες των Ελλήνων πολιτικών και στρατιωτικών που μοιρολατρικά σχεδόν σκύβουν το κεφάλι όταν ακούν τις αξιώσεις των Αμερικανών, και την Σταλινική προδοσία από την άλλη πλευρά, που αποτυπώνονται από τις φρούδες ελπίδες για την επέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης προς βοήθεια των ανταρτών. Και, εγκλωβισμένοι σε όλο αυτό το μοιραίο παιχνίδι, οι απλοί Έλληνες που δεν έχουν ουσιαστικά ιδέα για το που να στραφούν. Ουσιαστικά όμως έχει να κάνει με την απαρχή των δαιμονίων που κατατρέχουν ακόμη την ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή. Γιατί σήμερα βλέπουμε τα πολιτικά δυσέγγονα και εγγόνια των Γερμανοτσολιάδων και της αντιδραστικής δεξιάς να διεκδικούν κομμάτι της εκλογικής πίττας, την ίδια στιγμή που το ΚΚΕ γίνεται απολογιτής του Στάλιν και οι πιο μετριοπαθείς φωνές, που ανήκουν είτε στις κεντρώες απόψεις είτε στην κεντροδεξία ή την κεντροαριστερά, άγονται και φέρονται απο εδώ και από ‘κει, αλλά κυρίως από τις σειρήνες ρτου εθνικισμού. Του κάποτε Αμερικανόδουλου εθνικισμού, που τώρα την έχει ‘δει “κόντρα στο σύστημα”. Η ψυχή δεν είναι μόνο η ιστορία δύο αδερφιών ππου βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Είναι και η ιστορία των λαθών και των διαψευσμένων προσδοκιών της Ελληνικής αριστεράς, αλλά και της αγωνιόδους προσπάθειας της Ελληνικής δεξιάς, με όλα όσα την χαρακτιρίζουν, να τραβήξει έναν λαό “εκώντα-ακόντα” στο δρόμο “της Δύσης”, μιας δύσης που όμως σημαίνει περισσότερα δεινά παρά καλά.

Saturday, October 24, 2009

Εξάρχεια 2009

Εξάρχεια 2009, η γειτονιά έχει καταληφθεί από σιδερόφρακτες λεγεώνες πραιτώρων, οι οποίες αν και είχαν κάνει την εμφάνιση τους από την εποχή της προηγούμενης κυβέρνησης, τώρα παραμένουν κατ’ εντολήν του “Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη”, για να μας προστατεύσουν από “επικίνδυνους” για την δημοκρατία δεκαπεντάχρονους και μετανάστες.

Ίσως και για να μπορεί να κάνει βόλτες στα Εξάρχεια άνετα ο Μπουμπούκος, χωρίς να φοβάται τον βομβαρδισμό του από πάσης φύσεως βλήματα (βλέπε πλαστικά ποτήρια του φραπέ, μπουκαλάκια του νερού).

Και εμείς οι υπόλοιποι, να προσπαθούμε να ανταλλάξουμε μια κουβέντα πολιτική, ίσως και λίγο πιο περίεργη υπό το άγρυπνο βλέμμα του ένστολου κτήνους, το οποίο ωσάν το μπάσκινα από παλιά ελληνική γωνία περιμένει κάπου στη γωνία να κάνουμε κάτι που ίσως να του φαινόταν ύποπτο (όπως ας πούμε παρουσίαση βιβλίου στου “Φλωρά”), για να μας μπουζουριάσει.

Η κατάσταση έχει ένα άρωμα από παλιά (βλέπε Δεκέμβρη, Χούντα, Κατοχή), και μια όψη που μυρίζει προπαγάνδα, παραπλάνηση.

Γιατί με την κρίση που μας τρώει, κάθε κυβέρνηση θέλει να στρέψει την προσοχή του πόπολου αλλού, μην γίνει καμιά επανάσταση.

Και συνήθως ο ιδανικός στόχος για αυτό αποτελεί ο διαφορετικός, ο ασυμβίβαστος, ο σκεπτόμενος.

Και δυστυχώς τα Εξάρχεια είναι γεμάτα από όλους αυτούς, εν αντιθέσει με καθωσπρέπει γειτονιές, όπως για παράδειγμα το Κωλονάκι.

Οπότε το θέμα γίνεται η επιστροφή της περιοχής στην “νομιμότητα”.

Γιατί αυτό ζητούν οι ταγοί της lifestyle δημοκρατίας μας, μέσα από υπουργικά γραφεία και τηλεπτικά δελτία των οχτώ.

Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ενημερωνόμαστε αντικειμενικά από μεγαλοεπιχειρηματίες μας, και τα τηλεοπτικά τους κανάλια.

Οι οπίοι είναι μέσα στους κυρίως υπεύθυνους της κατάντιας μας.

Τελικά το μόνο που λείπει από όλη τη συνταγή, μπας και δέσει το γλυκό είναι ο Αρκουδέας

Sunday, October 18, 2009

Ακαδημία Πλάτωνος-Ωραίοι ως Έλληνες

O Σταύρος είναι ένας Ελληνάρας με τα όλα του. Φεύγει από τη γειτονιά του μόνο και μόνο για να δει την πρώην σύζηγο του και για να πάει την μητέρα του στο ιατρείο του ΙΚΑ. Κατά τα άλλα η ρουτίνα του έχει ώς εξής. Κάθε πρωί, ανοίγει το ψυλικατζίδικο,βγάζει έξω τέσσερις καρέκλες, οι τρεις για τους φίλους του, απλώνει τις αθλητικές εφημερίδες. Σιγά σιγά μαζεύονται εκεί και οι φίλοι του, με φραπέδες στο χέρι. Περνούν τη μέρα τους χαζολογόντας, Κοροϊδεύοντας τους περάστικούς Αλβανούς, προσπαθώντας να μετρήσουν τους-φαινομενικά-αμέτρητους Κινέζους, βάζουν στοίχημα εάν ο σκύλος του ενός (ονόματι Πατριοτ) γαβγίζει μόνο τους Αλβανούς. Εννοείται πως απεχθάνεται τους μετανάστες και τους πολιτικούς. Εξεγείρεται όταν το κράτος αποφασίζει να χτίσει ένα μνημείο της διαπολιτισμικής αλληλεγγύης. Όλα αυτά κυλούν ήρεμα και ωραία, όταν μια αποφράδα ημέρα, μετά το εγκεφαλικό, η μητέρα του αρχίζει, εντελώς ξαφνικά, να μιλά αλβανικά. Και, ακόμη χειρότερα, ανακαλύπτει πως ο….χαμένος από χρόνια αδερφός του είναι ο μπογιατζής της γειτονιάς. Ο οποίος είναι…..Αλβανός! Ο Σταύρος αποσυντονίζεται από το σοκ, και ακόμη περισσότερο από την ανακάλυψη της “Αλβανικής” του ταυτότητας.

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος σκιαγραφεί άψογα το προφίλ του Έλληνα ρατσιστή, ο οποίος έχει προβλήματα, αλλά προτιμά να αποφύγει την ουσία τους και να “τα ρίξει” στους ξένους. Οι Ελληνάρες της παρέας του είναι μια παρέα από συμπαθείς χαραμοφάηδες, παλαιοροκάδες της “Status Quo” σχολής, που όλη μέρα αράζουν και παρατηρούν την καθημερινότητα γύρω τους, ενώ οι “βρόμικοι” μετανάστες δουλεύουν σαν τα σκυλιά και προσπαθούν έτσι να βγάλουν τα προς το ζην. Τι θα γίνει όμως όταν ο Σταύρος θα ανακαλύψει πως, αυτά που τον ενώνουν με τον Μαρεγκλέν (από τα Μαρξ Έγκελς Λένιν), της αγάπης για τους Quo συμπεριλαμβανομενης, παρά αυτά που τους χωρίζουν; Πως θα αντιδράσει ο Σταύρος, και πως θα αντιδράσουν οι φίλοι του;

Αυτό όμως που κάνει τον Σταύρο ίσως πιο συμπαθή από όλο τον υπόλοιπο θίασο των ελληναράδων της πλατείας, είναι το γεγονός ότι ούτως ή άλλως ο ίδιος ο Σταύρος είναι μπερδεμένος, πολλύ καιρό πριν το μοιραίο. Ακόμη προσπαθεί εναγωνίως να πείσει την γυναίκα του να γυρίσει, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν δείχνει να θέλει να γυρίσει. Αδυνατεί να κοιμηθεί, ενώ πρέπει να προσέχει την μητέρα του όλη μέρα, μιας και η κατάσταση της το απαιτεί.

Η ταινία ασχολείται με το θέμα του ρατσισμού, χωρίς όμως να πέρνει ανοιχτά κάποια θέση ή να προσφέρει κάποια λύση. Αντιθέτως παρακολουθεί τα συμβάντα στη γειτονιά του Σταύρου (μια από τις πιο υποβαθμισμένες της Αθήνας) από κάποια απόσταση, προσπαθώντας περισσότερο να καταλάβει γιατί ο Σταύρος και η παρέα του έχουν αυτές τις αντιδράσεις, παρά να κάνει ένα κοινωνικό σχόλιο, δείχνοντας όμως στην πορεία ότι κανείς δεν είναι άγιος, αλλά όλοι μας είμαστε άνθρωποι με αισθήματα, ανάγκες και προβλήματα που πρέπει κάποια στιγμή να αντιμετοπίσουμε. Οι τελευταίες σεκάνς αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα, εάν όντως άλλαξαν ο Σταύρος και η παρέα του, ή όχι. Όμως νομίζω ότι η ταινία βάζει τον θεατή να σκεφτεί, και να αναθεωρήσει τις ιδέες που έχει για τον ρατσισμό.

Wednesday, October 14, 2009

Awake within the walls

Δείτε το βιντεάκι του φίλου μου του Radiusbass, με την πορεία που έγινε στις 4/10 στην Παλιά Λευκωσία ενάντια στα αστυνομικά πογκρόμ κατά των μεταναστών

www.youtube.com/watch?v=KyNFFiGFMO0

Saturday, October 10, 2009

Περνώντας σύνορα

“ΜΑ το Θεό τόση άμμο δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου”.
Μια περαστική σκέψη που λέει πολλά! Τέξας, μέσα στην κάψα ενός Αυγουστιάτικου πρωινού. Το κογιότ μας έχει αφήσει στη μέση του πουθενά. Και περιμένουμε το σούρουπο μπας και κουνηθούμε λίγα χιλιόμετρα πιο κοντά στον πολιτισμό. Πρέπει κάποια στιγμή να πάρω το λεωφορείο για την Καλιφόρνια. Πάω στο ξαδερφάκι μου. Έχω γραμμένη και τη διέυθυνση του. Κάπου στο Σαν Μπερναντίνο. Εγκυημένη δουλειά. Εργάτης σε ψαράδικο, μια τετρακοσαρού δολάρια ακατέβατα. Και άμα βρω και καμία δεύτερη δουλειά έκανα την τύχη μου. “Πολλά λεφτά αδερφάκι μου, πολλά λεφτά.”

Αλλά τώρα έχω να κάνω με ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Εγώ και όλοι οι άλλοι δηλαδή. Την έρημο. Είναι ντάλα μεσημέρι και δεν υπάρχει σκιά πουθενά. Οι περισσότεροι την έχουν ακούσει από τον ήλιο και περπατάνε σαν υπνοτισμένα κοτόπουλα, άλλοι προσπαθούν εναγωνιώς να σωθούν από την ηλίαση φορώντας τα πλατύγυρα καπέλα τους. Μάταιος κόπος.
Κάποιος βρίσκει την κοίτη ενός ξεροπόταμου. Τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά τουλάχιστον όταν αρχίσει να πέφτει λίγο ο ήλιος θα έχουμε κάμποση σκιά. Και με το σούρουπο αρχίζουμε το περπάτημα μέχρι λίγο πριν την αυγή.

Είμαστε όλοι Μεξικάνοι, ψάχνουμε να βρούμε τρόπο να φτάσουμε στην γή της επαγγελίας. Αχ! Αμερική! Μακρυά από όλα τα βάσανα. Άνθρωποι από όλο το Μεξικό δυανύουν χιλιόμετρα, ακόμη και περπατώντας για να φτάσουν εδώ. Ανοίγουν τρύπες στα συρματοπλέγματα, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ αυτά, αψηφούν σφαίρες και συνοριοφύλακες. Η δίνουν ότι έχουν και δεν έχουν σε ένα κογιότ, έναν δουλέμπορο για να τους μεταφέρει εδώ.

Εμένα είναι η πρώτη μου φορά εδώ. Κάπιοι άλλοι από το γκρουπ όμως έχουν ξανακάνει το δρομολόγιο. Είναι λιγότερο ψαρωμένοι από εμένα, και έχουν μια ιδέα τι και πως να κάνουν. Αυτούς ακολουθούμε σαν γκρουπ.

Τελικά το ξεροπόταμο κάνει δουλειά, δεν μπορώ να πω. Ο ήλιος πέφτει και η σκιά αρχίζει να εμφανίζεται, οπότε και την πέφτουμε κρυμένοι εκεί μέσα. Κάπιοι μένουν ξύπνιοι, σε βάρδιες, μην εμφανιστεί κανείς ανεπιθύμητος. Λίγες ώρες γλυκού ύπνου πριν να ξαναρχίσουμε να περπατάμε.

Μετά από μερικές ώρες ξαναξεκινάμε. Περπατάμε για ώρες, φωρώντας κουβέρτες για να αντιμετωπίσουμε το κρύο. Μάγκα μου το κρύο στην έρημο είναι τσουχτερό. Σου τρυπά τα κόκαλα, σχεδόν. Περπατάμε ώρες χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς πάμε. Πηγαίνουμε και πηγαίνουμε. Σε κάποια φάση πετύχαινουμε κάποιους άλλους Μεξικάνους. Είχαν περάσει από κάποιο άλλο πέρασμα. Μόνο που το κογιότ τους παράτησε όταν είδε τη Migra να φτάνει. Migra λέμε την αστυνομία των συνόρων, γιατί συνήθως πιάνει μετανάστες. Το κογιότ λοιπόν, έκοψε κάμποση ταχύτητα, και τους πέταξε από το φορτηγάκι του. Τι έκοψε ταχύητητα δηλαδή, και πάλι με χίλια θα πήγαινε, γιατί κάπιοι είχανε σπάσει κόκκαλα. Αυτοί έμοιαζαν σα ράκη. Αλλά μπορούσαν να περπατήσουν. Και αυτό ήταν καλό, γιατί εάν έμεναν ακίνητοι, ή που θα τους έπιανε η Migra, ή θα τους λιάνιζαν τα τσακάλια. Μπαίνουν στο γκρουπ μας και περπατάν μαζί μας.


Οι ώρες περνούν, αλλά δεν φτάνουμε πουθενά. Ο πολιτισμός συνεχίζει να βρίσκεται μίλια μακρυά. Το κρύο μας χτυπά στη μάπα, και εγώ έχω αρχίσει να μην την παλεύω. Και οι άλλοι το ίδιο. Αλλά δεν γίνεται να μείνουμε άλλο εδώ. Πρέπει να φτάσουμε στην πόλη, στην εθνική, κάπου. Για να συνεχίσουμε το ταξίδι μέχρι την γη της επαγγελίας. Πολλοί ήδη έχουν ταξιδέψει ως και δύο χιλιάδες μίλια για να φτάσουν εδώ. Σε μια ερημιά μερικές ώρες βόρεια της Χουαρέζ, σχεδόν στο τέλος της διαδρομής. Εάν δεν τους βρουν εδώ, στην έρημο, έχουν περάσει το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής τους.
Μετά από λίγες ώρες βλέπουμε φώτα στον ορίζοντα. Έχουμε φτάσει σε κοντά σε κάποια μικρή πόλη, όπως καταλαβαίνω. Μπαίνουμε μέσα και ψάχνουμε να βρούμε καταφύγιο. Κάποιο ερημωμένο σπίτι, κάποια απόμερη αποθήκη, κάτι για να βγάλουμε τη νύχτα, και ώστε ώντας φρέσκοι το πρωί να μπούμε σε τραίνα ή λεωφορεία για να φτάσουμε σοτυς προορισμούς μας. Όμως μετά από μερικά λετπά περιπλάνισης ακούω φωνές πίσω μας. Αγριεμένες φωνές. Κοιτάω και βλέπω μερικούς γκρίνγκος, καμιά εκατοστή, οπλισμένους με μαδέρια, μαχαίρια και ρόπαλα να τρέχουν μανιασμένα προς το μέρος μου. Αρχίζουμε να τρέχουμε. Κάπιοι, πιο μπροστά, ανοίγουν μαι πόρτα. Καμιά δεκαριά από εμας καταφέρνουμε να μπούμε μέσα, πριν την κλείσουμε για να μην μας καταλάβουν οι κυνηγοί μας. Για τις επόμενες ώρες ακούμε κατάρες, βρισιές, κραυγές πόνου, απειλές, κόκκαλα να σπάνε και σειρήνες. Όταν πια βγαίνουμε, μερικές ώρες αργότερα, με χίλιες προφυλάξεις γιατί μπορεί να παραφυλάνε ή αυτοί ή η migra, η περιοχή μυρίζει αίμα ενώ στο δρόμο βλέπουμε δόντια, σπασμένα τζάμια και άλλα συντρίμια. Βομβαρδισμένο τοπίο. Ιδού η επιτροπή υποδοχής στην Αμέρικα. Προφανώς αυτοί δεν μας θέλουν εδώ. Ίσως όμως να με θέλουν στο Σαν Μπερναντίνο. Δεν μπορεί, ο ξάδερφος μου, μου έγραψε ότι έχει πολλή δουλειά, χρειάζονται εργατικά χέρια. Με αυτή τη μάλλον αισιόδοξη σκέψη, μετά τα όσα είδα, πηγαίνω στο σταθμό των λεωφορείων. Σε λίγο έχω μπει στο λεωφορείο για την Καλιφόρνια. Μια νέα ζωή με περιμένει. Καλύτερη; Χειρότερη; Θα δείξει.

