Οι διαγραμμίσεις εξαφανίζονταν από την όψη μου. Χάνονταν στον ορίζοντα που έδειχνε ο καθρεύτης μου. Το ίδιο και ότι αμάξι βρισκόταν στο διάβα μου. Πήγαινα ολοταχώς προς το Σικάγο. Το Λος Άντζελες με είχε πεθάνει. Η σκηνή στην πόλη ήταν σκέτη νέκρα και ξαφνικά είχα μείνει χωρίς μπάντα και δουλειά. Έπρεπε να πάω στο Σικάγο να τσεκάρω τα μπλουζ εκεί. Αν δεν κόλαγε η φάση θα πήγαινα να ‘δω τι έτρεχε στην Νέα Ορλεάνη, ή στο Μέμφις,ή θα γύρναγα προς Σαν Φρανσίσκο, ξέρω ‘γω ντάξει. Ανέβαινα τα απομεινάρια του ’66, του δρόμου που ανεβοκατέβαιναν οι μπήτνικ, και τον οποίο τραγούδαγε εκείνος ο μεγάλος jazzman το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι.
Είχα λοιπόν περάσει το Μπέρμπανκ, είχα γεμίσει σε ένα βενζινάδικο εκεί κοντά. Τα βλαχάκια του μαγαζιού από με κοίταζαν περιέργα. Από την μία έβλεπαν την Λουσίλ, αραγμένη στο πίσω κάθισμα μέσα στην θήκη της, και από την άλλη περιεργάζονταν την κάντιλακ μου. Κοίταζαν λέγοντας ότι δεν θα μπορέσω να περάσω την Μοχάβε με αυτό το σαράβαλο. Τι νόμιζαν οι χάνοι; Ότι ήμουν μια ακόμη έκδοση του Τομ Τζόουτ; Δεν είμαι ούτε κάν από την Οκλαχόμα, γένημα θρέμα από το Τζέρζυ είμαι. Και η Ελ Ντοράντο του 55, το αμάξια που οδηγούσε ο Βασιλιάς (Ο Έλβις ντε, δεν είμαι και κάνας βασιλόφρων, σοσιαλιστής άνθρωπος), το ύμνησαν οι Clash και ο Eddie Cochran; Άσε που του έχω κάνει συντήρηση γερή, κούκλα το έχω κάνει το αμάξι.
Τέλος πάντων, που ήμασταν, ά, ναι. Η ζέστη που λες, η ζέστη της Μοχάβε και της Κοιλάδας του Θανάτου, βάραγε κόκκινο. Εγώ είχα πατήσει τα εκατό και ανέβαινα τον εξηνταέξι, ή τέλος πάντων ότι είχε μείνει από αυτόν, σε γενικές γραμμές. Είχα και τα παράθυρα τέντα, και το παγωμένο νερό έκανε δουλειά. Ο ήλιος δεν είχε φτάσει στο ψηλότερο σημείο του αλλά έβαινε προς τα εκεί και αυτός με μια μεγάλη ταχύτητα.
Καταπίναμε λοιπόν τα χιλιόμετρα με βορβορώδη ταχύτητα. Καθώς λοιπόν είχα καλύψει μια γερή απόσταση και ο καυτός ήλιος της Νεβάδα δε συγχωρεί, είπα να αράξω κάπου. Βρήκα ένα μικρό μπαρ, ένα truck-stop για να παρκάρω και να βγάλω το μεσημέρι. Μέσα είχε ένα τζουκ μπόξ με μουσικές. Johny Cash, Blind Lemon Jefferson, Buddy Guy, Wipers, Seeds, ? And the Mysterians, Howlin’ Wolf, Muddy Waters, Stooges, Stevie Ray Vaughan, Springsteen…. Ξέρεις παλιά καλή αμερικάνικη μπίχλα. Έβαλα και ‘γω ένα εικοσπενταράκι, έβαλα τον Lee Hazelwood και την Nancy Sinatra να ασελγήσουν ο ένας πάνω στον άλλο, πήρα μια μπύρα και άναψα στριφτό τσιγαράκι σέρτικο.
Κάπου εκεί, και ενώ βρισκόμουν ανάμεσα στο Reno και την Έρημο της Ντάγκλα Μακάν γωνία, την είδα να κουνιέται. Είχε μπει με έναν ψώφιο που περνιόταν για μηχανόβιος, αλλά φαίνεται ότι το κομμάτι της άρεσε περισσότερο από τον μάγκα. Κάθησα και χάζευα τον άγριο και λάγνο χωρό της. Με το που την είδα να χορεύει ήθελα αυτομάτως να την πηδήξω.
Όταν όμως έβαλε εκείνο το λάγνο μπλουζ με τον Tom Waits, και γύρισε κοιτάζοντας με υπαινικτικά, κατάλαβα ότι ήθελα να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί της. Περίεργο ζώο ο έρωτας, πολλές φορές βαράει στο γάμο του καραγκιόζη, αλλά δεν βαριέσαι όταν θέλει να πετύχει, σε βαρά στο δόξα πατρύ.
Ο τύπος λες και σκιάχτηκε. Την τράβηξε κοντά του. Ένιωσε να απειλείται ο αντρισμός του. Αυτή τον κοίταξε με το γνωστό βλέμμα, το «ότι γουστάρω κάνω». Εγώ απλά παρακολουθούσα την φάση. Ντάξει είχα δαγκώσει τη λαμαρίνα αλλά δεν είχα ιδέα αν θα την ξαναέβλεπα. Βγήκαν φωνάζωντας ο ένας στον άλλο. Εγώ απλά επέλεξα το επόμενο κομμάτι και έμεινα να την σκέφτομαι.
Ξαναέβαλα μπρος λίγο πριν αρχίσει το σούρουπο. Ξεκίνησα να οδηγώ τα χιλιόμετρα που μου έμεναν μέχρι το Φλάγκσταφφ, την πρώτη πόλη μετά την έρημο. Η ζέστη είχε αρχίσει να πέφτει τώρα. Το ακραίο κλίμα της ερήμου έκανε τη δουλειά του. Είχε πιάσει δροσιά και σε λίγο θα πιάναμε πολικές θερμοκρασίες. Έπρεπε να βρω κατάλλυμα να την πέσω για να ξαναφύγω το χάραμα. Κάπου λοιπόν στην μέση του πουθενά βρήκα ένα μικρό συγκρότημα από κτίρια. Μοτέλ με μπαρ μέσα. Βρήκα την ρεσεψιονίστ, μια τύπισσα που ήταν λες και είχε βγει από ταινία του Ταραντίνο. Με έβαλε σε ένα μικρό δώμα, και κατέβηκα για φαϊ στο μπαρ.