Λίγες σκόρπιες σκέψεις για τον ρατσισμό

“Keep banging on the walls
of fortress Europe”
Asian Dub Foundation, Fortress Europe

Από τις 2-5 Νοέμβρη λαβαίνει χώρα στο Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας η Σύνοδος του Παγκοσμίου Φόρουμ για την μετανάστεση. Μια σύνοδος στην οποία οι κυβερνήσεις του αναπτυγμένου κόσμου θα συζητήσουν τρόπους με τους οποίους θα μπορούν να εκμεταλεύονται περισσότερο τους μετανάστες και μετά να τους πετάνε πιο εύκολα σαν να ήταν στιμένες λεμονόκουπες. Και εμένα το μυαλό μου γυρνάει στον Τίμοθι.
Ήταν ένα βράδυ σαν όλα τ’άλλα, όταν έγινε το κακό. Ο Τίμοθι είχε βγει στο κέντρο της Αθήνας για να πουλήσει cd,όπως κάνουν οι πολλοί συμπατριώτες του στην Ελλάδα. Όμως εκείνη τη βραδυά, στο κέντρο της Αθήνας είχε βγει παγανιά και ένας ρατσιστής δολοφόνος, ο Καζάκος. Εκείνη την ημέρα εφτά άνθρωποι έπεσαν θύματα των σφαιρών του Καζάκου. Δύο χάθηκαν. Ο Τίμοθι από τη Νιγηρία, ο Τόμι από τη Γκάνα, ο Μοχάμετ από το Κουρδιστάν, και ένας Πακιστανός το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι, έμειναν ζωντανοί. Ζωντανοί αλλά με τη ζωή τους κατεστραμένη. Ο Τίμοθι, που τώρα πια ζει με κάμποσες σφαίρες στο κορμί του ίσως να είναι μια απο τις πιο επίμονες υπενθύμισεις της φρίκης του ρατσισμού made in Europe.

Μα τι οπλίζει το χέρι του κάθε Καζάκου; Είναι τα ΜΜΕ, που έχουν φτιάξει ένα προφίλ για τους μετανάστες το οποίο απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα; Είναι οι εργοδότες που εργοδοτούν μετανάστες που δεν έχουν χαρτιά για ένα κομμάτι ψωμί; Είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση που κάνει την νόμιμη μετανάστευση όλο και πιο δύσκολη, και προσπαθεί πια να κάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα απόρθητο φρούριο για τους φτωχούς του τρίτου κόσμου; Είναι οι κυβερνήσεις του αναπτυγμένου κόσμου που εδώ και χρόνια λεηλατούν τον τρίτο κόσμο και αποκομίζουν τεράστια κέρδη χωρίς να δίνουν ανταλλάγματα, με αποτέλεσμα να ανγκάζονται οι πολίτες τους να μεταναστεύουν; Είναι η ακροδεξιά που εκμεταλεύεται όλα αυτά, και διατυμπανίζει την άποψη ότι για όλα τα προβλήματα της χώρας “φταίνε οι ξένοι”, βγάζοντας ταυτόχρονα λάδι τους πραγματικούς υπαίτιους, δηλαδή τους μεγάλους βιομήχανους; Ή μήπως είναι όλοι μαζί;

Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι όλες αυτές οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν έχουν ως στόχο μόνο τους μετανάστες, αλλά όλους μας. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι δεν φταίνε οι μετανάστες για την ανεργία στην Ευρώπη και την Αμερική, αλλά φταίνε τα αφεντικά. Και πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό το διαίρει και βασίλευε που λέγεται ρατσισμός δεν κάνει καλό σε κανέναν. Αντιθέτως ο αλληλοσεβασμός, η κατανόηση και οι κοινοί αγώνες των ντόπιων μαζί με τους μετανάστες ενάντια στα προβλήματα που ταλανίζουν και τους μεν και τους δε, είναι ο μόνος τρόπος να καλυτερέψουμε τις ζωές μας. Keep banging on them walls λοιπόν… Μέχρι να τα γκρεμίσουμε!

Thursday, October 08, 2009

Under my skin

Αποφάσισα και εγώ να συμμετέχω στο παιχνιδάκι της Urban Tulip. Και έτσι θα σας περιγράψω τι μου έχει κολήσει

Απογεύματα στο μπαλκόνι με μουσική και εφημερίδα/ Η ψυχεδέλεια, το σκα, η τζαζ,το dub και το dubstep, τα μπλουζ/ Η Πρίζα στην Πλατεία Καρύτση, το Hoxton στο Γκάζι, το Recuncho de Maite στη La Coruna, to Mardi Gras και το Clandestino επίσης στη La Coruna, εκείνο το μικρό μπαράκι με τα stickerακια στο ταβάνι στην Piazza Santa Fosca στη Βενετία, Η Καλλίπολη στην Λευκωσία, ο Κίτσουλας στο Χαλάνδρι, η Ροζαλία στον Πεζόδρομο των Εξαρχείων/ Οι βόλτες στις γειτονιές μιας γνωστής ή άγνωστης πόλης/ Το Εδιμβουργο, η Κωσταντινούπολη, η Μασσαλία, η Βαρκελώνη, η Λισαβόνα, η Μπολόνια, η Ρώμη, η Σαλονίκη/ Το Πάρκο Retiro στη Μαδρίτη/ Να λιάζομαι με τις ώρες/ Ένα βιβλίο της γενιάς των beat ή των απογόνων της/ Οι στίχοι του Ντύλαν, του Κοέν, του Nick Cave, του Καρυωτάκη, του Αγγελάκα/ Οι Νύχτες Πρεμιέρας/ο Frank Zappa, ο Καπετάν Βοϊδόκαρδος/ Η μπύρα, το κρασί, οι καταχρήσεις α λα Raul Duke/ Ο Βill Hicks/ Ο μέγας παραμυθάς και χιουμορίστας Terry Pratchett/ Ο Gaudi/O Joan Miro/ Το ζεύγος Monica Belucci-Vincent Cassel (μα πότε έφτασαν τα σαρανταφεύγα και δεν το κατάλαβα;)/ Τα κουρέλια που τραγουδάνε ακόμα, ο χαμένος που τα πέρνει όλα, η γλυκειά συμμορία/ Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος

δικά σας κολήματα;

Ο άρρωστος ήτο βαρέως

Έλλειψα για αρκετό καιρό από την μπλογκόσφαιρα, μετά από κάμποσο καιρό όπου έγραφα και δημοσίευα πράγματα κάπως τακτικά. Νομίζω πως πρέπει να εξηγήσω το γιατί. Αλλά να γράψω και για ένα δύο πράγματα περί θητείας. Ήμουν, που λέτε άρρωστος. Όχι δα τίποτα το σοβαρό. Απλά είχα κολήσει την κοινή γρίπη. Αλλά αυτό, όταν κάνεις τη θητεία σου σημαίνει και κάμποση ταλαιπορία. Και αυτό λόγω γραφειοκρατίας. Άμα ένας ναύτης είναι άρρωστος, πρέπει πρώτα να πάει στο γιατρό της μονάδας, για να τον εξετάσει. Ο γιατρός, θα γνωματεύσει εάν ο ναύτης πρέπει να πάει στο πλησιέστερο ναυτικό ή πολιτικό νοσοκομείο για παιρετέρω εξετάσεις. Στην δικιά μου περίπτωση έπρεπε να πάω στο ΝΝΑ. Εκεί με περίμενε η μεγάλη ταλαιπωρία. Πέντε ώρες μου πήρε η εξέταση. Και τι εξετάσεις δεν μου έκαναν μέσα στο νοσοκομείο. Μετά από δύο εξετάσεις αίματος, ακτινογραφίες, εξετάσεις στο λαιμό μου και δύο περάσματα με θερμόμετρο, είδα μία από τις νοσοκόμες να έρχεται προς το μέρος μου σπρώχνοντας ένα μηχάνημα σε ροδάκια, από το οποίο σέρνονταν διάφορα καλώδια. Πρώτη φορά έβλεπα καρδιογράφο, και εννωείται ότι με το που κατάλαβα τι ήταν αυτό το πράγμα, πήγε η ψυχή μου στην κούλουρη. Λες να έχω τόσο μεγάλο πρόβλημα; Ευτυχώς μια εξέταση της καρδιάς με υπέρηχο αργότερα έδειξε ότι δεν έτρεχε τίποτα με την καρδιά, απλά είχα τη γρίπη. Μου έδωσαν μερικές μέρες οίκω νοσηλίας (κάτι σαν άγραφη αναρρωτική άδεια). Και με έστειλαν σπίτι μου για να νοσηλευτώ. Πήγα και ‘γω ο έρμος σπίτι μου μπας και γίνω καλά. Έλα όμως που το οπλονομείο της μονάδας είχε άλλη άποψη επί των διαδικασιών. Οπότε το επόμενο πρωί (σ.σ. τη μέρα που πήγα στο ΝΝΑ ήμουν εξοδούχος), με πήραν τηλέφωνο, λέγοντας μου ότι λίγο –πολύ, έπρεπε να παρουσιαστώ εκεί με χαρτί από το νοσοκομείο για να μου δώσουν την άδεια. Πράγμα που έπρεπε να μου είχαν κάνει από το προηγούμενο βράδυ, μιας και το ΝΝΑ τους είχε ήδη στείλει σήμα με την άδεια μου. Και ενώ ετοιμαζόμουν να πάω εκεί να τους τα πω ένα χεράκι (με πυρετό), με ξαναπήραν τηλέφωνο λέγοντας ότι όλα είναι καλά. Για τις επόμενες μέρες, το οπλονομείο λειτουργούσε ως ξυπνητήρι μου, πάντα με την ερώτηση “πότε θα γυρίσεις στην υπηρεσία;”. Κάπως έτσι πέρασε η περασμένη εβδομάδα. Με αρρώστια και σπάσιμο αρχιδιών. Τελικά στις ένοπλες δυνάμεις, όταν πας να ζητήσεις κάτι που δικαιούσαι (ας πούμε άδειες, είτε αναρρωτικές, είτε ειδικές, είτε κανονική), σου πρίζουν τον έρωτα, ενώ όταν είναι να σου πουν να τους κάνεις κάτι, ή να πάρουν πίσω κάποια από τα δικαιώματα σου, αυτό γίνεται εν ριπή οφθαλμού, χωρίς να μπορείς να τους βάλεις τα οποιαδήποτε γραφειοκρατικά εμπόδια. Στο διάολο. Μαλάκες όλοι τους.

Tuesday, October 06, 2009

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές

Αναμφισβίτητα, το 4,6% στις φετινές κοινοβουλευτικές εκλογές αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία. Παρ’ όλα αυτά, από το να γιορτάζουμε την επιτυχία αυτή έως την άρθρωση μιας αποτελεσματικής και ουσιαστικής αντιπολίτευσης, εάν το εκλάβουμε ως αναπόφευκτη την λογική εξέλιξη (δηλαδή το να ακολουθήσει το ΠΑΣΟΚ τις πολιτικές της προηγούμενης κυβέρνησης με κάποιες διακοσμητικές αλλαγές), υπάρχει μια πολύ μεγάλη απόσταση. Ιδίως νοουμένου ότι την μεγαλύτερη πλειοψηφεία της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, απαρτίζουν στελέχη της δεξιάς πτέρυγας του ΣΥΝ. Δηλαδή άτομα που δεν βλέπουν το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ με καλό μάτι, και πιθανώς να ονειρεύονται χαρτοφυλάκια σε κάποια κυβέρνηση με λογικές κεντροαριστεράς. Δεδομένου κιόλας ότι τα συγκεκρυμένα στελέχη μπήκαν με τα μπούνια στη Βουλή, η Ανανεωτική Πτέρυγα μπορεί να θεωρήσει αυτό το γεγονός ως πολιτική νίκη και να ξεκινήσει την αντεπίθεση της σε βαρος τόσο όσων συνιστωσών βρίσκονταν σε ρήξη με αυτήν και το άτυπο “διευθυντήριο” του ΣΥΡΙΖΑ της εποχής Αλαβάνου, όσο και απέναντι στην αριστερή τάση του ΣΥΝ και το Κοκκινοπράσινο Δίκτυο.

Αυτή η αντεπίθεση θα έχει μεγάλο αντίκτυπο τόσο στους ανένταχτους του ΣΥΡΙΖΑ, οι οπίοι ίσως να δουν την προσπάθεια να αποκτήσουν ανεξάρτητη φωνή να αναβάλλεται για τις Ελληνικές Καλένδες, όσο και σοτ εξωτερικό, αφού είναι πολλύ πιθανόν το κοινό να βλέπει μια αλλοπρόσαλλη στάση. Με το ΣΥΡΙΖΑ να βρίσκεται στο δρόμο με τα κινήματα, και τους κοινοβουλευτικούς του εκπροσώπους να κάνουν άλλα αντί άλλων.

Κοινώς φοβάμαι ότι το σαμποτάζ της εποχής των προ των Ευροεκλογών θα συνεχιστεί με την ίδια αγριότητα, και ότι ο Τσίπρας πηγαίνωντας στη Βουλή βρίσκεται, πολτικά, στο στόμα του λύκου, μαζί με κάθε προσπάθεια για μια ουσιαστική αριστερή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Ενός λύκου που δεν προέρχεται από τη δεξιά ή το ΚΚΕ, αλλά από τυο ίδιο του το κόμμα, από την ίδια του την παράταξη. Και στην περίπτωση που οι φόβοι μου αποδειχτούν αληθείς, αυτό που περιμένει την Ελληνική Αριστερά και το εγχείρημα της εννοποίησης Της, είναι , για μια ακόμη φορά, πέτρινα χρόνια.

Τα οποία όμως μπορούν να αποφευχθούν εάν η βάση του ΣΥΡΙΖΑ δείξει σε αυτά τα στελέχη ότι η θέση τους είναι επισφαλής, και ότι η κάθε προσπάθεια να βάψουν τα χέρια αυτού του πολιτικού φορέα σε μια συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, πολλώ τε μάλλον να δρομολογήσουν με το έτσι θέλω μια δεξιά στροφή στο ΣΥΡΙΖΑ ή και τη δυάληση του, θα σημάνει το πολιτικό τέλος αυτών των ατόμων. Δηλαδή πρέπει να νιώσουν την πίεση της εκλογικής βάσης για να αλλάξουν μυαλλά. Και εάν δεν γίναι αυτό, πρέπει τα άλλα δυο ρεύματα του ΣΥΝ να βρουν τα κότσια να κλείσουν οριστικά τους ανοιχτούς λογαριασούς τους με τους Ανανεωτικούς, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει διάσπαση του ΣΥΝ. Ούτως ή άλλως ένα ξεκαθάρισμα χρειάζεται, μπας και ξεσκαρταριστούν άτομα τα οποία μόνο ζημιά κάνουν.

Thursday, September 24, 2009

Το globaltravellersuncensored πάει....Βουκώλο

Βουκώλος νο 5 στο voukwlos.blogspot.com

Tuesday, September 22, 2009

electioneering mood

Οι εκλογές πλησιάζουν επικίνδυνα. Το ίδιο και το ενδεχόμενο μιας νέας και ισχυρής, κοινοβουλευτικά κυβέρνησης. Πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές πιθανότητες να δούμε ότι πιο επικίνδυνο έχει φανταστεί είτε ο Orwell είτε κάποιος θιασώτης του κεφαλαίου να εφαρμόζεται από τη νέα κυβέρνηση.

Το θέμα δεν είναι το ποιός θα κερδίσει τις εκλογές φέτος, αλλά το ποιές πολιτικές και λογικές θα πρυτανεύσουν στη νέα κυβέρνηση, και εάν πρυτανεύσουν αυτές που δεν είναι σύμφωνες με το λαϊκό συμφέρον, το για πόσο θα διαρκέσει αυτή η κυβέρνηση.

Από τα εν τη τηλεμαχία λεγόμενα, αυτό που φαίνεται να διαφεντεύει τόσο την κυβέρνηση όσο και την αξιωματική αντιπολίτευση είναι μια λογική του νόμου και της τάξης, με κάποιες ελάχιστες αλλαγές με σκοπό την ανακούφηση των λαϊκών στρωμάτων, οι οποίες μοιάζουν με ψίχουλα μπροστά στην επερχόμενη λιτότητα την οποία ευαγγελίζονται και οι μεν και οι δε. Δηλαδή, κοινώς, προβλέπονται μαύρες ημέρες, μιας και και οι δύο πολιτικοί αντίπαλοι δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές αλλαγές στα μεταξύ τους προγράμματα διακυβέρνησης, στο όνομα μιας πολιτικής που να κυνηγά εφικτούς στόχους.

Το θέμα είναι ότι το κυνήγι του εφικτού μας έχει οδηγήσει εδώ, μιας και οι κυβερνήσεις θεωρούν εφικτό στόχο το να δίνουν γη και ύδωρ σε επιχειρήματίες τύπου Λαναρά για να “σώσουν” θέσεις εργασίας, παρά να κρατικοποιούν τις αντίστοιχες επιχειρήσεις χωρίς να πληρώνουν φράγκο. Αυτό λοιπόν που πρέπει να γίνει, είναι να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και το ενδεχόμενο του “ανέφικτου” και της “ουτοπίας”. Γιατί, τελικά, οι “ανέφικτες” και οι “ουτοπικές” λύσεις, μάλλον είναι και οι πιο λογικές, και μπορούν να γίνουν εφαρμόσιμες εάν κάποιος έχει τα κώτσια για να τις εφαρμώσει. Και αυτό είναι στο χέρι μας.

Έτσι, από την πέμπτη Οκτωβρίου, είτε έχουμε Κωστάκη στο τιμόνι, είτε έχουμε Γιωργάκη στο τιμόνι, πρέπει να βγούμε στο δρόμο και να αρχίσουμε τους αγώνες. Γιατί, το να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα μας είναι στο χέρι μας, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων. Αρκεί να το πάρουμε απόφαση ότι μια απλή εναλλαγή στην εξουσία δεν φέρνει την άνοιξη

Friday, September 18, 2009

Πατάτε; Οχι Κασσέται! Στόχοι για την ζωή μετά τον στρατό

Να αγοράσω ένα Datsun με δύο τόνους πατάτες.
Να δουλέψω στο ράδιο-Μπλάκμαν κάνοντας εκπομπή με βλακ-metal.
Να μάθω επιτέλους χασαποσέρβικο
Να κάνω ένα μήνα διακοπές στη Σιβηρία
Να μάθω μπάλα στο Λουκά Βύντρα
Να βγάλω πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Δημήτρη Πουλικάκο
Να πείσω την ανανεωτική πτέρυγα του ΣΥΝ να μπει στο ΠΑΣΟΚ
Να μάθω επιτέλους Σουαχίλι
Να γίνω πολίτης της Τζαμάικα
Να κάνω τον Γιουσέην Μπολτ να φάει τη σκόνη μου
Να σπάσω το ρεκόρ Guiness στο κόλλημα μπρικιών.
Να ασπρίσω τον George Clinton και να μαυρίσω τον Bill Clinton.
Να χαρίσω ένα όσκαρ στον Κώστα Τσάκωνα και ένα lifetime achievement award στον Γκουσγκούνη.
Να γίνει ο Γιώργος Γεωργίου ο νέος ιδιοκτήτης του Απόλλωνα Αθηνών και ο Αλέφαντος προπονητής του Ολυμπιακού.
Να γίνει ο Πανίκας Ψωμιάδης πρόεδρος του Απόλλωνα Καλαμαριάς.
Να μετονομάσω τον Μετροπόντικα του μετρό της Θεσσαλονίκης σε “Πανίκας Ψωμιάδης”
Να γίνω εραστής της Carla Bruni

Thursday, September 10, 2009

Καημένε Ned

“Κακόμοιρο αγοράκι από το Leith, ξόδεψες όλα τα λεφτά σου στη ζα και τις πουτάνες ε; Live fast die last ε; Πως θα τα βγάλεις πέρα πιά; Ξέρεις ότι έτσι και συνεχίσει η κατάσταση θα βρεθείς με τσιμεντένια παπούτσια, να πέρνεις υπνάκο παρέα με τα ψάρια ε; Και αυτό εάν δεν επαναληφτεί το χτεσινό κόλπο, ή δε σου κάνει αλχημείες ο dealer. Μαλάκα!”