Το T-Bone ήταν λάστιχο, οι πατάτες κρύες. Ε ότι πληρώνεις πέρνεις. Πήγα στη μπάρα και πήρα ένα μπέρμπον. Ξεκίνησα να το σιγοπίνω όταν μια γνώριμη φιγούρα κάθισε δίπλα μου. Κόλησε λίγο το μυαλό μου. Κάτι μου έλεγε εκείνο το τζάκετ που μύριζε κάτουρο και μηχανέλαιο, αλλά δεν βαριέσαι, όλα τα μηχανοβιακά τζάκετ το ίδιο μυρίζουν. Τέτοια λετσαρία..... Είδα λίγο το σχέδιο και κατάλαβα.
«Σε είδα σε ένα μπαρ, λίγα χιλιόμετρα από ‘δω , ήσουν με τη γκόμενα που χόρευε εκείνον τον Waits».
«Ποια την ξανθιά με την οποία μπήκα σε εκείνο το αχούρι έξω από το Reno; Άστην αυτή είναι παλιά ιστορία. Την άφησα πριν λίγα χιλιόμετρα. Δεν με πήγαινε η καριόλα και την παράτησα. Τώρα ξες, αν δεν βρει ρόδα να φύγει, θα είναι ή η έρημος ή τα τσακάλια που θα την φάνε. Και τώρα έχει αρχίσει και το γερό κρύο οπότε. Ξες όποια δεν αρπάξει έναν γερό κρύο απο τον Τζο, μένει να ξεπαγιάσει»
«Ναι ναι» σκεφτόμεουν εγώ, « Αλλά αν ήμουν γκόμενα θα προτιμούσα να ξεπαγιάζω στα χιόνια της Αλάσκας παρά να πηδηχτώ με έναν αρχιμαλάκα σαν του λόγου σου, Κύριος».
Με έπιασαν λοιπόν οι σκέψεις. Άναψα λοιπόν τη μηχανή της Caddy μου και είδα το καντράν. Η βενζίνη έφτανε για να κάνω μια παράκαμψη 100-200 χιλιομέτρων και να ψάξω την τύπισσα πριν ξεπαγιάσει για τα καλά. Μπήκα λοιπόν και ξεκίνησα να πέρνω τον δρόμο για το Reno. Είχα ανάψει και τους προβολείς. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην τη βρω. Δεν έπαιζε . Υπολόγιζα ότι θα είχαν κάνει κάπου είκοσι μίλια από το μαγαζί όταν την παράτησε, δεν παίζει να της έκανε τέτοια κίνηση μέσα στον κόσμο, δεν ήταν ο τύπος. Και το μαγαζί ήταν περίπου δέκα μίλια από το Reno, οπότε κάπου εκεί ήταν η ακτίνα που έπρεπε να ψάξω. Και έλεγα απο μέσα μου «Ρε έχει γούστο.....»
Και από την άλλη είχα και το σωστό soundtrack. Με πέταγε ο dj από τον Frankie Valli που παρακάλαγε, μέχρι τον DJ Shadow που έχει προσπαθήσει, και από τους Golden Earing και το Radar Love, στις α-λα Zeppelin μελωδίες των Soundgarden, με ολίγη βέβαια από Mark Lanegan εδώ και ‘κει, και βέβαια κορωνήδα τους Who, να παραδέχονται ότι ρώτησαν μέχρι και τον Timothy Leary αλλά αυτό που έψαχναν ακόμα δεν το έχουν βρει.
Και ‘κει πάνω που ο Dylan είχε ξεκίνήσει να λέει το Lay Lady Lay, την είδα να στέκεται από την άλλη πλευρά του δρόμου. Σημαδιακό ε; Λες και ο Coelho συνωμοτούσε για να ξαναβρεθούμε ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Τράβηξα χειρόφρενο, έκανα αναστροφή και άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού και σταμάτησα ακρυβώς δίπλα της.
«Που πας;» ρώτησα
«Πουθενά συγκεκριμένα»
«Στο δρόμο μου είσαι, μπέκα μέσα»
Μπήκε και είπε ότι έχει να με ρωτήσει κάποια πράγματα.
«Που πας πραγματικά;»
«Σικάγο, να βρω μπάντα και δουλειά. Άμα θες έρχεσαι όλο τον δρόμο. Δεν νομίζω να έχεις και ‘συ κάτι να χάσεις»
«Πως με βρήκες;»
«Μεγάλη ιστορία, άμα θες όμως θα στην ‘πω στο δωμάτιο. Μην σε νοιάζει το νοίκι, έχω κανονίσει. Θα κοιμηθώ στο πάτωμα, εσύ στο κρεβάτι.»
«Όκει τα υπόλοιπα θα τα πούμε στο δωμάτιο»
Φτάσαμε, άραξε στο κρεβάτι, άκουσε πως είχα βρει κατά τύχη τον μαλάκα και μου τα είχε ξεφουρνήσει.
«Και γιατί ήρθες όλο τον δρόμο; Αξίζω τέτοια ταλαιπορία;»
«Κοίτα, το ένα πράγμα είναι ότι ο άλλος σου φέρθηκε σκάρτα και ότι το να ξεπαγιάζεις επειδή δεν του έκατσες δεν το χωνεύω. Το άλλο είναι ότι εμένα δεν με ενδιαφέρει αν θα μου κάτσεις, θα κάνουμε σχέση, θα γίνουμε φίλοι και μόνο, ή θα τραβήξουμε ο καθένας τον δρόμο μας. Απλά δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι μια τόσο γοητευτική γυναίκα θα έπρεπε να μένει μόνη νύχτα στην έρημο, στο έλεος του οποιουδήποτε. Και επιπλέον, επειδή μου άρεσες, είπα να γνωριστούμε κομματάκι καλύτερα, οπότε....»
Δεν έγινε τίποτα εκείνο το βράδυ, μόνο το περάσαμε σιγοκουβεντιάζοντας. Το επόμενο πρωί μου μόστραρε το σαξόφωνο που είχε στο σάκο της, και μου είπε ότι και αυτή έψαχνε για μπάντα. Τα βρήκαμε στις μουσικές, και συνεχίσαμε τον δρόμο για το Σικάγο. Μέχρι να φτάσουμε στο Σικάγο τα ‘χαμε φτιάξει και είχαμε συμφωνήσει το ταξίδι να γίνει κοινό. Και μέχρι τώρα κανείς από μας δεν έχει αθετήσει αυτή την υπόσχεση, και ακόμα τριγυρνάμε από ‘δω και από ‘κει. Άλλωστε, όπως έλεγε και ο μεγάλος τροβαδούρος «this land was made for you and me»
Showing posts with label Τα χρονικά του πεζοδρομίου. Show all posts
Showing posts with label Τα χρονικά του πεζοδρομίου. Show all posts
Friday, April 20, 2012
Thursday, April 05, 2012
Drive
Δεν ήθελε πολλή προσπάθεια. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε ο Ζωρζ όταν έφτανε στην Αθήνα. Έλα όμως που η οικογενειακή επιχείρηση, είναι ένα πράγμα επικίνδυνο, και κουραστικό. Πόσο μάλλον το να την διευθύνεις ενώ παράλληλα σπουδάζεις. Έστω και κατά το ύμησυ.
Δέκα διαφορετικά καταστήματα είχαν υπό την διεύθυνση τους τα αδέρφια. Οχτώ στην Αθήνα, ένα στη Βοιωτία και ένα στη Χαλκίδα. Το κέντρο της επιχείρησης ήταν η Θεσσαλονίκη και αυτό το ήλεγχε ο πατέρας. Αλλά την Αθήνα την είχαν τα αδέρφια. Οπότε έπρεπε εναλλάξ, να κάνουν βάρδιες στα νέα μαγαζιά ή νυχτερινά δρομολόγια. Δύο βράδυα δρομολόγια και τρία βράδυα βάρδιες, και τα άλλα δύο stand-by μήν γίνει καμία στραβή. Όπου στραβή σήμαινε συνήθως ένα από τα εξής πράγματα: έφοδος της αστυνομίας στο μαγαζί, ληστεία, ντου από μαφία ή αντίπαλους, ατύχημα στο μαγαζί.
Δύσκολη και επικίνδυνη δουλειά τα φρουτάκια. Και δουλειά της νύχτας. Συνήθως η βάρδυα του οδηγού είχε τα εξής. Διακόσια τόσα χιλιόμετρα, minimum, πίσω από το τιμόνι, νύχτα, δουλειές και, τώρα τελευταία, το μυαλό στον μικρό που δούλευε στο μαγαζί στην Σοφοκλέους, γιατί όλο και κάτι μπορεί να πάθαινε. Και μερκές φορές όλα να γίνουν πριν να πάει η ώρα έξι, για να προλάβει να φορτώσει κάνα χαλασμένο μηχάνημα στο πρώτο ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη.
Τα τηλέφωνα άρχισαν κατά τις εννιά, πιο νωρίς από ότι συνήθως. Επείγουσες καταστάσεις. Τα Άσπρα Σπίτια ήθελαν ρευστό, και να φορτώσει ένα χαλασμένο μηχάνημα, η Χαλκίδα ήθελε αντικατάσταση σε ένα καλώδιο για ένα μηχάνημα, και οι υπόλοιποι θα έπερναν τηλέφωνα αναλόγως. Η Χαλκίδα δεν είχε πρόβλημα ρευστού ακόμη, ούτε και ανάληψη όμως. Οπότε πρώτος σταθμός τα Άσπρα Σπίτια και μετά Χαλκίδα.
179 χιλιόμετρα χώριζαν τα Άσπρα Σπίτια από το σπίτι. Πήγε στη γυναίκα του και της είπε πως έχει η κατάσταση. Έπρεπε να φύγει αμέσως για να προλάβουν να κάνουν δουλειά τα μαγαζιά της επαρχίας.
«Πόσα θέλουν τα μαγαζιά;» τον ρώτησε
« Ενάμησι για την ώρα.»
«Καλά σου δίνω τρία για όλα τα έξοδα»
Πήγε στην πλαστική θήκη και με προσωχή του έδωσε δύο πεντακοσάευρα, πέντε διακοσάευρα, πέντε εκατοντάευρα, και δέκα πενηντάευρα. Πήρε και ένα τροφοδοτικό και πήγε για την πόρτα.
«Να φανταστώ ότι θα κάνω εγώ το τηλεφωνικό κέντρο για τα μαγαζιά, έτσι;»
«Ναι»
«Να πέρνω και τον Γιαννάκη, να βλέπω αν είναι καλά;»
«Αν θες, έχε και ‘συ το νου σου, αλλά ότι και να γίνει μην πας κατά ‘κει» της είπε «θα του τηλεφωνώ και εγώ, και ότι γίνει θα πάω εγώ εκεί...είναι περίεργη η περιοχή, ξέρεις»
Βγήκε και μπήκε στην Μερσεντές, για να κινήσει για Βοιωτία.
Η Αττική οδός είχε λίγη κίνηση αλλά η Εθνική ήταν σχεδόν άδεια. Έκανε αριστερά στο Κάστρο, πέρασε τον Ορχομενό, πέρασε την Λιβαδειά και κίνησε για την παλιά τουριστική κωμόπολη. Πέρασε τα πρώτα σπίτια, μπήκε στο κλίμα της παρακμής της μικρής πόλης. Κάποτε εδώ μαζεύονταν παραθεριστές και μηχανικοί για τις φάμπρικες της περιοχής, τώρα συνταξιούχοι, κάνας εργάτης για ότι έμεινε από τη βιομηχανία, κάνας καμένος τουρίστας που τον ξέβρασε το κύμα. Αλλά τουλάχιστον εκεί τα είχαν καλά με τους μπάτσους και μπορούσε να γίνει δουλειά. Έδωσε τα λεφτά, πήρε τον υπολογιστή, έφτιαξε πρόχειρα ένα φραπέ για το δρόμο και κίνησε για Χαλκίδα. Έφτασε στην πόλη κατά τις έντεκα, και είδε το μαγαζί γεμάτο. ΄Αλλαξε γρήγορα το τροφοδοτικό, πάτησε εκκίνηση στο μηχάνημα και ήταν έτοιμος για αναχώρηση. Πήρε τηλέφωνο τον μικρό. Όλα καλά για την ώρα. Του είπε ο μικρός να έρθει το αργότερα για να εισπράξει. Φαινόταν ότι η μέρα θα πήγαινε εξαιρετικά. Πριν φύγει ένιωσε ένα χέρι να τον αγγίζει στο όμο. Ήταν ο υπάλληλος. «Εισπράξεις», του είπε «πριν από λίγο πέρασε ένα κορόιδο και έπαιξε τα κέρατα του. Βγάλαμε ενάμησι σε μία ώρα!» έλεγε ενώ χίλια πεντακόσια ευρώ εμφανίζονταν στο χέρι του.