Η φωνή της συνείδησης μου είχε μόλις αρχίσει να ουρλιάζει. Σιγά σιγά ξεκίναγα να επανέρχομαι από τη μαστούρα του χτες. Γαμώτο. Πάλι άφραγκος. Δεν θα έχω να φαω για αρκετές μέρες, και θα γίνω σαν τα παιδάκια της Αιθιοπίας εάν συνεχίσω έτσι. Ένας μαλάκας εθισμένος στην πρέζα σαν τη μισή μου γειτονιά. Γαμώτο κάτι πρέπει να κάνω για αυτό. Κάπως πρέπει να μπω σε μια σειρά. Αποτοξίνωση τώρα! Ήρθα στο Dundee για να μορφωθώ, να γiνω άνθρωπος και κατέληξα πρεζάκιας. Το πως τα έχω βγάλει πέρα είναι ένα ζήτημα, αλλά δεν μπορώ άλλο πια. Ιδίως μετά το τελευταίο. Είπαμε ο εθισμός στη σπίντα και τα πληρωμένα γκομενάκια ήρθε αφού με παράτησε η μαλάκω η Tracey. Αλλά δεν μπορώ να πεθάνω για τη μαλάκω. Ήδη παραλίγο να αποδιμήσω εις κύριον τρεις φορές και δεν με πέρνει άλλο να κάνω μαλακίες. Σήμερα σχεδόν έπαθα ανακοπή, έμεινα εντελώς σέκος για αρκετή ώρα, έπρεπε οι γιατροί να μου κάνουν Κ.Α.Ρ.Π.Α για να ξαναβρώ αισθήσεις και αναπνοή. Ξύπνησα στο νοσοκομείο σήμερα το πρωί και ρώτησα κατευθείαν πως μπορώ να αποτοξινωθώ στα γρήγορα από τη ζα. Η καρδιά μου δεν αντέχει άλλη, είμαι 23 και έχω καρδιά πενηντάρη, ετοιμόροπη. Και είμαι και άφραγκος. Οπότε…πρέπει να βρω έναν τρόπο να ζήσω. Να αλλάξω ζωή. Πρέπει να μπω στο πρόγραμμα. Μπαίνει μια νοσοκόμα και την ρωτάω τι πρέπει να κάνω για να μπω στο πρόγραμμα. Μου δίνει ένα ερωτηματολόγιο που πρέπει να απαντήσω και ένα χαρτί για να υπογράψω. Με βάζουν σε λίστα αναμονής. Γαμώτο έξι μήνες περίμενε για να ξεκινήσω……
Δυσκολεύομαι να σκεφτώ πως θα περάσουν αυτοί οι έξι μήνες. Για όλο αυτό το διάστημα θα πρέπει να ζήσω κάθε μέρα με το δίλλημα πόνος-πρέζα. Έξι μήνες μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, που θα είναι θαύμα εάν θα επιζήσω. Φοβάμαι εάν θα επαναλάβω την σημερινή μαλακία, και εάν η επόμενη φορά θα είναι και η μοιραία. Μια φορά κάνεις το λάθος, και δεν διορθώνεται. Γυρνάω σπίτι. Αύριο θα είναι άλλη μια μέρα, με καταχρήσεις και ότι άλλο προκύψει.

Έξι μήνες μετά , ένα ράκος και μισό, περνάω την πόρτα της κλινικής. Δεν με αναγνωρίζω πια. Έχω χάσει 15 κιλά, και μετα βίας μπορώ να περπατήσω. Με κλείνουν σε ένα δωμάτιο, δεμένο, επί 10 μέρες. Πονάω παντού, και ένα αίσθημα αναγούλας με κυριεύει, ενώ αδυνατώ να κοιμηθώ. Βλέπω συνεχώς παραισθήσεις, και αισθάνομαι σαν να έχω βυθιστεί σε ένα αηδιαστικό πράγμα που με πνίγει. Ξερνάω συνέχεια. ΣΥ-ΝΕ –ΧΕΙ-Α. Μέσα όμως από αυτό το αηδιαστικό πράγμα μπορούσα να διακρίνω βέβαια ψήγματα από όσα γίνονταν γύρω μου. Τους γιατρούς που με ελέγχουν, τους ψυχολόγους που με ρωτάνε για το πω;ς αισθάνομαι και προσπαθούν να με ηρεμήσουν, τους βοηθούς τους, τους άλλους που μένουν στην κλινική και έρχονται να μου πουν κάνα δυο λογάκια για να με εμψυχώσουν. Και ξαφνικά κάπoυ στις δέκα μέρες το σώμα μου έχει αποβάλει κάθε ανάγκη για πρέζα. Τώρα ξεκινάνε όμως τα δύσκολα. Πρέπει να απεξαρτηθώ ψυχολογικά, να ξεκόψω από εκεί. Και αυτή είναι η πιο δύσκολη δουλειά. Δηλαδή να μάθω να μην σκέφτομαι τα ναρκωτικά σαν λύση ή ξέσπασμα για τα όποια προβλήματα μου, αλλά να βρω κάποιους άλλους τρόπους να ξεσπάω. Να μην πηγαίνει το μυαλό μου εκεί. Και αυτό με δυσκολεύει. Καημένε Ned Ferguson. Τι σου μέλει να αντιμετοπίσεις. Όλες οι άσχημες προκλήσεις έιναι ακόμη μπροστά σου.

Οι πρώτες μέρες περνάνε σχετικά εύκολα. Γνωρίζω και άλλο κόσμο που πέρασε από την ίδια φάση μ’εμένα , κάνω φίλους. Ακούω πολλή μουσική. Δοκιμάζω να ζωγραφίσω αλλά δεν πιάνει. Και διαβάζω για το πανεπιστήμιο μου.Πηγαίνω συνέχεια στις συναντήσεις του γκρουπ για την ψυχοθεραπεία. Μιλάω με κόσμο. Και προετοιμάζομαι για να βγω στον ξενώνα. Τότε είναι που θα δυσκολέψουν τα πράγματα.

Ο ξενώνας είναι μια άλλη ιστορία. Μένω εκεί εδώ και ένα χρόνο περίπου. Περνάω δύο εξεταστικές, διαβάζω του σκοτωμού και τα καταφέρνω να περάσω όλα τα μαθήματα. Όλα μπαίνουν σε μια σειρά και πλησιάζω κοντά στο πτυχείο. Βλέπω την πρόοδο των φίλων μου. Άλλοι την ξαναπέφτουν στην πρέζα, άλλοι καθαρίζουν. Άλλοι έχουν τις πρώτες επιτυχίες και άλλους τους καταπίνει η σκληρή πραγματικότητα. Και παλεύω. “Μαλάκα Ned Ferguson! Παραλίγο να σε φάει μια ερωτική απογοήτευση ενώ είχες επιζήσει του Leith. Έχε χάρη όμως μπαγάσα που ξύπνησες όσο ήταν ακόμη καιρός”. Η ίδια φωνούλα και πάλι.

Αχνοακούω όμως και μια άλλη που ζητά τη μαστούρα…Αλλά έχω κλήσει την πόρτα πια….Γιατί εθίστικα σε κάτι άλλο… Τη νέα μου σχέση, που δεν έχει σχέση με τις παλιές κακές παρέες….Nice?

Tuesday, September 08, 2009

ΕΚΛΟΓΕΣ 2009-ΠΑΛΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Η ανακοίνωση ότι έχουμε εκ νέου εκλογές, μπορώ να πω ότι ούτε με ενθουσίασε, ούτε με αιφνιδίασε. Ήταν μια αναμενόμενη κίνηση, μιας και δεν διαφαίνεται άλλη έξοδος από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Δεν με ενθουσίασε η ανακοίνωση αυτή.
Και ο λόγος είναι γιατί από τα όσα φαίνονται, ο κόσμος βλέπει ότι οι δυο βασικές επιλογές που έχει είναι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ.
Μέγα λάθος, μ ιας και η διαφορά είναι μόνο στο χρώμα. Το ΠΑΣΟΚ ευαγγελίζεται την ίδια ουσιαστικά πολιτική με την ΝΔ, και μάλιστα ενίωτε υιοθετεί με την ίδια ευκολία και τα ιδεολογήματα του ΛΑΟΣ. Δηλαδή, μια σειρά από ιδέες οι οποίες ξεπερνούν τα όρια του φλερτ με την άκρα δεξιά, και φτάνουν στα όρια της ιδεολογικής ταύτισης. Το ΠΑΣΟΚ, αδυνατώντας να προωθήσει ουσιαστικές λύσεις, κάνει ένα ιδεολογικό άλμα το οποίο είναι δυνατό μόνο για σοσιαλδημοκράτες. Υοθετεί ιδέες άκρως ρατσιστικές οι οποίες συνήθως απομακρύνουν τον κόσμο από τον πυρήνα των προβλημάτων του, δηλαδή το γεγονός ότι 10-15 οικογένειες ελέγχουν τη χώρα. Και βέβαια πως να πείσεις τον απλό Έλληνα ότι, λ.χ. για την ανεργία στη Νάουσα φταίει ο Λαναράς και όχι ο μετανάστης από το Πακιστάν. Και βέβαια πίσω από όλη αυτή την ρητορεία κρύβονται μια σειρά από άλλα “καλά” μαντάτα, όπως ιδιωτικοποιήσεις, λιτότητα, φοροαπαλλαγές για τους μεγαλοεπενδητές, κίνιτρα στους μεγαλοκαρχαρίες, ελαστικότερες εργασιακές σχέσεις, παιρετέρω απο ρρύθμιση της παιδείας, περισσότερη καταστολή. Τα ίδια Παντελάκη μου ταίδια Παντελή μου. Η πολιτική της ΝΔ απλά θα αποκτήσει ένα πράσινο πρόσιμο.

Υπάρχει λύση.

Και αυτή είναι να πάψουμε να σκεφτόμαστε πολιτικά με τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε. Η πολιτική μας λειτουργία πρέπει να αναδιοργανωθεί και να αρχίσουμε να εργαζόμαστε πολιτικά ενάντια στα κόμματα τα οποία τάσσονται υπέρ της όποιας αειφόρου ανάπτυξης. Ο κόσμος πρέπει να επιλέξει και πάλι αριστερά. Όχι γιατί η αριστερά αποτελείται από αλτρουιστές ανθρώπους, αλλά γιατί η αριστερά έχει την δυνατότητα να προσφέρει πολιτικές λύσεις.

Και εδώ βρίσκονται οι τακτικές και πολιτικές ευθύνες της αριστεράς, εάν η αριστερά θέλει να πρωταγωνιστήσει στο παιχνίδι. Η αριστερά πρέπει να αρθρώσει έναν λόγο καθαρό, κατανοητό, μακρυά από τις όποιες σταλινικές η ρεφορμιστικές αγκυλώσεις. Ο κόσμος δεν θέλει διαχείρηση του συστήματος, θέλει ανατροπή. Ο κόσμος δεν θέλει μια νέα νομενγκλατούρα που θα λειτουργεί μέσω των οφικίων τα οποία θα νέμεται. Θέλει ανθρώπους που δεν θα διστάσουν να κατέβουν στο πεζοδρόμιο, να δώσουν την μάχη από όλα τα μέτωπα, και να μην υπαναχωρούν χάριν συμμαχιών με τα μεγάλα κόμματα. Κοινώς ο κόσμος ζητά ένα μίνιμουμ σοσιαλιστικό πρόγραμμα, τουλάχιστον, το οποίο όμως θα βασίζεται σε δημοκρατικά παρμένες αποφάσεις. Και μπορεί το ΚΚΕ να υστερεί και στα δύο (σταλινισμός και θεωρία τω ν σταδίων γαρ), όμως το ΜΕΡΑ και το ΣΥΡΙΖΑ; Το πρόγραμμα του ΜΕΡΑ έχει καταντήσει ότι πιο δυσνόητο υπάρχει, τουλάχιστον για τον μέσο Έλληνα.

Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε με τα λεγόμενα δεκαπέντε σημεία, τα οποία γενικά είχαν κάποιες από τις αρχές του μίνιμουμ προγράμματος, αλλά από ‘κει και πέρα ανομβρία. Το πολιτικό πρόγραμμα για τις ευρωεκλογές ήταν μια απίστευτη σούπα που δημιουργήθηκε, κυρίως για να εξευμενίσει η Ανανεωτική Πτέρυγα του ΣΥΝ (η οποία θεωρούσε μαξιμαλιστικά τα 15 σημεία), η οποία όμως δεν έμεινε ικανοποιημένη και συνέχισε πάραυτα να τορπιλίζει με κάθε ευκαιρία όλες τις προεκλογικές προσπάθειες του ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα όμως, μετά τις αποφάσεις Τσίπρα οι ανανεωτικοί φαίνεται να μπαίνουν στο περιθώριο, και οι συνιστώσες φαίνονται να αρχίζουν να έχουν ένα παραπάνω βήμα στη λήψη αποφάσεων για τον ΣΥΡΙΖΑ, από πριν. Και η ιδέα μου είναι ότι μέχρι να περάσει στην αντεπίθεση, αυτή η κλίκα που δεν βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ με καλό μάτι, θα μείνει στο περιθώριο δίνοντας μια ουρανόμεμπτη ευκαιρία σε όλους τους υπόλοιπους να διορθώσουν κάπως τα πράγματα.

Για τον ΛΑΟΣ, το μόν ο που έχω να πω είναι ότι παρά την όλη ρητορία του, και αυτός και η Χρυσή Αυγή παραμένουν κάποια αδύστακτα, ρατσιστικά και λαϊκιστικά δεκανίκια του ελληνικού κεφαλαίου, τα οποία θα κάνουν τα πάντα για να καταπνύξουν την όποια αντίδραση στις ορέξεις του.

Ο κύριος Μάνος πάλι, είναι το κλασσικό δείγμα του φιλελευθέρου που θα ξεχάσει κάθε έννοια δημοκρατιάς και ατομικών δικαιομάτων σε περιόδους κινηματικές. Το είδαμε τον Δεκέμβρη, όταν ζητούσε την επέμβαση του στρατού χάριν τουν επιχειρηματικού κόσμου. Δηλαδή το κόμμα του είναι ο ακραίος νεοφιλελεύθερος υποστηρικτής των επιχειρηματιών, μιας νεοελληνικής εκδοχής των Θατσερικών ιδεών. Υπποστηρικτές και ίσως υποκινητές των επόμενων περιβαλλοντικών και εργασιακών εγκλημάτων, εάν αποκτήσει πολιτική δύναμη.

Ναι οι εκλογές έχουν καταντήσει ρουτίνα σε αυτή τη χώρα, αλλά και πάλι υπάρχει η δυνατότητα ανατροπής. Υπάρχει η αναγκαιότητα της ανατροπής. Και αυτή επιτυγχάνεται με αριστερή ψήφο, με “μαξιμαλιστικά” αιτήματα και αγώνες.

Thursday, August 27, 2009

Όχι άλλη βουβαμάρα.

Λυπάμαι αλλά δεν πολυκαταλαβαίνω το τρέντι και απολιτίκ concept της βουβής διαμαρτυρίας. Πρέπει να γίνει μια κανονική διαμαρτυρία με πολιτικά συνθήματα και έναν σχετικό σαματά έξω από τη Βουλή για να ακουστούμε...

Φταίνε τα πεύκα- Τσιμέντο να γίνουν!

Δεν έχουν περάσει ούτε εικοσιτέσσερις ώρες από το σβήσιμο της μεγάλης πυρκαγιάς και η κυβέρνηση, ακόμα μια φορά, αντί να παραδεχτεί το αυτονόητο, δηλαδή το γεγονός ότι φέρει το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών ευθυνών για την ανοργανωσιά της κατάστασης, ρίχνει την ευθύνη αλλού. Και όταν μιλάμε για ανοργανωσιά, μιλάμε για ένα πραγματικό μπάχαλο. Ενώ, επί παραδείγματι, το ΓΕΝ είχε θέσει σε επιφυηλακή όλες τις μονάδες της Αττικής, η μεγαλύτερη πλειοψηφία των ναυτών απλά περίμεναν μέσα στις μονάδες, και όσοι στέλνονταν στα πύρινα μέτωπα απλά περίμεναν μέσα στο πούλμαν να βρεθεί κάποιος αξιματικός να τους πει τι να κάνουν. Δηλαδή βρίσκονταν εκεί απλά για να δείξουν ότι οι ένοπλες δυνάμεις ήταν εκεί, και απλά δεν χρησιμοποιήθηκαν από την πυροσβεστική. Και αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στα όσα γίνονταν στα πύρινα μέτωπα.
Μια πυροσβεστική με ένα κενό 3500 ανδρών, το οποίο υπάρχει από πριν τις προπέρσινες πυρκαγιές..14 πυροσβεστικά αεροπλάνα από τα οποία ζήτημα ήταν εάν μπορούσαν αν πετάξουν τα 7, μιας και το 70% του ελληνικού πυροσβεστικού στόλου αποτελείται από αεροσκάφη κατασκευασμένα στη δεκαετία του 70, δηλαδή, κοινώς, αεροπλάνα τα οποία ζήτημα είναι εάν θα αντέξουν τις συνθήκες μιας επιχείρισης κατάσβεσης, έλλειψη δασικών δρώμων και αντιπυρικών ζωνών, πληρώματα οχημάτων που δεν ήξεραν που να πάνε και πως να πάνε εκεί, και άλλα τινά που δείχνουν ότι η κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε ποσώς με το θέμα των πυρκαγιών από τον Σεπτέμβρη του 2007 και εντεύθεν. Και, σαν να μην εφταναν όλα αυτά, μια ελληνική νομοθεσία, ψηφισμένη επί ΝΔ, που ουσιαστικά επιτρέπει την νόμιμη καταπάτηση των καμένων δασικών εκτάσεων, συν αποχαρακτιρισμούς δασών για να περνάν μέσα από αυτά αυτοκινιτόδρομοι.
Η Ελλάδα έχει εξελιχτεί σε ένα περιβαλλοντολογικό far west, όπου ο κάθε ιδιώτης κάνει ότι καταλαβαίνει με τις ευλογίες, βέβαια, της κυβέρνησης, η οποία σε περίπτωση που κάτι πάει στραβ΄ά, προσπαθεί, σαν άλλος Πόντιος Πιλάτος, να νίψει τας χείρας της. Και αυτό γιατίν ουσιαστικά το πρώτο πριώνι της Ελλάδοςμ είναι η ίδια η κυβέρνση, που έχει αφήσει το περιβάλλον σε δεύτερη μοίρα χάριν μιας διαμφισβητούμενης, όσον αφορά την φύση και την αποτελεσματικότητα της, μορφής “πράσινης” ανάπτυξης, η οποία κυρίως αποφέρει κέρδη στους επιχειρηματίες που επιλέγουν να ακολουθήσουν το δρόμο της, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα τους οδηγήσει στην παύση όσων δραστηριοτήτων τους όντως μολύνουν το περιβάλλον.

Και όλα αυτά σε βάρος, βέβαια, της ποιότητας ζωής του μέσου πολίτη, μιας ακαι αυτές οι πυρκαγίές με την αποψίλωση των δασών , οδηγούν στις εξής τρεις συνέπιες:
1) Άνοδο της θερμοκρασίας στην Αττική
2) Δραματική αύξηση των ρίπων που καταπίνει ό μέσος Αθηναίος , αφού δεν υπάρχει πλέον τρόπος αζυτοί οι ρίποι να ξαναμετατραπούν σε οξυγόνο, και
3) Το τελειωτικό χτύπημα σε κάθε προσπάθεια αναχαίτισης των πλυμηρών που υπάρχει περίπτωση να συμβούν μέσα στους επόμενους μήνες.

Πάνω απ’ όλα όμως, τα όσα έγιναν μ’εσα στο περασμένο Σαββατοκύριακο έχουν να επιβεβαιώσουν την εικόνα μιας κυβέρνησης που όχι μόνο δεν μαθαίνει από τα λάθη της, αλλά επιμένει κιόλας να τα φορτώνει σε δανεικές πλάτες (βλέπε Στρατηγό Άνεμο, Υπερβολικά Πολλά Πεύκα, και οιαδήποτε άλλη κοινότυπη δικαιολογία μπορεί κανείς να σκαρφιστεί). Και αυτοί οι άνθρωποι μας κυβερνούν λίγο-πολύ τα τελευταία είκοσι χρόνια (ναι βάζω μέσα και το ΠΑΣΟΚ, όσο και να θέλει να φανεί ότι άλλαξε δεν μπορώ να ξεχάσω τι έλεγε μετά τις πυρκαγιές στην Πεντέλη κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’90).
Μήπως πρέπει να κάνουμε κάτι για όλα αυτά; Μήπως πρέπει να στείλουμε επιτέλους την κυβέρνηση σπίτι της; Μήπως πρέπει αν στείλουμε και το ΠΑΣΟΚ σπίτι του (αν δε πάρουν μαζί τους και την ανανεωτική πτέρυγα του ΣΥΝ ακόμα καλύτερα). ; Άντε, γιατί καιρός τους είναι. Επιτέλους, καιρός είναι να πάρουμε εμείς, σαν λαός την κατάσταση στα χέρια μας. Εάν όντως θέλουμε κάτι να αλλάξει.

Tuesday, August 25, 2009

'Ολοι στο Σύνταγμα, για να δωθεί ένα τέλο στην λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος

Η Πρωτοβουλία για την Αντι-συστημική Αριστερά κάνει δημόσια έκκληση για κοινή δράση και συντονισμό των bloggers και των ενεργών πολιτών όπου με κάθε τρόπο (SMS, τηλέφωνα κλπ) να μεταδώσουν το ακόλουθο μήνυμα:

“Καλούμε όλους τους ενεργούς πολίτες και κάθε συλλογικότητα σε ανοιχτή δημόσια διαμαρτυρία την Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009, στις 7.00μμ στην Πλατεία Συντάγματος όπου:
1. Θα κατατεθούν στο προεδρείο της καμένα δέντρα στην Βουλή σαν απάντηση της φύσης και των ενεργών πολιτών στις πολιτικές που τα έκαψαν
2. Όλα τα καμένα τουλάχιστον των τελευταίων 10 ετών θα απαιτηθεί να κυρήσσονται αυτόματα αναδασωτέα στην πράξη και
3. Αν βρεθούν κτίσματα σε δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις να καταδικάζονται για κακουργήματα οι ιδιοκτήτες του κτίσματος, ο εργολάβος και οι υπεύθυνοι που έδωσαν άδειες ( Πολεοδομία, ΔΕΗ ) και να τους επιδικάζονται και τα έξοδα κατεδάφισης του.”

Friday, August 21, 2009

Στρατηγός Άνεμος Ξανά (;)

Όλη τη χτεσινή μέρα μόονο μια σκέψη βρισκόταν στο μυαλό μου. Πάλι γυρνάμε στα ίδια και τα ίδια; Μήπως οι νεκροί της Πελλοπονίσου, η Πάρνηθα και η Πεντέλη πριν από δύο χρόνια ήταν απλά ένας εφιάλτης και τίποτα άλλο. Γιατί μπορεί εγώ να τα θυμάμαι όλα αυτά, αλλά βλέπω ότι η πολιτική ηγεσία αυτού του τόπου και τα ΜΜΕ έχουν απωθήσει αυτά τα γεγονότα στο υποσυνείδητο τους, πιθανόν υπολογίζοντας ότι και ο κόσμος έχει κάνει το ίδιο.

Και αυτό γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν 52 πυρκαγιές μέσα σε μια μέρα, αλλά παρ’ όλα αυτά, όλοι να ασχολούνται με το εάν το ΠΑΣΟΚ θα υποστηρίξει τον Παπούλια ή όχι. Δεν γίνεται να κινδυνεύει να ξανακαεί η Πάρνηθα και η κυβέρνηση να κάνει τον Κινέζο. Και εάν όντως το κάνει, νομίζω ότι δεν χωρούν ιδιαίτερες αμφιβολίας για το ενδεχόμενο της συνέργειας και όχι της απλής αμέλειας πια, στο μεγάλο περιβαλλοντικό έγκλημα που συντελείται τα τελευταία 15 χρόνια στην χώρα, και δη επί ΝΔ.

Πόσο μάλλον εάν σκεφτεί κανείς ότι η Πυροσβεστική επιχειρεί με τα ίδια απαρχαιωμένα Canadair, και πιθανόν τίποτα δεν έχει αλλάξει και όσον αφορά και τον επίγειο εξοπλισμό της. Στη Μαγούλα λόγου χάρη δεν υπάρχουν αντιπυρικές ζώνες, και ορισμένες περιοχές είναι απροσπέλαστες για τα επίγεια μέσα της περιοχής. Αυτά φαίνονται από τις χτεσινές φωτιές. Και εάν λόγω δεκαπενταύγουστου αποφύγαμε τα θύματα στην Μαγούλα, ποιός είπε ότι το ίδιο θα γίνει εάν σήμερα το πρωί (σ.σ. το κείμενο γράφεται στις 2 και 20 τα ξημερώματα) ξαναανέβει η ταχύτητα του ανέμου και η φωτιά βάλει πλώρη για τα Δερβενοχώρια, η οποιαδήποτε άλλη κατοικημένη περιοχή. Πιθανό τότε εκτός από τις περιουσίες και τον φσικό πλούτο να βρεθούμε να θρηνούμε και ανθρώπινες ζωές.

Αλλά οι συνέπειες αυτής της πολιτικής δεν είναι μόνο άμεσες. Υπάρχουν και οι μακροπρόθεσμες. Ήδη ο Αθηναίος καταπίνει πενταπλάσιες ποσότητες καυσαερίου από αυτές που κατάπινε στην προ-Αττικής οδού εποχή. Και ενώ οι ρίποι πολλαπλασιάζονται, οι πνεύμονες πρασίνου του Λεκανοπεδίου αποψιλώνονται και τσιμεντοποιούνται με ταχύτατους ρυθμούς, για να μετατραπούν σε προεκτάσεις της Αττικής οδού, εμπορικά κέντρα, συγκροτήματα πολιτελών πολυκατοικιών, βίλες. Και το καυσαέριο πολλαπλασιάζεται, και η ποιότητα ζωής μας γίνεται όλο και χειρότερη.

Όχι δεν φταίει ο στρατηγός άνεμος για αυτό το χάλι. Φταίει το ξερό μας το κεφάλι. Φταίμε εμείς που συνεχίζουμε να ψηφίζουμε τους ίδιους και τους ίδιους. Πράσινους και γαλάζιους οικοπεδοποιούς. Ποιός θυμάται την προ δωδεκαετίας ατάκα του Παπανδρέου και του Σημίτη ότι η Πεντέλη θα ξαναγίνει πράσινη; Έχουμε φτάσει στο έτος 2009 και η Πεντέλη όχι μόνο δεν ξανάπρασίνησε, αλλά επίσης απέκτησε περισσότερες βίλες και αυθαίρετα.Φταίμε εμείς που ακόμα δεν έχουμε αποφασίσει να στείλουμε την κυβέρνηση και το μάταιο αυτό σύστημα που λέγεται καπιταλισμό στο διάβολο, και περιμένουμε μέσα σε ένα σύστημα το οποίο έχει θέσει ως αυτοσκοπό την παραγωγή κέρδους με οποιοδήποτε κόστος να δούμε την ζωή μας να καλυτερεύει. Φταίμε εμείς που βλέπουμε όλη αυτή τη σκανδαλώδη συμπεριφορά και αντί να αντιδράσουμε ξεροκαταπίνουμε μπας και τα κάνουμε όλα αυτά γαργάρα, και πιστέψουμε ότι όλες αυτές οι μαλακίες είναι ή αποτέλεσμα της φαντασίας μας, ή το απαύγασμα της νεολληνικής μαγκιάς, άνευ κλανιάς και εξατμήσεως….

Ε λοιπόν καιρός ν’αλλάξουμε τα πράγματα δεν βρίσκετε;

Monday, August 17, 2009

Zappa Κατάβασις

“Έχεις πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση”, μου είπε. Και πέτυχε διάνα. Όπως και να ‘χει οι γυναίκες στο να τα καταλαβαίνουν αυτά είναι μανούλες. Πως το λένε ρε παιδί μου. Το’χουν το θέμα. Και αυτή η τελευταία ατάκα, με έβαλε σε σκέψεις. Μάλλον με έβαλε στην διαδικασία να προσπαθήσω να καταλάβω τι έγινε αυτή η έρμη η αυτοπεποίθηση μου. Που στο διάολο πήγε; Και γιατί; Έκανα ένα μικρό τριπάκι στην οδό αναμνήσεων. Προφανώς και δεν ήταν η πρώτη φορά που έχασα την αυτοπεποίθηση μου, προφανώς και δεν είναι η πρώτη χρονιά φέτος.

Η πρώτη φορά ήταν πριν από περίπου 10 χρόνια. Τότε όλα έδειχναν να πηγαίνουν κατα διαόλου. Κατ’ αρχήν ήμουν στην τρίτη λυκείου, πράγμα που από μόνο του είναι ένας παράγωντας στρές κ;αι απογοητεύσεων. Οι βαθμοί δεν ήταν και οι καλύτεροι, είχα τσακωθεί οριστικά με τον τότε κολητό μου (ακόμα δεν μιλιόμαστε) και, το σημαντικότερο, είχα περάσει από μια σχέση που με είχε σκοτώσει (κοινώς με παράτησε η πρώτη μου γκόμενα).Η αυτοπεποίθηση είχε βρεθεί στο ναδίρ. Πέρναγα μια ατελείωτη περίοδο μοναξιάς, με μοναδική μου παρέα την οικογένεια. Όμως ξαφνικά άλλαξα περιβάλλον, έφυγα για Dundee, αφού είχα πετύχει να μπω στο πανεπιστήμιο εκεί με τα τσαρούχια. Εκεί έκανα παρέες, φοιτητική ζωή, μόνιμη σχέση. Αλλά μετά από κάμποσο καιρό παραμονής εκεί, είδα ότι οι εκεί σπουδές μου δεν με ικανοποιούσαν, ότι δεν μπορούσα να ακολουθήσω την νομική. Και βρήκα ένα άνοιγμα, πάλι μακρυά από την Αθήνα, σε κάποιο αντικείμενο που μου αρέσει. Πολιτικές Επιστήμες στην Κύπρο. ΜΙα και δυό λοιπόν, αποφάσισα να αφήσω την ζωή μου στο Dundee στο παρελθόν και να φύγω για το νησί. Και εκεί άρχισε πραγματικά η περιπέτεια μου.

Ένα από τα πράγματα στα οποία διαφέρει η Κύπρος από την Ελλάδα είναι ότι έχει μια πολύ αυστιρή και επιφυλακτική γραμμή απέναντι στους ξένους. Δεν είναι μόνο οι καλαμαράδες που βρίσκονται σε αυτή τη θέση (και ας το διατείνονται μερικοι)έιναι ένα μέρος από αυτούς που πέφτουν θύματα των διαφόρων προκαταλήψεων και της δυσπιστίας προς το “άγνωστο”. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φας πολλά χαστούκια και να περάσεις από 40 κύματα μέχρι να καταλάβουν ότι δεν θέλεις το κακό τους και απλά θέλεις ίση μεταχείριση. Και αυτό ήταν κάτι που δεν άντεξα. Αδυνατούσα να προσαρμοστώ, και πιστεύω ότι παρέμεινα απροσάρμοστος μέχρι τέλους, με τις συνέπειες που αυτό είχε στην φοιτητική μου ζωή. Δεν με άφηναν να φύγω για ένα ή δύο εξάμηνα στο εξωτερικό ως φοιτητής Erasmus. Τα ερωτικά πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο. Και ένιωθα απελπιστικά μόνος. Και κάθε φορά που προσπαθούσα να κάνω κάτι αυτό σκόνταφτε σε έναν τοίχο. Και βυθιζόμουν όλο και πιο πολύ, και ένιωθα όλο και πιο πολύ ότι ήμουν ένας καταραμένος loser. Loser μέχρι αηδίας. Και το αποτέλεσμα ήταν να φτάσω στη σημερινή κατάσταση.
Κάπως έτσι, σε μια επιστροφή στην Κύπρο κάποιο χειμώνα βρέθηκα να θάβω την αυτοπεποίθηση μου σε κάποιο χωράφι δίπλα στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Και έκτοτε, δεν κατάφερα να την ξαναανακτήσω, εν μέριε, ίσως, γιατί εκεί χτίζουν το καινούριο αεροδρόμιο….

Thursday, July 30, 2009

Holidaze in tha sun

Φεύγω για λίγες ημέρες και σας αφήνω. Όμως δεν σας αφήνω και απολύτως μόνους/ες Έχετε παλιότερα κειμενάκια να διαβάσετε, βιβλία να ανοίξετε, μουσικές με τις οποίες θα ταξιδέψετε. Μόνο σας αφήνω με ένα ερώτημα για περισυλόγή όλο αυτό το καλοκαίρι. Από το Σεπτέμβρη που πάμε; Τι έρχεται μετά τη ΔΕΘ να μας επιβληθεί; Μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το ενδεχόμενο του συλλογικού αγώνα;

Tuesday, July 28, 2009

Horatio Alger Must Die

Από τη φτώχεια στα πλούτη. Ο καλός, εργατικός και φιλόδοξος άνθρωπος πάντα ανταμοίβεται. Καλώς ορίσατε στην Πεμπτουσία του Αμερικάνικου ονείρου. Προσωπική επιτυχία, δάνειο, αμάξι, σπιταρόνα , όμορφη σύζηγος, φραγκάτος σύζηγος, κουτσούβελα στα καλύτερα σχολία. Μπαίνεις μπατίρης και βγαίνεις γιάπις. Γίνεσαι στέλεχος της Enron, ή της όποιας Enron, την φαλιρίζεις και πέρνεις ένα τεράστιο bonus για οτ κατόρθωμα σου. Γίνεσαι υπάλληλος της κάθε Enron, φαληρίζει, και χάνεις δουλειά, σπίτι, δάνειο. Θεέ μου τι ψέμα.
Το όνομα μου είναι John Kelly. Είμαι από την Βοστώνη, αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζω στη Νέα Υόρκη. Μέχρι πριν έξι μήνες ζούσα σε ένα όμορφο διαμερισματάκι στις παρυφές του Lower East Side, με θέα το Central Park. Τώρα, εδώ και έξι μήνες, ζω σε ένα trailer park , λίγο έξω από το New Jersey. Άνεργος, και το επίδομα δεν υπάρχει, οι δε δουλειές είναι ένα πράγμα που ψάχνω με το δίκανο. Ευτυχώς κράτησα το αμάξι, το κομπιούτερ, το στερεοφωνικό και ένα-συο άλλα πράγματα που είναι χρήσιμα, όπως το μίξερ-μπλέντερ και το φούρνος μικροκημάτων. Κατά τα άλλα όμως μηδέν.
Όπως διηγήθηκα πριν, ζούσα σχετικά άνετα. Νοίκιαζα το διαμέρισμα μου, πήγαινα κάθε πρωί στη δουλειά μου, είχα στο γκαράζ το αμάξι μου, διακοπές στο Hampton’s και όλα τα άλλα ωραία . Ώσπου μια ωραία μέρα μάθαμε ότι το αφεντικό της λογιστικής εταιρίας που είχαμε, την έκανε. Δηλαδή, απλά έκλεισε την εταιρία επειδή υποτίθεται ότι δεν έβγαινε οικονομικά και έφυγε. Και άφησε όλους εμάς στο δρόμο χωρίς αποζημιώσεις, έτσι απλά. Ήταν λες και είχε ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κυριολεκτικά. Ξαφνικά βρέθηκκα σχεδόν άφραγκος, χωρίς κανένα εισόδημα. Εννωείται πως ξεκίνησα αμέσως να ψάχνω γιαα να βρω δουλειά, αλλά όπου πήγαινα έβλεπα το ίδιο σκηνικό. Άλλους 200-300 να βρίοκονται στην ουρά πριν από εμένα. Τώρα πια έχω χάσει κάθε ελπίδα, στις περισσότερες αγγελίες ούτε που πέρνω τηλέφωνο για να ψάξω δουλειά. Και αυτό γιατί ξέρω την απάντηση. “Συγνώμη, βρίκαμε άλλον, ή συγνώμη δεν μπορούμε να κ΄πανουμε άλλες προσλήψεις, η κρίση βλέπετε”. Τέτοιες μαλακίες. Και να φανταστείς ότι όταν ήμουν μικρός διάβαζα τα βιβλία του Horatio Alger. Και τα πίστευα. Τι μαλάκας που ήμουν τότε. Πίστευα όλες αυτές τις βλακείες για να βρεθώ ξαφνικά να κάνω τι; Τώρα πια δε βρίσκω δουλειά ούτε ως οδοκαθαριστής. Πάλι καλά που βρήκα μια δουλίτσα σε ένα deli, αλλά και αυτή είναι part-time. Δηλαδή τα λεφτά που πέρνω είναι σχεδόν μηδενικά.