Την στιγμή ακριβώς που πήγαινε να ανοίξει την πόρτα και να βγει ξαναχτύπησε το τηλέφωνο.
«Σου δίνω αναφορά, είπε η σύζηγος. Πήγαινε να πάρεις ρευστό από Σοφοκλέους, Φιλαδέλφεια, Ραφήνα, Καισαριανή, Χαλάνδρι και να δώσεις από ένα από Αγία Παρασκευή, Ψυχικό και Κηφισιά.» είπε η γυναίκα.
«Καλά πάω να παραλάβω»
Πήρε τον Γιαννάκη και είδε ότι είναι καλά. Έφυγε για Κηφισιά. Πάρκαρε την μαύρη Μερσεντές απ’ έξω, μπήκε, έδωσε τα λεφτά και έφυγε για Ψυχικό. Στο Ψυχικό παίχτηκε πάλι το ίδιο σενάριο και αναχώρησε για Φιλαδέλφεια. Πήρε χίλια και έφυγε, για Σοφοκλέους.
Στη Σοφοκλέους όλα φαίνονταν ύσηχα. Μόνο ένα Skoda Octavia RS τελευταίας γενιάς, μαύρο με φημέ τζάμια, έμοιαζε παράταιρο. Του κίνησε υποψίες. Κοντοστάθηκε στην είσοδο, γύρισε και είδε μία φιγούρα απ’ αυτές που βλέπεις στα πέριξ της Ομόνοιας, να ζηγώνει στο παράθυρο του οδηγού. Η φιγούρα έσκυψε, κάτι είπε και μετά έφυγε.
«Λες να είναι μπάτσοι;» σκέφτηκε
Μπήκε μέσα, πήρε δύο πεντακοσάευρακαι ρώτησε τον μικρό.
«Ρε Γιάννη, δε μου λές, έχεις δει αυτό το Skoda;»
«Ποιό;»
«Το μαύρο που είναι παρκαρισμένο απ’έξω, με τα φημέ τζάμια» είπε ανοίγωντας ελαφρά την πόρτα για να δει ο μικρός.
«Πρώτη φορά το βλέπω»
«Καλά πρόσεχε γιατί μπορεί να είναι και τίποτα τσαίοι»
Έφυγε για Καισαριανή. Τα πράγματα εκεί ήταν ύσηχα. Οι υπήρχε πελατεία και έφυγε με δύο χιλιάρικα. Σειρά είχε η Αγία Παρασκευή. Πήγε τρέχωντας, έδωσε χίλια. Στο δρόμο σκεφτόταν. Αν γίνει καμία μαλακία στη Σοφοκλέους και ΄φανε τον μικρό. Μήπως θα έπρεπε, έστω και οι δυό τους, μόλις πάρουν το πτυχίο να τα βροντήξουν από την επιχείρηση, και να ανοίξουν κάτι άλλο; Μήπως τα πολλά και γρήγορα λεφτά του τζόγου έπρεπε να μετατραπούν στα πιο λίγα και πιο «σίγουρα» λεφτά μιας νόμιμης επιχείρησης; Εντάξει εκεί θα στερηθούμε τη γκλαμουριά, αλλά δεν θα ζούμε οικογενειακός με τον φόβο της βόμβας, του πιστολέρο......
Το μαγαζί του Χαλανδρίου που ήταν το επόμενο βόλευε πολύ άνετα. Ήταν μόλις ένα στενό πάνω από την Δουκίσης Πλακεντίας, πράγμα που σήμαινε ότι, ουσιαστικά θα έβγαινε και θα ξανάμπαινε στην Αττική Οδό σε χρόνο dt. Βγήκε στην Δουκίσσης και πάρκαρε έξω από το μαγαζί. Πήρε κάπου εφτά κατοστάρικα και ετοιμάστηκε να φύγει για Ραφήνα. Ήταν δύο η ώρα και υπολόγιζε να είναι σπίτι στις τέσσερις για να προλάβει ένα διωράκι στην αγκαλιά της γυναίκας πριν φύγει αυτός για τα ΚΤΕΛ, και αυτή για τη δουλειά.
Νέο τηλέφωνο αυτή την φορά.
«Που πηγαίνεις;»
« Πάω Ραφήνα πατέρα»
«Αλλαγή σχεδίων. Πρώτα θα πας να βρεις εκείνο τον Σαλαγιάννη στο γνωστό σημείο. Θέλει αύξηση. Κοφ’τον στα δυόμησι, δεν θέλω να γίνει απαιτητικό το σκουλίκι.»
«Τι ώρα να’μαι εκεί;»
«Δυόμησι. Θα είναι μόνος. Θα είναι και ο Σταμάτης στα πενήντα μέτρα και θα κοιτάει, μην γίνει καμιά στραβή στο ντηλ. Θυμίσου, δεν βγαίνεις από τ’αμάξι ότι και να γίνει. Άμα πάρεις γραμμή φωτογράφο ή όπλο πάτα γκάζι και φύγε..»
«Ναι ναι τα ξέρω.»
Έκλεισε το τηλέφωνο και θυμήθηκε εκείνο το γνωμικό, το «Δουλειά δεν είχε ο διάολος». Αυτό του έλειπε. Να κάνει διαπραγματεύσεις με έναν πουλημένο μπάτσο, μέσα στη νύχτα, σε μια στάση λεωφορείου κάπου στη Νέα Μάκρη. Και αυτό μαζί με την έγνοια για τον μικρό και όλα τα άλλα στραβά της δουλειάς. Τουλάχιστον θα πήγαινε από την Πεντέλη και θα προλάβαινε να πατήσει μια γκαζιά και κάνα πατηλίκι να ηρεμήσει. Ντάξει δεν ήταν η αγκαλιά της γυναίκας, αλλά ήταν και αυτό κάτι.