Ας γυρίσουμε λοιπόν στο προκείμενο. Τον Horatio Alger. Θεέ μου ποιος μπορεί να πιστεύει σε αυτόν τώρα πια. Οι κλασσικοί ρεπουμπλικάνοι και δημοκρατικοί γερουσιαστές που μας σέρβιραν όλες αυτές τις βλακείες για το πως θα βγάζαμε περισσότερα λεφτά μετατρέποντας τα λεφτά της σύνταξης μας σε μετοχές; Οι γιάπηδες που είχαν την ιδέα να πλασάρουν έτσι μετοχές στον κόσμο μπας και βγάλουν κάνα φράγκο παραπάνω. Ω ναι αυτοί πραγματικά πιστεύουν τον Alger, όσον αφορά τον τομέα του κέρδους. Οι πολιτικοί μας δεν νομίζω να πιστεύουν ούτε αυτοί τα του Alger. Απλά όλη αυτή η κατάσταση τους βοηθά σε αυτό το παιχνιδάκι εξουσίας. Quid pro quo.Σου δίνω τους ψηφοφόρους και τα λεφτά για να γίνεις ηγέτης, μου δίνεις τη δυνατότητα να κάνω ότι γουστάρω. Και τι έκαναν; Μας πούλησαν ξανά εκείνη την παλιά καλή ψευδαίσθηση.Τον Horatio Algerκαι το παραμυθάκι του. Αλλά πλέον ο κομπος έχει φτάσει στο χτένι.
Η σημερινή μέρα δεν διαφέρει σε πολλά και από τις υπόλοιπες. Ανοίγω την εφημερίδα με τις αγγελίες, και κοιτάω για να δω εάν υπάρχουν εταιρίες που να ψάχνουν για εργαζόμενους. Σημειώνων τηλέφωνα, τηλεφωνώ. Τζίφος. Τίποτα. Μηδέν εις το πηλίκο. Ξαφνικά ξανανιώθω, μετά από μια βδομάδα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Κάποτε ήμουν ένας περίφανος εργαζόμενος άνθρωπος. Τώρα τι είμαι; Ένα μηδενικό. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο. Κάποτε έπαιζα τους ισολογισμούς μιας εταιρίας στα ΄δαχτυλα. Τώρα κάθομαι και κάνω προσθέσεις για να βγάλω τον λογαριασμό του κάθε πελάτη που έφαγε και ήπιε στον χώρο εργασίας μου. Δεν αντέχω πια. Δεν μπορώ, το μυαλό μου έχει κολήσει. Έχω σχεδόν χάσει την περιφάνεια μου. Για αυτοπεποίθηση δεν μιλάω. Το μυαλό μου σιγά σιγά έχει αρχίσει να πέρνει ανάποδες στροφές. Καταραμένοι πολιτικοί, καταραμένα αφεντικά , καταραμένε Horatio Alger. Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΝΑ ΣΑΣ ΠΑΡΕΙ ΟΛΟΥΣ!!! Δεν πάει άλλο. Χρειάζονται δραστικές λύσεις πια. Λύσεις απελπισίας, αλλά δραστικές. Και δεν σκέφτομαι τον θάνατο μου. Όχι η αυτοκτονία δεν είναι λύση. Δεν βοηθά! Ίσως θα πρέπει να βρω κάτι άλλο.

Και τότε ανοίγει μια πόρτα στο μυαλό μου, σκέφτομαι κάτι που δεν έχει περάσει από το μυαλό μου μέχρι τώρα. Γαμώτο, πως δεν το είχα σκεφτεί πιο πριν; Ο Horatio Alger πρέπει να πεθάνει. Αλλά πως στο διάολο σκοτώνεις κάποιον που είναι πεθαμένος; Το μυαλό μου για μια φορά ακόμη σκαλώνει. Αλλά ξανασκάει κάποια ιδέα. Μήπως σκοτώνεις ένα νεκρό απλά εξαφανίζοντας το έργο του. Μηπως αυτός είναι ο τρόπος. Μήπως το καταφέρνεις καταστρέφοντας τις αναμνήσεις που μπορεί να έχουν οι μελλοντικές γενιές; Γκρεμίζοντας τις παρακαταθήκες του; Χμ, ίσως αυτό πρέπει να κάνω. Να εμποδίσω την διάδωση των ιδεών του. Να βρω τα βιβλία του σε κάθε βιβλιοθίκη και να τα καταστρέψω. Να μην ξαναμολύνει ποτέ μυαλό με τις ανοησίες του για το Αμερικάνικο Όνειρο. Να ξεκινήσω από τις βιβλιοθήκες και μετά να πάω στον εκδοτικό οίκο και τις αποθήκες του. Και να τα κάψω όλα. Αυτό είναι! Δεν ξέρω πως θα το κάνω, που θα βρω τα λεφτά, αλλά θα βρω ποιες βιβλιοθήκες έχουν πονήματα του, θα τα δανειστώ και θα τα κάψω. Και θα αρχίσω πρώτα με το Νιυ Τζέρσεϋ και τη Νέα Υόρκη. Τώρα κιόλας!

Ξεκινάω για την τοπική βιβλιοθήκη. Μπαίνω μέσα, κοιτάω στην οθώνη του υπολογιστή και βλέπω καμιά δεκαριά βιβλία του. Τα βρίσκω όλα και τα βάζω στον σάκο μου,βρίσκω ένα ανοιχτό παράθυρο που βλέπει σε ένα σοκάκι, τα πετάω όλα μαζί απο κει και φεύγω σαν κύριος. Παιχνιδάκι! Πέρνω το σακίδιο και το βάζω στο αμάξι, φεύγω για να ββρω μια έρημική τοποθεσία. Β΄ρισκω ένα εγκαταλελειμένο λούνα πάρκ, βγάζω τα βιβλία και τους βάζω φωτιά .
“Αχ τι ώραία που μοιάζει η εκδίκηση κύριε Alger. Γλυκειά σαν σοκολάτα και κρύα σαν ένα ποτήρι μπύρα. Μερικές δεκάδες άνθρωποι θα γλιτώσουν από τις μπαρούφες σου Hortio. Και αύριο κι άλλοι, και μεθαύριο κι άλλοι. Κύριε Algerέχω πάρει φόρα και τίποτα δεν με σταματά. Τίποτα, κανείς και με καμία παναγία. Να το ξέρεις κάθαρμα. Σε έχω στοχεύσει. Και δεν είσαι ο τελευταίος! Μετά οι πολυεθνικές! Και οι τράπεζες! Και οι Ρεπουμπλικάνοι! Και οι Δημοκρτικοί! Τρομάχτε, έρχομαι να σας περιλάβω. Τρεχάτε να κρυφτείτε σαν τα μικρά ποντικάκια…..Δεν ξέρετε ότι και πάλι θα σας βρω, και τίποτα και κανείς δε θα σας σώσει……
Μαζεύομαι και πάω σπίτι. Αύριο είναι μια νέα μέρα. Και μια νέα επιχείρηση με το όνομα του Alger γραμμένο πάνω της……Καλύτερα σχεδιασμένη, πιο θεαματική. Και πρέπει να είμαι ξεκούραστος….

Thursday, July 23, 2009

post-Εφετείο anger

Εκκενώθηκε λένε και το Εφετείο. Έφυγαν οι Αφγανοί από τον Άγιο Παντελεήμονα. Άλλαξε τίποτα; Μπα. Το μόνο που άλλαξε είναι ότι τώρα αισθάνονται δικαιωμένοι οι τραμπούκοι της Χρυσής Αυγής και οι διάφοροι περιφερόμενοι κάτοικοι του Αγίου Παντελεήμονα, της περιοχής γύρω από την Ομόνοια και της Πλατείας Αττικής (που θυμίζουν μια κακόφωνη χωροδία που σε κάθε της εμφάνιση αλλάζει όνομα αλλά όχι σύνθεση). Και αισθάνονται αρκετά άνετοι για να κάνουν το “θεάρεστο” έργο τους, με την συνοδεία της ΕΛ.ΑΣ και των διάφορων κυβερνητικών παραγόντων.
Άλλαξε όμως και κάτι άλλο. Άρχισαν να στρέφουν την οργή που υπήρχε για την κυβέρνηση προς τους μόνους που δεν φταίνε για την όλη κατάσταση. Τους μετανάστες και τους πολιτικούς πρόσφυγες.Τα κατάφεραν για μια ακόμη φορά να στρέψουν τον κόσμο μακρυά από τους πραγματικούς λόγους για την ανεργία και τη φτώχεια στην Ελλάδα. Τα συγχαρητήρια μου. Σε αυτούς που τα κατάφεραν και σε εμάς που τους αφήσαμε.
Τώρα όμως πρέπει να δωθεί μια πολιτική απάντηση σε όλα αυτά. Πρέπει να βγούμε ξανά στο δρόμο. Να δείξουμε ότι η μόνη απάντηση στα όσα μας πλασάρουν είναι οι κοινοί αγώνες και η απεργία, όχι ο ρατσισμός, και σίγουρα όχι αυτή η πολυδιαφημισμένη λιτότητα (μόνο για τους εργαζόμενους, όχι για τις μεγάλες επιχειρήσεις). Είναι καιρός να ξαναδώσουμε την μάχη του πεζοδρομίου μπας και τα αλλάξουμε όλα

Saturday, July 18, 2009

Μικρές Απορίες

Η κυβέρνηση μας έχει καταφέρει να βρει 100τόσα δις για τις τράπεζες, αλλά κατά τα άλλα τα ταμεία είναι άδεια και δεν βγαίνει οικονομικά. Παρ’όλα αυτά χαρίζει φόρους σε μεγαλοεπιχειρηματίες,αφήνειύσηχουςτους μεγαλοφοροφυγάδες, κυνηγάει με νέους φόρους όσους από εμάς είμαστε συνεπείς φορολογούμενοι η πέρνουμε μισθό με μπλοκάκι. Μήπως πρέπει να τη δστείλουμε πίσω στο σπίτι της; Έτσι μια μικρή απορία που έχω.. κλέγηκαν στην κυβέρνηση, με βάση τομε το σκεπτικό ότι δεν είναι τόσο κακοί όσο το ΠΑΣΟΚ, και ο Γιωργάκης, και τώρα μας έχουν κατσικωθεί και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από την πάρτη τους. Με τα λεφτά για τις τράπεζες, την ανοχή για τις απάτες και τις άλλες λαδιές της εκκλησίας, την κατακόρυφη απύξηση των εξοππλισμών και τη δραματική μείωση των κοινωνικών παροχών, με την ιδιοτικοποίηση των πάντων. Οχι ότι εάν μας είχε κατσικωθεί ο Γιωργάκης δεν θα έκανε τα ίδια βέβαια, ίδια πολιτική ακολουθούν και ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Μήπως τελικά πρέπει να καταλάβουμε ότι το σύστημα που λέγεται καπιταλισμός δεν λειτουργεί πια; Μήπως πρέπει να καταλάβουμε ότι πρέπει να στείλουμε τα αστικά κόμματα εκεί που πρέπει, να κάνουν παρέα με τη μοναρχία και την αριστοκρατία, εκεί στο σεντούκι της ιστορίας;. Μήπως πρέπει επιτέλους να τελειώνουμε μαζί τους και να πάμε μπροστά σαν λαός και ανθρωπότητα(αντί να πάμε πίσω όπως θέλουν κάτι ΛΑΟΣ, Παπαθεμελήδες, Χρυσαυγήτες και τα τοιαύτα);

Wednesday, July 15, 2009

Βαρβαρότητα

Φαίνεται ότι η κυβέρνηση έχει προτιμήσει τον δρόμο της βαρβαρότητας και όχι της όποιας σύνεσης. Αυτό έγινε ηλίου φαεινότερο με την επίθεση των ΜΑΤ ατον καταυλισμό των προσφύγων στην Πάτρα, κατά την διάρκεια της οποίας μάρτυρες είδαν φορτηγά να μεταφέρουν γκαζάκια εντός του χώρου, ενώ άλλοι μάρτυρες έλεγαν ότι κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς που προκλήθηκε (εν μέσω επιχείρισης-σκούπα), η πυροσβεστική είχε εντολές να μην επέμβει για την κατάσβεση της. Κάπως έτσι η κυβέρνηση δείχνει στην πράξξη τα σχέδια της για τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, και όσο η κρίση θα βαθαίνει, ακόμα και τους Έλληνες εργαζόμενους σε περίπτωση απεργίας, και σίγουρα την νεολαία. Και αυτό σημαίνει στρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις, σε αγαστή συνεργασία με τους ακροδεξιούς, ενάντια σε μετανάστες και αγωνιζόμενους ανθρώπους.

Η κυβέρνηση μας έδειξε που έχει γράψει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Καιρός να δείξουμε και εμείς που έχουμε γραμμένη την κυβέρνηση.

Sunday, July 12, 2009

Βράδυ στη La Coruña

Ο ήλιος ΄εδυε πίσω από τον Πύργο του Ηρακλή. Ο ουρανός είχε κοκκινίσει και τα ποιό όμορφα χρώματα εμφανίζονταν στην θάλασσα. Τη γενικευμένη ηρεμία διατάρασσε προσωρινά ο ήχος μιας μηχανότρατας που έφτανε στο λιμάνι, προφανώς μετά από μια ψαριά κάπου στον Κόλπο της Βισκάγιας ή στις Βόρειες Θάολασσες. Καθισμένος στα βραχάκια, δίπλα στον Πύργο, ο Μεξικάνος Τομάς Βογκ ο τρίτος, γνωστός και ως China, παρακολουθούσε χάζευε το απέραντο γαλάζιο, βυθισμένος στις σκέψεις του. Λίγο πρίν χαθούν οι τελευταίες ακτίδες φωτός, έκανε μια τελευταία βουτιά στον ωκεανό και ένιωσε την αναζωογωνιτική δροσιά του νερού του Ατλαντικού. Βγήκε έξω και τράβηξε για το νεοκλασικό, για να βρει τον φίο του τον Miguel. Απόψε η νύχτα θα αποτελούσε την κορύφωση των διακοπών, με ένα πάρτι από τα λίγα. Όλοι οι φίλοι του Miguel θα μαζεύονταν παρέα στην παραλία για κάνουν ένα μεγάλο αποχαιρετιστήριο πάρτυ για τον Miguel και τον Paquito, που έφευγαν για Βραζιλία. Μετά όλοι θα πήγαιναν στο Clandestino και μετά θα κατέληγαν στην πλατεία, γύρω από το συντριβάνι. Στο νεοκλασικό ο Miguel έκανε τις προετοιμασίες για το πάρτυ. Είχε μαζέψει λεφτά από όλη την παρέα, τα είχε βάλει σε μια μικρή θήκη σαν πορτοφόλι και περίμενε το τηλέφωνο από τον άνθρωπο με το stuff. Στη La Coruña άμα θες βρίσκεις τα πάντα, ίδίως από stuff. Είναι η κύρια πύλη εισόδου της κοκαϊνης και στην Ευρώπη, ενώ το ΜΑρόκο βρίσκεται πολύ κοντά, το ίδιο και το Αμστερνταμ. Το υλικό έρχεται, κυρίως από τη θάλασσα,, μέσα σε καράβια, ή οδικώς, και μπορείς να βρεις οτιδήποτε σχεδόν αά πάσα στιγμή, ιδίως εάν έχεις τις κατάληλες άκρες. Ας πούμε, εάν ψάχνεσαι για φούντα, κατά πάσα πιθανότητα η άκρη σου θα σου πει ότι ήρθε ο Μαροκινός και τον περιμένουν ανά πάσα στιγμή να χέσει, Και αυτό γιατί ή φούντα βρίσκεται σε σακουλάκια τα οποία κατάπιε πριν φύγει για Ισπανία και τα οποία βρίσκονται στο στομάχι του. Η άκρη παραλαμβάνει το σακουλάκι, το ξεσκατίζει και σου κλείνει ραντεβού για να έρθεις να το πάρεις. H άκρη επίσης σπάει το εμπόρευμα, αλλά σχεδόν ποτέ δεν το αραιώνει,όταν πρόκειται για τους ντόπιους καταναλωτές. Έτσι μιλάμε πάντα για καθαρό “πράγμα” που πωλείται σχεδόν στη μισή τιμή από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Ο Miguel ευτυχώς για την φούντα δεν προβληματιζόταν καθόλου. Κάτι φίλοι του καλιεργούσαν μια φυτεία μέσα σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Οπότε το πρόοβλημα ήταν στην κόκα και στο LSD. Ευτυχώς όμως βρήκε προμηθευτή η άκρη, και το ραντεβού έγινε στον τεκέ.