Ξεκίνησε να ανηφορίζει με φόρα τον δρόμο της Πεντέλης, πέρασε το χωριό, και κάπου εκεί, στα περνώντας τα πλατώματα, θυμήθηκε τα ύσηχα βράδυα, που μέτραγε τα άστρα αγκαλια με αυτήν και σχεδίαζαν το μέλλον. Αυτή η γυναίκα είχε ένα και μοναδικό χάρισμα. Μέσα σε όλο το χάος της δουλειάς, κάνωντας του την τηλεφωνήτρια ακόμα και στις ώρες του πανικού, τον κράταγες προσγειωμένο και ψύχραιμο. Τον ηρεμούσε όταν έπρεπε, και τον τσίταρε όταν έπρεπε. Και αυτό παραήταν μεγάλο χάριασμα για να το παραβλέψει. Και δεν ήθελε να την χάσει για χάρη κανενός βρώμικου μπάτσου, αντιπάλου ή μαφιόζου γονιού.
Κάπως έτσι πέρναγαν οι στροφές, κάπως έτσι χάνονταν οι διαγραμίσεις και τα φώτα των λιγων αυτοκινήτων που υπήρχαν στον φιδωτό δρόμο από τον καθρέφτη του. Έφτασε δεκαπέντε λεπτά πιο νωρίς από την ώρα του ραντεβού και τηλεφώνησε στην γυναίκα για να της πει τα καθέκαστα. Αυτή του είπε να μην ανυσηχεί, και ότι θα προσέχει και αυτή για τον Γιαννάκη.
Πέρασε το τέταρτο, πέρασαν και άλλα πέντε λεπτά και εμφανίστηκε μια κόκκινη Giulietta. Άναβόσβησε δυο φορές τους προβολείς, τον πέρασε και πάρκαρε μπροστά του. Με το που έγινε αυτό, αναβόσβησε και αυτός δύο φορές τους προβολείς. Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας πενηντάρης. Πλησίασε το παράθυρο, και έκανε διακριτό το κοντοκουρεμένο κεφάλι του. Τα μαλλιά του είχαν φορτωθεί μια ποσότητα μπριγιαντίνης που θα αν πλησίαζε σπίρτο η έκρηξη θα κατέστρεφε οικοδομικό τετράγωνο. Ή έτσι σκεφτόταν ο Ζωρζ. Άνοιξε το παράθυρο και ο μπάτσος πλησίασε το κεφάλι του
«Τέσσερα» του είπε
«Ξέρεις ότι και να τα είχα δε θα σ’τα ‘δινα ενάμησι»
«Τριάμησι, έχω γυναίκα και παιδί»
«Δύο, έχω γυναίκα, τρία αδέρφια και δεν ξέρω πόσους άλλους που ταϊζω εδώ»
«Τρία και τέλος»
«Έλα τώρα με σφάζεις και το ξέρεις.Κάνε ένα σκόντο δικέ μου. Δύο διακόσια»
«Δύο εφτακόσια πενήντα»
«Δυόμησι χήνες και τέρμα. Τόσα έχω τόσα δίνω. Γκέγκε; Αν θες έξτρα παραδάκι υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές για πάρτη μου. Ουρά μου κάνουν πουλημένοι μπάσκινες για λιγότερα από σένα.»
«Ε ντάξει δεν χρειαζόταν και το κύρηγμα, δυόμησι.Ντηλ. Να ξέρεις όμως. Είστε σκληρά καρύδια και κάποιος θα σας σπάσει μια μέρα. Τώρα πέσε το παραδάκι»
Έδωσε τα δυόμησι και έφυγε για Ραφήνα. Πήρε εκεί ενάμησι, και έκανε ξανά τηλέφωνο στον μικρό. Δεν απάνταγε.
«Γαμώτο, κάτι θα έγινε. Ο μπάσκινας με προειδοποιούσε.» σκέφτηκε και ξεκίνησε για Σοφοκλέους..
Στα φανάρια του περιφερειακού, τον πήρε ο μικρός.
«Πού ήσουν. Με κοψοχώλιασες»
«Βγήκα να παραλάβω τα αναψυκτικά. Να σου πω κάτι γίνεται εκεί. Γυρνώντας είδα ότι ο μάγκας στο Octavia είχε ανοίξει το πορτ μπαγκάζ και είχε μέσα ένα πιστόλι και ένα καλάσνικοφ. Τι κάνω»
«Μπες στο μαγαζί και κρύψου»
Πήρε τον πατέρα και του είπε ότι φαίνεται να ετοιμάζεται πέσιμο και να βάλει λυτούς και δεμένους να βρουν τι γίνεται. Με το που βγήκε στα διώδια πάτησε γκάζι, και δεν το άφησε πριν φτάσει στην Πανεπιστημίου. Σταμάτησε όπως όπως δίπλα στο Octavia είδε το πορτ παγκάζ ανοιχτό, και είδε ένα Καλάσνικοφ να αλλάζει χέρια. Ο τύπος που το πήρε μπήκε σε ένα άλλο αμάξι και έφυγε. Γιαννάκης και μαγαζί ήταν άθικτοι. Μάλλον ήταν λάθος συναγερμός, και τη γλίτωσαν υπερβολικά φτηνά. Πήρε και τον πατέρα του να βεβαιωθεί. Δεν έτρεχε τίποτα. Το είπε και στον πατέρα του και στον μικρό.
«Παίρνω πτυχείο, μαζεύω κεφάλαιο και κάνω δική μου δουλειά. Νόμιμη. Και πέρνω στην δουλειά και τον Γιαννάκη. Δεν αντέχω άλλο παρανομία. Θέλω ασφάλεια και οικογένεια. Μην πεις τίποτα, Το αποφάσισα, δεν μπορείς να με σταματήσεις ή να με μεταπείσεις. Σου στέλνω το μηχάνημα με το ΚΤΕΛ. Γεια»
Πήγε Κηφισσό, άφησε το μηχάνημα, και ξεκίνησε για το σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή του είχε κολήσει η γνωστή μπαλάντα από τη δεκαετία του ’80 και μουρμούριζε τους στίχους.