Αυτός έμοιαζε με ένα κανονικό διαμέρισμα φοιτητών μέσα στην πόλη. Όμως μέσα έβρισκες ιονιστές, τοίχους επενδυμένους με φύλα από αλουμινόχαρτο, μαύρες κουρτίνες για να μην φαίνεται ο δυνατός φωτισμός και ηλεκτρονικό σύστημα ποτίσματος, τα οποία φρόντιζαν μια σειρά από περίπου 50-100 φυτά. Η δουλειά έγινε γρήγορα και μέσα σε είκοσι λεπτά, με το stuff ανά χείρας έπερναν τον δρόμο του γυρισμού. Το πιο δύσκολο κομμάτι της προετοιμασίας είχε περάσει. Τώρα έπρεπε να πάνε σπίτι, να αδειάσουν την κάβα ή ένα μέρος της ,και να φορτώσουν τα ποτά στο αμάξι, αλλά και να ετοιμααστούν για το πάρτυ. Πάρκαραν λοιπόν έξω από το σπίτι και φόρτωσαν τα π΄ραγματα στο σιτροέν, και μετά μπήκαν για μπάνιο και για να αλλά ξουν. Ο Τομάς έβαλε το χαβαν΄έζικο πουκάμισο του, και έστρψε ένα μπάφο για αρχή. Τον ήπιαν παρέα, για να μπουν στο κλίμα για τη φιέστα του βραδυού. Και αμέσως μετά τους έκοψε η λόρδα. Οπότε ξεκίνησαν να πάνε για φαϊ. Τάπας και Estrella Galicia στο Recuncho de Maite με τον υπερντοπαρισμένο σερβιτόρο να τους ρωτάει εάν θα δουν καθόλου από τις “άλλες” ομορφιές της πόλης. Έφυγαν και κατέβηκαν στην παραλία, όπου η γιορτή είχε μόλις αρχίσει. Κάπιοι είχαν στήσει ένα τσουκάλι και μαγείραυαν, σε δυνατή φωτιά, ένα τοπικό ποτό, άλλοι είχαν στήσει γαβάθες με σανγκρία και φρούταν στην άμμο, αλλού ήταν συγκεντρωμένα διάφορα μπουκάλια με αλκοόλ κάθε λογής. Στη μέση της παραλίας ήταν μια τεράστια φωτιά γύρω από την οποία χώρευαν κάπιοι, ενώ κάπιοι άλλοι από την παρέα τζάμαραν χρησιμοποιώντας ένα πικάπ, τύμπανα και κιθάρες. Κοινώς γινόταν ένας όμορφος και οργανωμένος χαμός. Μια όμορφη κοπέλα πλησίασε τον Τομάς, των ρώτησε αν θέλει να φτιαχτούν παρέα, ή και να μοιραστούν το stuff τους. Ο Τομάς είπε ναι και αμέσως η κοπέλα έβγαλε ένα καθρέφτάκι και ένα σκονάκι κόκας. Με μια κάρτα αναλήψεων χώρισε, το σκονάκι που είχε απλώσει στο καθρεφτάκισε τέσσερις ίσες γραμμές. Στη συνέχεια έβγαλε ένα δεκάέυρω, το τύλιξε έτσι ώστε να μοιάζει σαν περυτίλιγμα από τσιγάρο, έβαλε τη μια άκρη στο ρουθούνι και την άλλη στη μια γραμμή και τράβηξε με μυτιά. Μετά το Τομάς ακολούθησε την ίδια διαδικάσία. Και όταν τελείωσαν είπε να της δώσει λίγο από το lsd του, για να την ακούσουν καλά. “Αργότερα” του είπε, “πρώτα λίγη κουβεντούλα. Έτσι να γνωριστούμε λίγο. Γλυκούλης μου φαίνεσαι”. Ο Τομάς δεν είχε την παραμικρή αντίρριση γι’αυτό. “Κάτι να πιείς ίσως; Η συζήτηση μπορεί να τραβήξει και νιώθω λίγο στεγνός. Πάμε να σερβιριστούμε;” “Βεβαίως”. Πήγαν στον πάγκο και έβαλαν ο καθένας από ένα ποτη΄ρι σαγκρία. Η συζήτηση κύλησε ομαλά, και ο Τομάς ένιωσε μια κάποια έλξη για την κοπέλα, που ονομαζόταν Alicia Romero. Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και της έσκασε ένα φιλίστο στόμα. Εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου, και απάντησε με ένα ακόμα φιλί.Συνέχισαν έτσι για πολλή ώρα μέχρι που ο Τομάς έβγαλε το μπουκαλάκι με το lsd. Έβαλε και τις τέσσερις σταγόνες στο στόμα του, κατάπιε τις δύο, και ξαναφίλισε την Αλίσια στο στόμα. Αυτή ήπιε με περίσσια δίψα τις σταγόνες που βγήκαν από το στόμα του Τομάς.

Όλοι οι υπόλοιποι ξεκίνησαν για να συνεχίσουν στο Clandestino. Όχι όμως ο Τομάς και η Αλίσια. Αυτοί ήταν στον δικό τους κόσμο. Έπαιξαν κυνηγητό ανάμεσα στις αναδυόμενες ορχιδέες, χόρεωαν cheek to cheek κάτω από τεράστιες μαργαρίτες, παρατήσαν τους τεράστιους βατράχους που χώρευαν γύρω από τη φωτιά και τα γουρούνια που έκοβαν βόλτες στον παραλιακό δρόμο οδηγώντας περιπολικά, και έκαναν έρωτα πάνω σε ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο Και ξαφνικά ο Τομάς είχε μια επιφοίτηση. Αγαπώ ότι βρίσκεται σε αυτό τον κόσμο, αυτή την πόλη και σε ακτίνα 20 μέτρων από εμένα” φώναξε. Και τότε ο ουρανός άνοιξε, και πλυμήρησε από όλα τα χρώματα της ίριδας. Και εμφανίστηκε και ο θεός ο ίδιος και τους έλουσε με μυριάδες δώρα και όμορφα αισθήματα. Και, κυρίως, εκείνη τη βραδυά ο Θεός έβρεξε αγάπη πάνω στους δύο τους.

Ένα πρωινό στη Λευκωσία.

A change of scene, a change of style.
A change of hopes, with no regrets

Ξύπνησα και το κεφάλι μου βούιζε. Δεν είχα ιδέα τι είχα πιεί το περασμένο βράδυ, και εάν είχα πιεί τίποτα. Σκατά. Άλλη μια μέρα εδώ, άλλη μια μέρα. Από το ραδιόφωνο ο Ian Curtis έλεγε τα δικά του. New Dawn Fades. Ναι καλά. Με τη βοήεθια της τύχης, ψιλαφώντας τα ράφια της κουζίνας, βρήκα το shaker, έβαλα μέσα κάμποσο καφέ, νερό , ζάχαρη και γάλα. Ένας φραπές ήταν ο ιδανικός τρόπος για να ξυπνήσω. Καφές και μουσική, το τέλειο τονοτικό. Έκατσα λοιπόν στο σαλόνι, άνοιξα την εφημερίδα και ξεκίνησα όλη τη διαδικασία του Κυριακάτικου ξυπνήματος. Κυριακή στη Λευκωσία. Η πόλη είναι άδεια και η ζέστη αφόριτη,η τηλεόραση ως συνήθως δεν είχε το παραμικρό ενδιαφέρον. Βαρεμάρα, σαπίλα και πάλι σαπίλα. Καταραμένη Κυριακή. Μια Κυριακή στην Λευκωσία συνήθως σημαίνει τα εξής δύο πράγματα. Δεν έχεις τι να κάνεις και που να πας, τουλάχιστον όχι μέχρι τις τέσσερις το μεσημέρι.

Πρέπει να είχα διαβάσει τουλάχιστον τη μισή εφημερίδα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Neil. “Είμαστε ανοιχτά και περιμένουμε, είναι εδώ και ο Γκώνος με Μπουγάτσα και Μαρία. Σήκω και έλα!”. Έβαλα κάτι πρόχειρο πάνω μου και ξεκίνησα. Έξω είχε κουφόβραση, πρέπει να είχε χτυπήσει ένα σαραντάρι σίγουρα. Μέρες Σεπτέμβρη, παράξενες μέρες. Μπήκα γρήγορα στο Cafecity και βρήκα τον Neil στο γνωστό του πόστο, πίσω από τη μπάρα, φορώντας τα κλασσικά ροζ γυαλιά. Μου έβαλε έναν καφέ και μου είπε που ήταν οι άλλοι. Κάθονταν στο γνωστό γωνιακό τραπεζάκι, κάτω από την πέργκολα. Ούτε αυτοί ήταν στα σύγκαλα τους. Φαίνονταν τσιτωμένοι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Καθόλου καλά. Δεν ήταν ότι είχαν νεύρα. Απλά όλοι ήταν τρομαγμένοι. Λες και είχαν δει το χάρο με τα μάτια τους. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να ρωτήσω τι έγινε. Η απάντηση ήταν μια.
“Αρχίσανε τις διαγραφές, διώχνουν κόσμο”. “Ποιούς;” “Αρχίσανε με τον Μηχαλάκο, και έπονται και άλλοι” “Πίκρα.” “Δε λες τίποτα.” “Και τι θα κάνουμε τώρα;” “Ιδέα δεν έχω, δεν γίνεται τίποτα με τους καθηγητές του, μάλλον πρέπει να δούμε το θέμα παρηγοριά.” “Το ξέρει;” “Το είδε το πρωί, στην αλληλογραφία” “ Γαμώτο.” “Και τώρα;”

Η μεγάλη ερώτηση. Τώρα τι γίνεται; Τι του λες; Ότι εκεί που θα πάει είναι μάλλον καλύτερα. Ότι έστω και έτσι άφησε την μάταια αυτή πόλη και ανοίγει δρόμο για αλλού; Ότι τα τέσσερα χρόνια εδώ δεν πήγαν στο βρόντο; Τι να πεις σε κάποιον που την πάτησε τόσο άσχημα; Ότι όλα θα πάνε καλά; Πόσο μάλλον όταν και εσύ νιώθεις την θέση σου επισφαλή,όταν νιώθεις ότι όπου να’ναι θα θερίσει και ‘σενα η γκιλοτίνα. Γαμώτο. Οι καφέδες ήρθαν και ξεκινήσαμε να τους πίνουμε. Ήρθε και ο Neil, μιας και αυτή την ώρα είμαστε η μόνη πελατεία.

“Πίκρα ε; Πίκρα. Βέβαια. Κάποιος απο ΄δω που δεν προσαρμόστηκε είδε την πόρτα της εξόδου. Η μοίρα του απροσάρμοστου. Η προσαρμόζεσαι, ή σε διώχνουν. Και η μοίρα όσου δεν έχει μπει στο τριπάκι του ανταγωνισμού. Εάν δεν μπεις στη διαδικασία να τρέχεις σαν τον πούστη απο δω κι απο κει δεν σε κάνουμε αποδεκτό. Ξέχνα την προσωπική σου ζωή, ξέχνα τον ύπνο, ξέχνα τα όλα και τρέχα σαν τον μαλάκα για να τα βγάλεις πέρα εδώ. Έτσι.Σκάσε και τρέχα.”

Δεν είχε και άδικο. Όμως τώρα ήταν η πρώτη φορά που τα βλέπαμε σε πλήρη εξέλιξη όλα αυτά. Για πρώτη φορά έδιωχναν κόσμο. Κάτι έπρεπε να γίνει. Κάπως έπρεπε να επεξεργαστούμε και να αντιμετοπίσουμε όλη την κατάσταση. Πως όμως; Ιδέα δεν υπήρχε. Μόνο να πάμε στο σπίτι του Μιχαλάκου μπας και νιώσει λίγο καλύτερα.

Ο Μιχαλάκος ήταν ένα ράκος. Καθόταν μπροστά από την οθώνη του υπολογιστή, κοιτώντας το email και προσπαθώντας να καταλάβει εάν όλα αυτά που διάβαζε ήταν η πραγματικότητα ή κομμάτι ενός εφιάλτη. Δεν πίστευε στα μάτια του. Είχε πάθει σοκ. Πολύ απλά η απόλυτη καταστροφή για έναν Έλληνα φοιτητή στο ucy βρίσκόταν μπροστά στα μάτια του. Η διαγραφή. “Έλα Μηχαλάκο θα εκεί που θα πας είναι καλύτερα”. “Όλα χάθηκαν, όλα”.
Μηχαλάκος, άλλο ένα θύμα του ucy. Τώρα, μερικές ώρες μετά την άφιξη μας προσπαθεί να συνέλθει. Και αδυνατεί. Χρειάζεται κάτι για να τον συνεφέρει από την φρήκη. Βάζουμε κλήρο και η μπίλια κάθεται στο αλκοόλ. Και τον σέρνουμε να έρθει μαζί μας για ξίδια. Και θα φύγει έχοντας αναθαρίσει λίγο, για να κυνηγήσει κάτι άλλο. Τι άλλο όμως; Με μια απόρριψη ήδη στην πλάτη, η οποία του ήρθε απροειδοποίητα τι θα καταφέρει. Άγνωστο.
Αλλά υπάρχουν και άλλα. Ο Μηχαλάκος ήταν μόνο η αρχή. Ποιός άλλος έπεται; Μαζί λοιπόν με τις μπύρες πρέπεςι να πάρουμε και μια απόφαση. Να δούμε εάν μπορούμε να αντιδράσουμε, και πως. Κατηφορίζουμε για καλά καθούμενα, να βρούμε ρετσίνα ή λίγο Τούμπα Libre (Μαλαματίνα με κοκακόλα).
Έξω η ζέστη είναι αφόρητη. Έχει φτάσει καταμεσήμερο και ο ήλιος έχει πολύ άγριες διαθέσεις, σχεδόν τσουρουφλίζει το δέρμα. Και στην ομάδα υπάρχει κατήφεια….Φτάνουμε στα Καλά Καθούμενα, και αρχίζουμε τις παραγγελίες. Σε λίγο εμφανίζονται η Μαρία και η Χαριτίνη φορτωμένες ούζα και ρετσίνα. Η κατάσταση αντιμετοπίζεται μόνο με αλκοόλ. Τέρμα.
Ευτυχώς με τα ποτά η διάθεση αρχίζει να αλλάζει. Ο Μηχαλάκος λέει ότι θα το παλέψει για Ελλάδα και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε πως θα αντιδράσουμε για να μην υπάρξουν και άλλοι.
Ρίχνω την ιδέα. Καστάληψη στην πρυτανεία για το θέμα των διαγραφών. Με αίτημα να σταματήσουν οι διαγραφές φοιτητών από το επόμενο εξάμηνο. Η εισήγηση γίνεται δεκτή με επιφυλάξεις, αλλά λέμε να κάνουμε μερικά τηλέφωνα μέχρι την Τετάρτη και την Τετάρτη να αποφασίσουμε για το εάν θα μπορέσει αν γίνει κάτι. Οι περισσότεροι όμως, από όσους είναι εδώ, είναι θετικοί στην ιδέα. “ Είναι καιρός”, λένε “να τους κάνουμε να μας ακούσουν”. Και δεν έχουν άδικο. Η συγκέντρωση λήγει και τραβάμε ο καθένας στο δρόμο του με την υπόσχεση να μην αφήσουμε τις διαγραφέςνα μείνουν χωρίς απάντηση. Πόλεμο θέλουν; Οκ, αλλά ας ετοιμαστούν και για αντιδράσεις.Γυρνάω και βλέπω τον Μηχαλάκο. Έχει αναθαρρίσει, και είναι καλύτερα. “Τελικά”, λέει, “ίσως να μας βγήκε σε καλό η όλη κατάσταση. Μπορεί εγώ να μην σωθώ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι χάσαμε την μπάλα”. Φτάνω στο σπίτι πολύ μετά τη δύση του ηλίοπ. Το ραδιόφωνο παίζει τους στίχους του Ian Curtis δια στόματος Moby αυτή τη φορά.

The strain's too much, can't take much more.'
Oh, I've walked on water, run through fire,
Can't seem to feel it anymore.

Σηκώνω τη γροθιά και φωνάζω. “Ναι η κατάσταση εδώ είναι σκατά. Αλλά τίποτα δεν είναι μάταιο, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Άντε γαμήσου και συ και η μιζέρια σου Ian Curtis”

A loaded gun won't set you free.

Εκτός και εάν το όπλο είναι η επανάσταση. Έτσι λέω.

Thursday, July 09, 2009

Know Thy Enemy

Τελικά η όλη ιστορία με την κρίση έχει ξεκινήσει να πέρνει μια άσχημη τροπή. Από εκεί που κανείς θα περίμενε από τον κόσμο να κυνηγά τους μεγαλοκαρχαρίες των μεγάλων εταιριών . Αντιθέτως στο ειδώλιο έχει μπει ο πιο αδύναμος κρίκος αυτής της ιστορίας, και αυτός που στην πραγματικότητα δεν φταίει ποσώς. Ο μετανάστης. Πως όμως φτάσαμε εκεί; Μια ερώτηση που έχει κάποιες απλές, πολύ απλές απαντήσεις..
Η μία απάντηση είναι ότι η αριστερά, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης είναι απούσα. Και προτάσεις ξεκάθαρες που να χτυπούν τον στόχο δεν εμφάνησε, και να εξηγήσει στον κόσμο τα πραγματικά αίτια της κρίσης απέτυχε. Αντιθέτως αναλώθηκε σε επιστημονικές αναλύσεις αρκετά δυσνόητες για τον μέσο άνθρωπο και μετά νέρωσε τις θέσεις της.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης και μόνο μπορώ να δω βέβαια το γεγονός ότι οι διάφοροι ακροδεξιοί ηγέτες βρήκαν απήχηση. Και αυτό γιατί δυστυχώς ελλεόψει άλλων πολιτικών προτάσεων το “φταίνε οι ξένοι” αποτελεί πολιτική λύση. Κατά τα άλλα τα γνωστά ακροδεξιά κόμματα εκτός από αυτό προτείνουν βέβαια τις κλασικές νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές.
Σύμμαχος σε όλο αυτό και τα άλλα κόμματα της κεντρο-ακροδεξιάς πολυκατοικίας, τα οποία δεν φείδονται σε ρατσιστική ρητορία. Ως συνήθως σε πολλές περιστάσεις αποδείχτηκαν βασιλικότερα του βασιλέως, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση Μπερλουσκόνι, όπου ο Καβαλιέρε περνάει τον έαν απάνθρωπο και ρατσιστικό νόμο μετά τον άλλο.Ταυτόχρονα βέβαια περνούν και φοροαπαλλαγές για τις μεγάλες επιχειρήσεις, νόμοι που περιορίζουν τα διακιώματα των εργαζομένων και ένα αγριότατο ασφαλιστικό, με το οποίο κόβονται συντάξεις και επιδόματα.
Για να τα πω σταράτα. Πρέπει να δείξουμε στον κόσμο ποιός είναι ο πραγματικός εχθρός. Οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι κυβερνήσεις και οι ακροδεξιοί ρήτορες που τους στηρίζουν. Know Your Enemy and bring it down! Now!

Monday, July 06, 2009

Μια μέρα στην Αθήνα

Ξυπνάω στην Αθήνα. Άλλη μια φορά. Και όπως κάθε φορά το ίδιο σενάριο παίζεται μπροστά μου, σαν να ήμουν προταγωνιστής στη μέρα της Μαρμότας. Πάντα ξυπνάω με έναν κόμπο στο λαιμό. Θέλω διακαώς να ξεράσω, σαν να ξυπνάω μετά από ένα άγριο μεθύσι. Πηγαίνω γραμή για την τουαλέτα, πλένω τα δόνται και βλέπω το πρόσωπο μου στον καθρέφτη. Το ίδιο χλωμό πρόσωπο με τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Η ίδια κομμένη φάτσα, που μοιάζει συνεχώς λες και έχει συγκρουστεί με νταλίκα. Δεν αντέχω τη ζωή μου και δεν με αντέχει και η ίδια. Και θέλω αλλάξω αυτή την κατάσταση. Πάω στην κουζίνα, φτιάχνω καφέ και προετοιμάζομαι για την ημέρα που με περιμένει. Τα πράγματα ως έχουν είναι ως εξής. Πρώτα θα περάσω από το γραφείο, θα παραδώσω το άρθρο της ημέρας, και μετά θα βγω στους δρόμους για αναζήτηση ρεπορτάζ. Θα τρέξω από ‘δω και από κει, θα γράψω το ρεπορτάζ, και μετά θα γυρίσω σπίτι. Το βράδυ θα κοιμηθώ μπροστά στην τιβί, εάν νιώθω μοναξιές θα συρθώ σε κάποια τρύπα και θα βγάλω κάμποσες ώρες στη μπάρα με ένα ποτήρι μπύρας, αναλογιζόμενος την ζωή μου στην Αθήνα. Γαμώτο πως κατέληξα να ζω έτσι; Με τι όνειρα ξεκίνησα; Μήπως είναι καιρός να την κάνω; Γυρνάω σπίτι και το επόμενο πρωί ξαναξυπνάω στην ίδια κατάσταση.
Σήμερα όμως τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Ξαναξυπνάω και έχω το ίδιο ακριβώς αίσθημα. Μουντάδα, κόμπος στο λαιμό, αδιαθεσία. Βλέπω ξανά την ίδια φάτσα στον καθρέφτη. Δεν με αναγνωρίζω πλέον. Πότε έχασα την ψυχή μου; Ξεκίνησα με σκοπό να κάνω μαχόμενη δημοσιογραφία, γεμάτη μπαρουτοκαπνισμένα ρεπορτάζ από κοινωνικούς αγώνες και αδικίες, αλλά κατέληξα να κυνηγάω κουτσομπολία και ρεπορτάζ από το χρηματιστήριο, ή από τα επιχειρηματικά εγχειρήματα του εκδότη μου. Μαλακίες δηλαδή. Και τώρα, μετά τέσσερα χρόνια από αυτή την άθλια ρουτίνα, έχω σκυλοβαρεθεί. Δεν με αντέχω πια. Ούτε τη δουλειά μου.
Κάνω γρήγορα ένα ν τους και φεύγω για το γραφείο. Φτάνω, παραδίδω και ετοιμάζομαι για τη νέα έρευνα. Νέα αποστολή. Άγιος Παντελεήμονας. Να γράψω πόση ζημιά προκαλούν οι εξαθλιωμένοι Αφγανοί στον τζήρο των ντόπιων επιχειρηματιών. Ένα ακόμη κατευθυνόμενο ρεπορτάζ. Μπαίνω στο αυτοκινητάκι και ξεκινάω για τον Άγιο Παντελεήμωνα. Και αναρωτιέμαι εάν πρέπει όντως να κάνω αυτό το κωλορεπορτάζ. Η λογική μου μου λέει να γράψω ότι ακριβώς θα δω εκεί, το ένστικτο της επιβίωσης μου λέει να να κάνω τουμπεκί και να γράψω ακριβώς ότι ζητά το αφεντικό. Μια μάχη εκτυλίσσεται μέσα στο κεφάλι μου. Καθώς πλησιάζω στην πλατεία αρχίζω να νιώθω την κατάσταση γύρω μου. Στα πεζοδρόμια βλέπω ολόκληρες οικογένειες “αθλίων” να κοιμούνται στρωματσάδα, παιδιά που βρίσκονται ένα βήμα πριν τον τυμπανισμό από την πείνα, νέους ανθρώπους στα όια της απελπισίας, άλλους με σύριγγες στα χέρια….Και όλοι τους είναι μετανάστες, σε μια χώρα που δεν τους θέλει.. Παρκάρω κάπου, και αρχίζω τις φωτογραφίες και τις ερωτήσεις. Κάπιοι μου λένε ότι οι μετανάστες κλέβουν, τους διώχνουν την πελατεία γιατί κοιμούνται ή χέζουν κοντά στα μαγαζιά τους. Ρωτάνε που είναι η αστυνομία και γιατί δεν τους μαζεύει να τους στείλει πίσω στην πατρίδα τους; Και τι μας νοιάζει εάν εκεί έχουν πόλεμο; Εμάς μας ρώτησαν πριν μας κουβαληθούν εδώ; Φοβόμαστε να περπετήσουμε στην ίδια μας τη γειτονιά με τόσους πολλούς ξένους! Όπως πάντα οι ίδιες ατάκες. Από τους ίδιους ανθρώπους. Και που να ερχόταν και ο κλασσικός θίασος από αυτούς που εμφανίζονται στα κανάλια και ξεσπαθώνουν κατά των μεταναστών.
Μιλάω και με ανθρώπους από την άλλη πλευρά. Μετανάστες. Και ακούω τα ίδια. “Φοβόμαστε”. “Προχτές μας επιτέθηκε μια συμορία, ήθελαν να μας διώξουν, έλεγαν να πάμε αλλού, να φύγουμε απο την Ελλάδα….Μα που να πάμε; Πίσω στο Αφγανιστάν έχει πόλεμο.” “Η αστυνομία έρχεται μόνο για να μας συλλάβει και να μας πάει στα σύνορα, ποτέ για να μας προστατέψει από αυτούς που μας χτυπάμε”. “Εμείς δεν ήρθαμε να κλέψουμε, ήρθαμε να κάνουμε μια νέα ζωή, μακρυά από τον πόλεμο.” “Δεν είμαστε παράνομοι, είμαστε πρόσφυγες, απλά το αλλοδαπών δεν μας δίνει χαρτιά. Πέντε χρόνια περιμένω, εγώ, να μου εξετάσουν την υπόθεση.” Δύο πραγματικότητες σε μια. Αποφασίζω να χέσω το άρθρο. Να το γράψω όπως εγώ γουστάρω. Δε γαμιέται. Γυρνάω, κάθομαι και γράφω το άρθρο όπως γουστάρω, γράφω για τον γολγοθά των Αφγανών της Πλατείας. Το στέλνω με email στον αρχισυντάκτη και απλά περιμένω την απάντηση. Μία ώρα αργότερα με πέρνει τηλέφωνο . Τα έχει πάρει στο κρανίο. Με ρωτάει που βρίσκεται το άρθρο που μου ζήτησε. Του απαντώ ότ αυτό που έστειλα ήταν το ρεπορτάζ, και ότι δεν μπορεί να αλλάξει. Μου λέει πως θα είναι το τελευταίο μου για την εφημερίδα. Του λέω ότι θα περάσω το πρωί να πάρω τα πράγματα μου και την αποζημίωση για την απόλυση.Και το κλείνω. Επιτέλους. Ώρα να φεύγω. Μπαίνω στο ίντερνετ και ψάχνω για δουλειά . Οτιδήποτε, οπουδήποτε. Αρκεί να ασχολούμαι πάλι με τον τύπο και να κάνω πράγματα που γουστάρω. Βρίσκω μια περιβαλοντική οργάνωση για την διάσωση των καταρακτών του Ιγκουάσου, στην Αργεντινή, με έδρα το Puerto Iguazu. Τους στέλνω ένα email με το βιογραφικό μου, ευτυχώς ξέρω πολύ καλά Ισπανικά. Μου απαντούν άμεσα και με ρωτούν πότε μπορώ να είμαι στην περιοχή. Τους λέω ότι έχω να κανονίσω κάτι εκρεμότητες και ότι σε δύο μήνες θα είμαι εκεί, όπως και να έχει. Μου στέλνουν την απάντηση. Με δέχονται! Ετοιμάζω βαλίτσες, βάζω τα ρούχα, τα αγαπημένα μου πράγματα, τους δίσκους, το κομπιούτερ και τις αφίσες στο Φιατάκι.Αφήνω και ένα μικρό σημείωμα στην οικογένεια, στο τραπέζι. “Φεύγω”, γράφει, απλά και αθόρυβα. Το πρωί φεύγω για το γραφείο, πέρνω τα πράγματα και την αποζημίωση, μετά πάω στην τράπεζα και σηκώνω όλεσ μου τις οικονομίες. Δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ σύνολο, θα μου φτάσουν για να οδηγήσω ως εκεί, η για εισητήρια και ναύλα. Το σχέδιο είναι ένα. Πάμε αθόρυβα Πράγα, μένουμε μερικές μέρες (όσες χρειαστεί για να πάρουμε νέα για τη βίζα από Ρωσία και ΗΠΑ), και εάν όλα ευδοκιμήσουν περνάμε μέσω Ουκρανίας, Ρωσίας, Σιβηρίας, Αλάσκα,Καναδά, Παναμερικάνικης Λεωφόρου και Άνδεων για Αργεντινή. Αλλίώς πάμε Ισπανία, ή Αγγλία, και τα φορτώνουμε στο πλοίο για Αργεντινή. Η άδεια εργασίας δεν είναι πρόβλημα, θα το κανονίσω από την πρεσβεία πριν ξεκινήσω.Πέρνω την εθνική για Πάτρα, για να πάρω το πλοίο για Βενετία. Αν όλα πάνε καλά, που θα πάνε, σε δύο μήνες τέτοια ώρα θα διασχίζω τις Αργεντίνικες Pambas με προορισμό το Iguazu…. Και την ελευθερία…… Επιτέλους φεύγω ζωντανός από την Αθήνα……

Friday, July 03, 2009

Τεκίλα

Απόψε λέω να το παίξω για λίγο Τουλίπα σήμερα και να ασχοληθώ με τα των σχέσεων μου. Τον τελευταίο καιρό δεν παίζει απολύτως τίποτα, και για να πω την αλήθεια ούτε που με νοιάζει, οπότε και περνάω σχετικά καλά. Το θέμα είναι πως θα περάσω εάν πάει να γίνει κάτι. Καλοκαίρι έχουμε και ως γνωστόν είναι η εποχή του ερωτεύεσθαι. Το πρόβλημα βρίσκεται στο εξής ένα πράγμα. Όπως έχω ξαναπεί σε αυτό το θέμα είμαι τελείως άσχετος και οι χυλόπιτες έρχονται με το τσουβάλι. Έτσι και βρεθώ σε μια τέτοια κατάσταση, ποια θα είναι η αντίδραση μου; Ιδίως τώρα που δεν μπορώ να εγκαταλείψω την Αθήνα με κανέναν τρόπο για να φύγω να ξεσπάσω. Γαμώτο φεν θέλω να το σκέφτομαι, αλλά δεν μπορώ και να μην.

Υ.Γ. Το νεο άλμπουμ των Ska-p σπέρνει, το ίδιο και το νέο των Ojos de Brujo, όπως και οι Orishas
Υ.Γ.2 Ο Πλανήτας είναι στην Πόλη…εννοείται ότι ζηλεύω
Υ.Γ.3 Η Αθήνα αυτές τις μέρες δεν παλεύεται…..και που να σφίξουν οι ζέστες.

Tuesday, June 30, 2009

Οι πρόεδροι αλλάζουν, η εξωτερική πολιτική;

Φαίνεται ότι παρά τον νέο πρόεδρο, τα παλαιά ήθη ανθούν στη Γουάσινγκτον.Εδώ και κάμποσες μέρες στην Ονδούρα γίνεται λενα ακόμη πραξικόπημα. Ο λόγος είναι ένας πρόεδρος που ίσως να μοιάζει με τον Τσάβες, ίσως και όχι. Ο πρόεδρος θέλει να προωθήσει μεταρρυθμίσεις, οι αμερικανόφιλοι στρατηγοί όμως όχι, παρά το γεγονός ότι μόνο ο πρόεδρος έχει ερείσματα στον λαό. Θυμίζει κάτι. Ναι, στο ίδιο έργο θεατές, από την εποχή που η CIA εγκαθιστούσε τον Σομόζα στο Ελ Σαλβαδόρ και μια σειρά άλλους δικτάτορες της αρεσκείας των ΗΠΑ σε όλη τη Λατινική Αμερική Να δω τώρα όλους τους δημοκράτες που μέχρι χτες ήταν λαλίστατοι στα του Ιράν.


Υ.Γ.Με θλίβη ο χαμός της, συνομίλικης μου, Νέντα. Δυστυχώς ο θρησκευτικός φανατισμός οπλίζει εύκολα το χέρι του κάθε διεστραμένου μαλάκα. Όμως, πρέπει να κοιτάξουμε τα των φικών μας Μουλλάσων, εκεί στην Ελλαδική και Κυπριακή Εκκλησία

¡VIVAN LOS COMPAÑEROS!

Στη Neda, που σκοτώθηκε από τους πραίτωρες του σκοταδιστικού καθεστώτως του Ιράν

Στην Οαχάκα, στο Μεξικό, ζει ο δάσκαλος γερο-δάσκαλος Francisco Rodriguez. Γιος μιας Μεξικάνας εργάτριας από το Ταμπίκο και ενός Ισπανού εμιγκρέ από τις Αστούριας, ο Don Francisco γενήθηκε μέσα στη φτώχεια και τους εργατικούς αγώνες. Ήταν μωρό ακόμη όταν οι γονείς του, που ήταν οργανωμένοι στους αναρχικούς της περιοχής, τον έπερναν στις διαδηλώσεις των εργατών στο Ταμπίκο. Η απεργία εκεί απέτυχε και ο στρατός με τη χωροφυλακή χτύπησαν άγρια τους εργάτες, και ο μικρός Francisco αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη μαζί με τους γονείς του και να μετακομίσει στην ενδοχόρα. Μεγάλώσε στο Ερμοσίγιο, όπου οι γονείς του εργάζονταν ως εργάτες γης. Έμενε, όπως και οι άλλοι φτωχοί του Μεξικού σε ένα χαμόσπιτο στη μέση της ζούγκλα, ενώ κάθε μέρα πήγαινε στο σχολείο, μιας και οι γονείς του δεν ήθελαν να γίνει αγράμματος.