«Who’s going to drive you home tonight»
Δέκα διαφορετικά καταστήματα είχαν υπό την διεύθυνση τους τα αδέρφια. Οχτώ στην Αθήνα, ένα στη Βοιωτία και ένα στη Χαλκίδα. Το κέντρο της επιχείρησης ήταν η Θεσσαλονίκη και αυτό το ήλεγχε ο πατέρας. Αλλά την Αθήνα την είχαν τα αδέρφια. Οπότε έπρεπε εναλλάξ, να κάνουν βάρδιες στα νέα μαγαζιά ή νυχτερινά δρομολόγια. Δύο βράδυα δρομολόγια και τρία βράδυα βάρδιες, και τα άλλα δύο stand-by μήν γίνει καμία στραβή. Όπου στραβή σήμαινε συνήθως ένα από τα εξής πράγματα: έφοδος της αστυνομίας στο μαγαζί, ληστεία, ντου από μαφία ή αντίπαλους, ατύχημα στο μαγαζί.
Δύσκολη και επικίνδυνη δουλειά τα φρουτάκια. Και δουλειά της νύχτας. Συνήθως η βάρδυα του οδηγού είχε τα εξής. Διακόσια τόσα χιλιόμετρα, minimum, πίσω από το τιμόνι, νύχτα, δουλειές και, τώρα τελευταία, το μυαλό στον μικρό που δούλευε στο μαγαζί στην Σοφοκλέους, γιατί όλο και κάτι μπορεί να πάθαινε. Και μερκές φορές όλα να γίνουν πριν να πάει η ώρα έξι, για να προλάβει να φορτώσει κάνα χαλασμένο μηχάνημα στο πρώτο ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη.
Τα τηλέφωνα άρχισαν κατά τις εννιά, πιο νωρίς από ότι συνήθως. Επείγουσες καταστάσεις. Τα Άσπρα Σπίτια ήθελαν ρευστό, και να φορτώσει ένα χαλασμένο μηχάνημα, η Χαλκίδα ήθελε αντικατάσταση σε ένα καλώδιο για ένα μηχάνημα, και οι υπόλοιποι θα έπερναν τηλέφωνα αναλόγως. Η Χαλκίδα δεν είχε πρόβλημα ρευστού ακόμη, ούτε και ανάληψη όμως. Οπότε πρώτος σταθμός τα Άσπρα Σπίτια και μετά Χαλκίδα.
179 χιλιόμετρα χώριζαν τα Άσπρα Σπίτια από το σπίτι. Πήγε στη γυναίκα του και της είπε πως έχει η κατάσταση. Έπρεπε να φύγει αμέσως για να προλάβουν να κάνουν δουλειά τα μαγαζιά της επαρχίας.
«Πόσα θέλουν τα μαγαζιά;» τον ρώτησε
« Ενάμησι για την ώρα.»
«Καλά σου δίνω τρία για όλα τα έξοδα»
Πήγε στην πλαστική θήκη και με προσωχή του έδωσε δύο πεντακοσάευρα, πέντε διακοσάευρα, πέντε εκατοντάευρα, και δέκα πενηντάευρα. Πήρε και ένα τροφοδοτικό και πήγε για την πόρτα.
«Να φανταστώ ότι θα κάνω εγώ το τηλεφωνικό κέντρο για τα μαγαζιά, έτσι;»
«Ναι»
«Να πέρνω και τον Γιαννάκη, να βλέπω αν είναι καλά;»
«Αν θες, έχε και ‘συ το νου σου, αλλά ότι και να γίνει μην πας κατά ‘κει» της είπε «θα του τηλεφωνώ και εγώ, και ότι γίνει θα πάω εγώ εκεί...είναι περίεργη η περιοχή, ξέρεις»
Βγήκε και μπήκε στην Μερσεντές, για να κινήσει για Βοιωτία.
Η Αττική οδός είχε λίγη κίνηση αλλά η Εθνική ήταν σχεδόν άδεια. Έκανε αριστερά στο Κάστρο, πέρασε τον Ορχομενό, πέρασε την Λιβαδειά και κίνησε για την παλιά τουριστική κωμόπολη. Πέρασε τα πρώτα σπίτια, μπήκε στο κλίμα της παρακμής της μικρής πόλης. Κάποτε εδώ μαζεύονταν παραθεριστές και μηχανικοί για τις φάμπρικες της περιοχής, τώρα συνταξιούχοι, κάνας εργάτης για ότι έμεινε από τη βιομηχανία, κάνας καμένος τουρίστας που τον ξέβρασε το κύμα. Αλλά τουλάχιστον εκεί τα είχαν καλά με τους μπάτσους και μπορούσε να γίνει δουλειά. Έδωσε τα λεφτά, πήρε τον υπολογιστή, έφτιαξε πρόχειρα ένα φραπέ για το δρόμο και κίνησε για Χαλκίδα. Έφτασε στην πόλη κατά τις έντεκα, και είδε το μαγαζί γεμάτο. ΄Αλλαξε γρήγορα το τροφοδοτικό, πάτησε εκκίνηση στο μηχάνημα και ήταν έτοιμος για αναχώρηση. Πήρε τηλέφωνο τον μικρό. Όλα καλά για την ώρα. Του είπε ο μικρός να έρθει το αργότερα για να εισπράξει. Φαινόταν ότι η μέρα θα πήγαινε εξαιρετικά. Πριν φύγει ένιωσε ένα χέρι να τον αγγίζει στο όμο. Ήταν ο υπάλληλος. «Εισπράξεις», του είπε «πριν από λίγο πέρασε ένα κορόιδο και έπαιξε τα κέρατα του. Βγάλαμε ενάμησι σε μία ώρα!» έλεγε ενώ χίλια πεντακόσια ευρώ εμφανίζονταν στο χέρι του.
Την στιγμή ακριβώς που πήγαινε να ανοίξει την πόρτα και να βγει ξαναχτύπησε το τηλέφωνο.
«Σου δίνω αναφορά, είπε η σύζηγος. Πήγαινε να πάρεις ρευστό από Σοφοκλέους, Φιλαδέλφεια, Ραφήνα, Καισαριανή, Χαλάνδρι και να δώσεις από ένα από Αγία Παρασκευή, Ψυχικό και Κηφισιά.» είπε η γυναίκα.
«Καλά πάω να παραλάβω»
Πήρε τον Γιαννάκη και είδε ότι είναι καλά. Έφυγε για Κηφισιά. Πάρκαρε την μαύρη Μερσεντές απ’ έξω, μπήκε, έδωσε τα λεφτά και έφυγε για Ψυχικό. Στο Ψυχικό παίχτηκε πάλι το ίδιο σενάριο και αναχώρησε για Φιλαδέλφεια. Πήρε χίλια και έφυγε, για Σοφοκλέους.
Στη Σοφοκλέους όλα φαίνονταν ύσηχα. Μόνο ένα Skoda Octavia RS τελευταίας γενιάς, μαύρο με φημέ τζάμια, έμοιαζε παράταιρο. Του κίνησε υποψίες. Κοντοστάθηκε στην είσοδο, γύρισε και είδε μία φιγούρα απ’ αυτές που βλέπεις στα πέριξ της Ομόνοιας, να ζηγώνει στο παράθυρο του οδηγού. Η φιγούρα έσκυψε, κάτι είπε και μετά έφυγε.
«Λες να είναι μπάτσοι;» σκέφτηκε
Μπήκε μέσα, πήρε δύο πεντακοσάευρακαι ρώτησε τον μικρό.
«Ρε Γιάννη, δε μου λές, έχεις δει αυτό το Skoda;»
«Ποιό;»
«Το μαύρο που είναι παρκαρισμένο απ’έξω, με τα φημέ τζάμια» είπε ανοίγωντας ελαφρά την πόρτα για να δει ο μικρός.
«Πρώτη φορά το βλέπω»
«Καλά πρόσεχε γιατί μπορεί να είναι και τίποτα τσαίοι»
Έφυγε για Καισαριανή. Τα πράγματα εκεί ήταν ύσηχα. Οι υπήρχε πελατεία και έφυγε με δύο χιλιάρικα. Σειρά είχε η Αγία Παρασκευή. Πήγε τρέχωντας, έδωσε χίλια. Στο δρόμο σκεφτόταν. Αν γίνει καμία μαλακία στη Σοφοκλέους και ΄φανε τον μικρό. Μήπως θα έπρεπε, έστω και οι δυό τους, μόλις πάρουν το πτυχίο να τα βροντήξουν από την επιχείρηση, και να ανοίξουν κάτι άλλο; Μήπως τα πολλά και γρήγορα λεφτά του τζόγου έπρεπε να μετατραπούν στα πιο λίγα και πιο «σίγουρα» λεφτά μιας νόμιμης επιχείρησης; Εντάξει εκεί θα στερηθούμε τη γκλαμουριά, αλλά δεν θα ζούμε οικογενειακός με τον φόβο της βόμβας, του πιστολέρο......
Το μαγαζί του Χαλανδρίου που ήταν το επόμενο βόλευε πολύ άνετα. Ήταν μόλις ένα στενό πάνω από την Δουκίσης Πλακεντίας, πράγμα που σήμαινε ότι, ουσιαστικά θα έβγαινε και θα ξανάμπαινε στην Αττική Οδό σε χρόνο dt. Βγήκε στην Δουκίσσης και πάρκαρε έξω από το μαγαζί. Πήρε κάπου εφτά κατοστάρικα και ετοιμάστηκε να φύγει για Ραφήνα. Ήταν δύο η ώρα και υπολόγιζε να είναι σπίτι στις τέσσερις για να προλάβει ένα διωράκι στην αγκαλιά της γυναίκας πριν φύγει αυτός για τα ΚΤΕΛ, και αυτή για τη δουλειά.
Νέο τηλέφωνο αυτή την φορά.
«Που πηγαίνεις;»
« Πάω Ραφήνα πατέρα»
«Αλλαγή σχεδίων. Πρώτα θα πας να βρεις εκείνο τον Σαλαγιάννη στο γνωστό σημείο. Θέλει αύξηση. Κοφ’τον στα δυόμησι, δεν θέλω να γίνει απαιτητικό το σκουλίκι.»
«Τι ώρα να’μαι εκεί;»
«Δυόμησι. Θα είναι μόνος. Θα είναι και ο Σταμάτης στα πενήντα μέτρα και θα κοιτάει, μην γίνει καμιά στραβή στο ντηλ. Θυμίσου, δεν βγαίνεις από τ’αμάξι ότι και να γίνει. Άμα πάρεις γραμμή φωτογράφο ή όπλο πάτα γκάζι και φύγε..»
«Ναι ναι τα ξέρω.»
Έκλεισε το τηλέφωνο και θυμήθηκε εκείνο το γνωμικό, το «Δουλειά δεν είχε ο διάολος». Αυτό του έλειπε. Να κάνει διαπραγματεύσεις με έναν πουλημένο μπάτσο, μέσα στη νύχτα, σε μια στάση λεωφορείου κάπου στη Νέα Μάκρη. Και αυτό μαζί με την έγνοια για τον μικρό και όλα τα άλλα στραβά της δουλειάς. Τουλάχιστον θα πήγαινε από την Πεντέλη και θα προλάβαινε να πατήσει μια γκαζιά και κάνα πατηλίκι να ηρεμήσει. Ντάξει δεν ήταν η αγκαλιά της γυναίκας, αλλά ήταν και αυτό κάτι.
Ξεκίνησε να ανηφορίζει με φόρα τον δρόμο της Πεντέλης, πέρασε το χωριό, και κάπου εκεί, στα περνώντας τα πλατώματα, θυμήθηκε τα ύσηχα βράδυα, που μέτραγε τα άστρα αγκαλια με αυτήν και σχεδίαζαν το μέλλον. Αυτή η γυναίκα είχε ένα και μοναδικό χάρισμα. Μέσα σε όλο το χάος της δουλειάς, κάνωντας του την τηλεφωνήτρια ακόμα και στις ώρες του πανικού, τον κράταγες προσγειωμένο και ψύχραιμο. Τον ηρεμούσε όταν έπρεπε, και τον τσίταρε όταν έπρεπε. Και αυτό παραήταν μεγάλο χάριασμα για να το παραβλέψει. Και δεν ήθελε να την χάσει για χάρη κανενός βρώμικου μπάτσου, αντιπάλου ή μαφιόζου γονιού.
Κάπως έτσι πέρναγαν οι στροφές, κάπως έτσι χάνονταν οι διαγραμίσεις και τα φώτα των λιγων αυτοκινήτων που υπήρχαν στον φιδωτό δρόμο από τον καθρέφτη του. Έφτασε δεκαπέντε λεπτά πιο νωρίς από την ώρα του ραντεβού και τηλεφώνησε στην γυναίκα για να της πει τα καθέκαστα. Αυτή του είπε να μην ανυσηχεί, και ότι θα προσέχει και αυτή για τον Γιαννάκη.