Στα μέσα της δεκαετίας του 40 μετακομίζει στο Μέξικο Σίτι, και εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο, για να γίνει εκπαιδευτικός. Παράληλα δουλεύει σε μπαρ της πόλης, όπου συχνάζει όλη η καλιτεχνική πρωτοπορία της χώρας. Γνωρίζει τον Μπουνουέλ, τη Φρίντα Κάλο και τον άντρα της. Παράλληλα γοητεύεται από τη δουλειά του. Λατρεύει την αίσθηση και τη μυρωδιά της κιμωλίας, μα πάνω απ’όλα αγαπά τους συνανθρώπους του, τους απλούς και αγράμματους ιθαγενείς και χωρικούς, στους οποίους θέλει να διδάξει γράμματα για να μην πέφτουν τόσο εύκολα θύματα των διαφόρων αγυρτών που τους εξαπατούν,ιδίως των εμπόρων και των αφεντικών. Θέλει, όσο τίποτα, να εξοπλίσει τον κόσμο ενάντια στην καταπίεση. Και εδώ αρχίζει η πολιτική δουλειά του Francisco. Εγγράφεται στο Κόμμα. Δουλεύει νυχθημερόν στις οργανώσεις βάσης προσπαθώντας να οργανώσει τους εργάτες, τους φοιτητές, τοπυς γείτονες του. Οργανώνει κινήσεις. Κάποιες πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν. Και μετά, έρχεται η πρώτη μετάθεση. Τσιάπας. Φτάνει εκεί με μεράκι, με τη θέληση να διδάξει. Τα πράγματα όμως είναι δύσκολα. Οι ιθαγενείς τον βλέπουν με δυσπυστία, και η τοπική κυβέρνηση του κάνει τη ζωή δύσκολη. Υλικά δεν υπάρχουν γιατί ο διευθυντής εκπαίδευσης κλέβει τα λεφτά, ενώ τα παιδιά δεν έχουν να φάνε. Όμως δεν το βάζει κάτω. Μαθαίνει τις τοπικές γλώσσες, βοηθά τους ηθαγενείς στις δουλειές τους τα απογεύματα, βρίσκει τρόπο να παρακάμψει τον διευθυντή και να φτάνουν τα υλικά στην τάξη. Κάπως έτσι περνούν πέντε ή έξι χρόνια. Επιστρέφει στο Μεξικό, αφού όμως περάσει δύο χρόνια σε ορεινές κοινότητες.. Δουλεύει σε ένα λύκειο της πρωτεύουσας, ενώ συνάπτει σχέσεις με τους εξώριστους που μένουν στην πόλη. Παρακολουθεί όλη τη διαδικασία για και τα γυρίσματα για το Olvidadοs του Μπουνουέλ, ενώ γνωρίζει από κοντά τους αδεφούς Κάστρο, τον Καμίλο Σιενφουέγος, και έναν εντυπωσιακό νεαρό γιατρό από την Αργεντινή, με το όνομα Ερνέστο Γκεβάρα. Συμμετέχει στις εξορμήσεις των τρελών αυτών Κουβανών στα βουνά, μερικές φορές μάλιστα ως οδηγός, και εντυπωσιάζεται αππό τη θέληση του Αργεντίνου, που αν και πάσχει από χρόνιο άσθμα έχει βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει όλη την σκληρή εκπαίδευση που απαιτείται για να γίνει αντάρτης. Την τελευταία νύχτα πριν να φύγουν από την πόλη για να μπαρκάρουν με το Granma, γίνεται μια αποχαιρετιστήρια γιορτή στο σπίτι του Γκεβάρα. Λίγο πριν το δυαλήσουν,σηκώνει το ποτήρι του και φωνάζει:¡Vivan los companieros!
Αμέσως μετά ποτήρια τσουγκρίζουν και ο κόσμος, αρχίζει να τραγουδά τους στίχους του Χοσέ Μαρτί. Και λίγο αργότερα το El Pueblo Unido. Και λίγο μετά φεύγουν. Ο ίδιος επιστρέφει στο σπίτι. Δουελεύει και περιμένει υπομονετικά τα νέα. Η απόβαση στην Κούβα δεν πάει καλά, και ο δίος αρχίζει να ανησυχεί για την επόμενη μέρα. Όμως λίγο αργότερα μαθαίνει ότι το εντάρτικο έχει αρχίσει να εδραιώνεται κάπως, ότι οι άλλοι είναι καλά. Αρχίζει να βοηθά με την αποστολή όπλων και φαρμάκων. Και πάνω απ’ όλα συνεχίζει να διδάσκει.
Φτάνει το 1959, η επανάσταση στην Κούβα εδραιώνεται, και ο Τσε γίνεται υπουργός. Συνεχίζει όμως να εργάζεται με τον ίδιο ενθουσιασμό, χωρίς σταματημό. Ο Fernando, που παρακολουθεί στενά την επανάσταση, μένει και πάλι έκπληκτος με τον Αργεντίνο, ο οποίος δουλεύει μεν για την επανάσταση, αλλά έχει και το θάρρος, ή θράσος, να ασκεί κριτική στη Σοβιετική Ένωση και την αντίληψη του ΚΚΣΕ για τον κομμουνισμό. Ο ίδιος συνεχίζει να διδάσκει, αλλά και αρχίζει να αμφιβητεί τις Σταλινικές ιδέες. Στη δεκαετία του 60 ανακαλύπτει σιγά σιγά τον Μαρκούζε, τον Σαρτρ, και βασικότερα, τις εκπαιδευτικές ιδέες του Πάουλο Φρέιρε. Αρχίζει να τις εφαρμόζει σιγά σιγά, και ωθεί τους μαθητές του να γίνουν άνθρωποι με δική τους κρίση, που να αποφασίζουν από μόνοι τους για τη ζωή τους. Το 1967 πάει μυστικά στην Κούβα για να εκπαιδευτεί σε σεμινάρια ως δάσκαλος, να μάθει πως να οργανώνει μαθήματα για την καταπολέμιση του αναλφαβιτισμού. Βλέπει για τελευταία φορά τον Τσε, που του λέει ότι ετοιμάζεται να ξαναφύγει για αντάρτικο, αυτή τη φορά στην Βολιβία. Τον Οκτώβρη όμως μαθαίνει τα άσχημα νέα. Το αντάρτικο απέτυχε, και ο Τσε είναι νεκρός. Πολλοί μιλάνε για προδοσία. Ούτως η άλλως ο Φιντέλ είιναι ακόμα πιστός στην Σοβιετική Ένωση, η οποία δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις με τον Τσε. Έρχεται το 1968 και οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στην Τσεχοσλοβακία, σε μια προσπάθεια να σταματήσουν την “Άνοιξη της Πράγας”. Ο Francisco διαφωνεί με το κόμμα και φεύγει πικραμένος. Όμως συνεχίζει την συνδικαλιστική δράση, τρέχει στις διαδηλώσεις των φοιτητών και των μαθητών, είναι εκεί στους αγώνες των νέων. Και μετά γίνεται το Κακό. Οι φοιτητές οργανώνουν καταλήψεις και διαδηλώσεις, ζητώντας να αλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα. Απο κοντά και οι μαθητές, που οργανώνονται. Και ο Francisco είναι εκεί. Σιγά σιγά οι διαμαρτυρίες πέρνουν τη μορφή λαΪκής εξέγερσης κατά της κυβέρνησης. Κια κάπου εκεί αρχίζει η καταστολή. Την μοιραία εκείνη νύχτα, βρίσκεται στο κέντρο της διαδήλωσεις, στην πλατεία Τριών Πολιτισμών. Βλέπει τους στρατιώτες να εμφανίζονται, τις φωτοβολίδες από τα ελικόπτερα να σκάνε. Ακούει τις ριπές από τα πολυβόλα, τις εκρήξεις, βλέπει νέους ανθρώπους γύρω του να σωριάζονται γαζωμένοι από τις σφαίρες. Πολλοί μαθητές του, και φίλοι του σκοτώνονται εκεί, δύο ξεψυχούν μπροστά στα μάτια του. Αποσύρεται από την πολιτική και φεύγει με μετάθεση για την Οαχάκα. Και μετά σιωπή……
Το 1969 παντρεύεται, κάνει παιδιά, αλλά συνεχίζει να διδάσκει τον κόσμο μέχρι τα τέλη του ’87, που πέρνει σύνταξη. Διδάσκει μικρούς, μεγάλους. Δίνει από το υστέρημα του για να έχουν βιβλία και γραφική ύλη, και παπούτσια οι μαθητές. Όλα είναι ύσηχα…..

Όχι όμως σήμερα. Σήμερα είναι η δωδέκατη μέρα της κατάληψης της πλατείας της πόλης από τους δασκάλους. Ο Δον Φερνάντο παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις. Πρώτον γιατί απεργούσαν οι άνθρωποι των οποίων κάποτε ήτασν συνάδελφος, και δεύτερον γιατί τα πιο βασικά αιτήματα τους μετά τον μισθό αφορούσαν τη βελτιωση της ζωής των μαθητών τους, ιδίως εκείνων που έρχονταν από τα χωριά. Κάθε μέρα πήγαινε στην πλατεία, πήγαινε στον ραδιοσταθμό και έδινε ραδιοφωνικές διαλέξεις επί παντός επιστητού, και τα βράδυα έφερνε ψωμί στους καταληψίες συναδέλφους, και κιμωλίες για όσους έκαναν δωρεάν μαθήματα μέσα στην πλατεία. Χτες το βράδυ όμως τα πράγματα πήραν μια στροφή προς το χειρότερο. Η αστυνομία επιτέθηκε στην πλατεία, έδειρε τους δασκάλους, δυάλησε τον καταυλισμό και τον ραδιοσταθμό. Ο δον Φερνάντο ένιωσε οργή, λύπη για τους συναδέλφους, και μίσος για τους μπάτσους. Το επόμενο πρωί έπρεπε να κατέβει στην πόλη. Όλα αυτά δεν έπρεπε να μείνουν αναπάντητα.

Ήταν εννιά η ώρα όταν ξεκίνησε από το σπίτι, με τις κιμωλίες στην τσέπη και το μαντήλι στο χέρι, για να πάει στην πλατεία. Στον δρόμο κανείς. Και όμως, κάπου άκουσε σαματά. Και ξαφνικά τους είδε. Ένα τσούρμο που κατέβαινε με δρασκελιές τον δρόμο. Ήταν δεν ήταν πενήντα άτομα, φοιτητές, μαθητές συνταξιούχοι, εργάτες, αγρότες οπλισμένοι με κατσαρόλες, κοντάρια και μαντίλια. Μια μικρή αλλά μαχητική διαδήλωση, που ξεκίναγε από τη γειτονιά του. Δεν έχασε χρόνο και μπήκε μπροστά. Το μπλοκ τον υποδέχτηκε με επευφημίες. “Το λέει ακόμα η καρδούλα σου γερο-δάσκαλε, του φώναξε ένας γείτονας, ένας τριαντάρης εργάτης γης.” “ Ναι, όταν πρέπει να παλέψω για κάτι που έχει σημασία, το λέει”!

Όσο προχωρούσαν η διαδήλωση γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Κόσμος μαζευόταν από τα γύρω στενά, τώρα ήταν φανερό ότι όλη η γειτονιά είχε κινητοποιηθεί για τη διαδήλωση. Παρακάτω όταν έμπαιναν στις μικροαστικές γειτονιές περίμεναν να έχουν προβλήματα. Όμως συνέβη το αντίθετο. Οι νεότεροι έμπαιναν στην πορεία, οι γηραιότεροι απλά χειροκροτούσαν, οι νοικοκυρές έλουζαν τον κόσμο με ένα ειδικό διάλειμα για τα δακρυγόνα που έφτιαχναν από νερό και λεμόνι, ή φάρμακα, γιατροί μοίραζαν χειρουργικές μάσκες και έμπαιναν στο μπλοκ για να δώσουν πρώτες βοήθειες σε περίπτωση σύγκρουσης. Όταν έφτασαν στον κεντρικό δρόμο, έμαθαν τα νέα και από τα γύρω χωριά. Οι Ινδιάνοι είχαν ξεσηκωθεί και αυτοί, είχαν καταλάβει τα τοπικά αστυνομικά τμήματα των περιοχών τους και κατέβαιναν στην πόλη. Οι λαοί της Οαχάκα είχαν ξεσηκωθεί. Τέτοιο ξεσηκωμό είχε να δει ο δον Φερνάντο από το ’68. Και ήταν πάλι στο κέντρο του αγώνα, μάχημος αγωνιστής.

Πια το πλήθος στο δρόμο ήταν τόσο μεγάλο που έμοιαζε σαν ένα ορμητικό ποτάμι που πέρναγε από τους δρόμους της πόλης. Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει κοντά στην πλατεία. Το πρώτο που αντίκρυσαν ήταν οι απεργοί που έτρεχαν να σωθούν από την αστυνομία. Μόλις όμως έβλεπαν πόσοι κατεβαιναν για να τους υποστηρίξουν, έκαναν μετάβολή, έμπαιναν στον κυρίως όγκο της πορείας και γύρναγαν για να ξανακαταλάβουν την πλατεία. Σε λίγο εμφανίστηκαν οι πρώτες σιδηρόφρακτες διμοιρίες, και πήραν θέση μάχης. Οι διαδηλωτές τρόμαξαν προς στιγμήν, αλλά αποφάσισαν να μην υποχωρίσουν. Απο δω και πέρα δεν υπήρχε γυρισμός. Μαζεύτηκαν μπροστά από τους αστυνομικούς.

“Γιατί μας χτυπάτε, είμαστε φτωχοί και άνθρωποι του λαού σαν και σας, δεν ντρέπεστε;” φώναζε μια γριά Μιξτέκα προς τους αστυνομικούς
“Ελάτε μαζί μας ή σηκωθείτε φύγετε, και για των δικών σας παιδιών τα δικαιώματα παλεύουμε” τους φώναζε ο Φερνάντο.

Συνθήματα δονούν την ατμόσφαιρα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει το τρομερό ¨ZAPATA VIVE¨. Ο Ζαπάτα ζει! Η αστυνομία ξεκίνησε την επίθεση με γκλομπ και δακρυγόνα. Όμ,ως όλοι έμειναν στη θέση τους. Ξαφνικά τα χτυπήματα από τα γκλομπ δεν σήμαιναν τίποτα, ούτε να δακρυγόνα από τις αύρες και οι πλαστικές σφαίρες από τα ελικόπτερα. Κάπιοι έβγαλαν πυροτεχνήματα και άρχισαν να τα ρίχνουν στα ελικόπτερα και τους αστυνομικούς, άλλοι απαντούσαν με καδρόνια και πέτρες, άλλοι απλά φώναζαν. Στο τέλος η αστυνομία υποχώρησε, τι υποχώρησε δηλαδή, τρέχοντας έφυγαν και εγκατέλειψαν την πλατεία. Οι διαδηλωτές είχαν κερδίσει την πρώτη νίκη. Μπήκαν μέσα και έστησαν οδοφράγματα, φτιάξανε τέντες για τους τραυματίες και επιδιόρθωσαν ότι μπόρεσαν από τον καταυλισμό. Ο Φερνάντο ήταν εκεί, έδινε πρώτες βοήθειες, βοήθαγε στο στήσιμο οδοφραγμάτων, φορτώθηκε πυροτεχνήματα και τα μοίρασε στα οδοφράγματα. Μόλις που πρόλαβε, γιατί το μεσημέρι η αστυνομία επανήλθε διρμύτερη. Οχι ότι αυτό σήμαινε τίποτα βέβαια, ο κόσμος, που στο μεταξύ είχε πολλαπλασιαστεί, την έστειλε στα τσακίδια. Το βράδυ ξεκίνησαν να καταλάβουν και τις γειτονιές. Ο Φερνάντο και το γκρουπ του δεν βρήκαν μπάσκινα ούτε για δείγμα. Έστησαν ένα οδόφραγμα με ένα παλιό φορτηγό που βρήκαν και κάτι κορμούς, έβγαλαν βάρδιες για το οδόφραμα και αποφάσισαν να κάνουν μια μικρή γιορτή για τη νίκη τους. Η γιορτή είχε επίκεντρο το φτωχικό του δον Φερνάντο, ο οποίος άνοιξε δυο βαρέλια κρασί που είχε φυλαγμένο για ειδικές περιστάσεις, ενώ οι άλλοι γείτονες έφερναν φαγητό και τεκίλα. Ήταν ένα γεγονός που άξιζε ένα τρικούβερτο γλέντι. Επιτέλους οι λαοί μίλησαν ενάντια στην καταπίεση, και τώρα η γλυκειά μέθη της ελευθερίας και της εξέγερσης είχε καταλάβει όλη τη γειτονιά. Οι προπώσεις έδιναν και έπερναν, ενώ όλοι ήθελαν να μιλήσουν με τον μαχητικό γερο-δάσκαλο, να ακούσουν τη γνώμη του και να τον ρωτήσουν πως έβλεπε την κατάσταση. Κάποια στιγμή, χωρίσ να το καταλάβει, κάποιος του έδωσε ένα ποτήρι, η μουσική σταμάτησε και επικράτησε υσηχία. Ο δον Φερνάντο, απροετίμαστος,έπρεπε να βγάλει ένα μικρό λόγο. Ο οποίος ήταν ο εξής.
“Amigos, vecinos, me preguntais por el futuro. El futuro de este lucha,y el futuro de los pueblos de este ciudad. Vos digo que no se quando vamos a vencir o no, quando vamos a gañar nuestros derechos de pan, trabajo,educación,salud, libertad, una vida segura y feliz sin hambre y poverdad. Somos los mas pequeños del mundo, la gente de los povres, pero ahora somos tambien la gente de la lucha. Cuando nos organizamos, y guando explicamos el razon de nuestra lucha a todo el pueblo de Mexico y a los pueblos del mundo, y ellos se mezclan en esa lucha, estoy seguro que vamos a gañar. Pero ahora no esta el tiempo para pensar, lo vamos a hacer en la mañana. Mañana hacemos el plan de la continuación de nuestra lucha. Por ahora no se que esta nuestro futuro. Pero lo que hay visto hoy me gusta mucho.Es la revolucion mas bonita. La revolucion del pueblo. ¡Bivan los compañeros! ¡Vivan los compañeros!”
“Φίλοι, γείτονες, με ρωτάτε για το μέλλον. Το μέλλον αυτού του αγώνα, το μέλλον των λαών αυτής της πόλης. Σας λέω ότι δεν ξέρω εάν θα νικήσουμε ή όχι, εάν θα κερδίσομε το δικάιωμα μας για ψωμί,παιδεία δουλειά, υγεία ελευθερία, μια ζωή χαρούμενη χωρίς πείνα και κακουχίες. Είμαστε οι πιο μικροί, ο κόσμος των φτωχών, αλλά τώρα είμαστε και ο κόσμος του αγώνα. Εάν οργανωθούμε, και εξηγήσουμε στους λαούς του Μεξικού και του κόσμου τον λόγο του αγώνα μας, και αυτοί συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα, είμαι σίγουρος πως θα νικήσουμε. Αλλά τώρα δεν είναι ώρα για περισσυλογή. Αυτό το κάνουμε αύριο. Αύριο το πρωί θα σχεδιάσουμε τη συνέχεια του αγώνα μας. Για την ώρα δεν ξέρω τίποτα για το μέλλον. Αυτό όμως που είδα σήμερα μου άρεσε πολύ. Και αυτό είναι η επανάσταση του λαού.Να πιουν οι σύντροφοι! Να ζήσουν οι σύντροφοι!”

Thursday, June 25, 2009

ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΡΑΝ

ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΡΑΝ

1) Η στάση του Τσάνες και σημαντικού κομματιού της αριστεράς που βασίζεται στην αρχή του “πας αντιαμερικάνος φίλος μου” είναι κατάπτυστη και κοντόφθαλμη μέχρι αηδίας. Το “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου δεν ισχύει πάντα. Ρωτήστε τους Ιρανούς αριστερούς, και κυρίως όσους ήταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα επί Χομεϊνί.
2) Η εξέγερση του λαού του Ιράν έχει πραγματικά ψαρακτηριστικά λαϊκής εξέγερσης, ανεφαιρέτως του ποιός φαίνεται να είναι ο ηγέτης της. Τώρα το εάν οι μουλάδες θα αντικατασταθούν από ένα τσιράκι της CIA ή κάποιον πραγματικά προοδευτικό άνθρωπο(και γιατί όχι σοσιαλιστή) είναι ένα θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί από τα κάτω, και κυρίως από τους ίδιους τους ανθρώπους που έχουν βγει στους δρόμους του Ιράν.
3) Οι μουλάδες και το καθεστώς τους είναι από τα πιο αναχρονιστικά καθεστώτα πυο υπάρχουν. Αλλά αυτό γίνεται παντού όπου υπάρχει ανάμειξη της θρησκείας στα του κράτους.
4) Το γεγονός ότι ο Μουσαβί αντιπολιτεύεται τους μουλάδες, δεν αλλάζει ποσώς το παρελθόν του, ως γέννημα θρέμα αυτής της κλίκας. Το γεγονός επίσης ότι σπρώχνεται από τους Αμερικάνους και τους Άγγλους κάνει υις προθέσεις του εξ’ίσου ύποπτες. Ιδίως όταν ξέρεις ότι οι Αμερικάνοι δεν θα δυστάσουν να υποστηρίξουν ένα θεοκρατικό καθεστώς, αρκεί να είναι ένα “δικό τους” θεοκρατικό καθεστώς, σαν την Σαουδική Αραβία. Επιπλεόν ας μην ξεχνάμε ότι δύο από τα αγαπημένα παιδιά των Αμερικάνων στην περιοχή υπήρξαν ο Σαντάμ και ο Σάχης Ρεζά Παχλεβί, γνωστοί φιλάνθρωποι, δημοκράτες και υπέρμαχοι των ανθρώπινων δικαιομάτων τον καιρό που ήταν στα ντουζένια τους.
5) Όσο ενοχλητική είναι η υσηχία της αριστεράς για το θέμα, άλλο τόσο υποκριτική είναι η φλυαρία των πιο πολλών Δυτικών ΜΜΕ σε σχέση με το θέμα. Δυστυχώς έχουμε δει και τους δικούς σας πάτρονους της δημοκρατίας....