Πέρασε το τέταρτο, πέρασαν και άλλα πέντε λεπτά και εμφανίστηκε μια κόκκινη Giulietta. Άναβόσβησε δυο φορές τους προβολείς, τον πέρασε και πάρκαρε μπροστά του. Με το που έγινε αυτό, αναβόσβησε και αυτός δύο φορές τους προβολείς. Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας πενηντάρης. Πλησίασε το παράθυρο, και έκανε διακριτό το κοντοκουρεμένο κεφάλι του. Τα μαλλιά του είχαν φορτωθεί μια ποσότητα μπριγιαντίνης που θα αν πλησίαζε σπίρτο η έκρηξη θα κατέστρεφε οικοδομικό τετράγωνο. Ή έτσι σκεφτόταν ο Ζωρζ. Άνοιξε το παράθυρο και ο μπάτσος πλησίασε το κεφάλι του
«Τέσσερα» του είπε
«Ξέρεις ότι και να τα είχα δε θα σ’τα ‘δινα ενάμησι»
«Τριάμησι, έχω γυναίκα και παιδί»
«Δύο, έχω γυναίκα, τρία αδέρφια και δεν ξέρω πόσους άλλους που ταϊζω εδώ»
«Τρία και τέλος»
«Έλα τώρα με σφάζεις και το ξέρεις.Κάνε ένα σκόντο δικέ μου. Δύο διακόσια»
«Δύο εφτακόσια πενήντα»
«Δυόμησι χήνες και τέρμα. Τόσα έχω τόσα δίνω. Γκέγκε; Αν θες έξτρα παραδάκι υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές για πάρτη μου. Ουρά μου κάνουν πουλημένοι μπάσκινες για λιγότερα από σένα.»
«Ε ντάξει δεν χρειαζόταν και το κύρηγμα, δυόμησι.Ντηλ. Να ξέρεις όμως. Είστε σκληρά καρύδια και κάποιος θα σας σπάσει μια μέρα. Τώρα πέσε το παραδάκι»
Έδωσε τα δυόμησι και έφυγε για Ραφήνα. Πήρε εκεί ενάμησι, και έκανε ξανά τηλέφωνο στον μικρό. Δεν απάνταγε.
«Γαμώτο, κάτι θα έγινε. Ο μπάσκινας με προειδοποιούσε.» σκέφτηκε και ξεκίνησε για Σοφοκλέους..
Στα φανάρια του περιφερειακού, τον πήρε ο μικρός.
«Πού ήσουν. Με κοψοχώλιασες»
«Βγήκα να παραλάβω τα αναψυκτικά. Να σου πω κάτι γίνεται εκεί. Γυρνώντας είδα ότι ο μάγκας στο Octavia είχε ανοίξει το πορτ μπαγκάζ και είχε μέσα ένα πιστόλι και ένα καλάσνικοφ. Τι κάνω»
«Μπες στο μαγαζί και κρύψου»
Πήρε τον πατέρα και του είπε ότι φαίνεται να ετοιμάζεται πέσιμο και να βάλει λυτούς και δεμένους να βρουν τι γίνεται. Με το που βγήκε στα διώδια πάτησε γκάζι, και δεν το άφησε πριν φτάσει στην Πανεπιστημίου. Σταμάτησε όπως όπως δίπλα στο Octavia είδε το πορτ παγκάζ ανοιχτό, και είδε ένα Καλάσνικοφ να αλλάζει χέρια. Ο τύπος που το πήρε μπήκε σε ένα άλλο αμάξι και έφυγε. Γιαννάκης και μαγαζί ήταν άθικτοι. Μάλλον ήταν λάθος συναγερμός, και τη γλίτωσαν υπερβολικά φτηνά. Πήρε και τον πατέρα του να βεβαιωθεί. Δεν έτρεχε τίποτα. Το είπε και στον πατέρα του και στον μικρό.
«Παίρνω πτυχείο, μαζεύω κεφάλαιο και κάνω δική μου δουλειά. Νόμιμη. Και πέρνω στην δουλειά και τον Γιαννάκη. Δεν αντέχω άλλο παρανομία. Θέλω ασφάλεια και οικογένεια. Μην πεις τίποτα, Το αποφάσισα, δεν μπορείς να με σταματήσεις ή να με μεταπείσεις. Σου στέλνω το μηχάνημα με το ΚΤΕΛ. Γεια»
Πήγε Κηφισσό, άφησε το μηχάνημα, και ξεκίνησε για το σπίτι. Σε όλη τη διαδρομή του είχε κολήσει η γνωστή μπαλάντα από τη δεκαετία του ’80 και μουρμούριζε τους στίχους.
«Who’s going to drive you home tonight»
Monday, January 24, 2011
Μονομαχία στο Θερμαϊκό
Η ώρα ήταν προχωρημένη. Ο Θύμιος κοίταξε τον ήλιο που είχε φτάσει στο ψηλότερο σημείο του και τώρα έκαιγε την Θεσσαλονίκη. Η Εγνατία ήταν ένα μάτσο χάλια και αυτός έπρεπε να φτάσει επειγώντος σε έναν ηλεκτρονικό οριζώνα στην Καλαμαριά. Αν δεν τον θέριζε μέσα στην επόμενη μιάμιση ώρα, οι στρατιώτες του δεν θα είχαν τροφή για την επόμενη εβδομάδα και τα πράγματα θα ήταν δύσκολα. Επίσης το να πάρει τον περιφερειακό ήταν εκτός κάθε πραγματικότητας. Πρώτον γιατί οι εχθροί του θα είχαν στήσει σκοπούς σε κάθε διάβαση, και δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει απαρατήρητος. Και δεύτερον γιατί όταν είσαι iga-ninja, το παν είναι η εμφάνιση. Και το να σε προσπερνάει το σύμπαν γιατί το καρούλι το chaly που οδηγείς δεν πάει με πάνω από πενήντα την ώρα, μπορεί να σχολιαστεί ποικηλοτρόπως στην διεθνή κοινότητα των ninja. Με λίγα λόγια, ο Θύμιος έπρεπε να τολμήσει το ακατόρθωτο και να διασχήσει την Θεσσαλονίκη, μέσω κέντρου, καβάλα σε ένα μηχανάκι, εν ώρα αιχμής, μέσα σε μιάμιση ώρα. Και ήταν και Τετάρτη.
Ευτυχώς οι ικανότητες του ήταν ένας δυνατός σύμμαχος. Ήξερε να σκαρφαλώνει σε λεωφορεία, να οδηγεί με τετρακάβαλο, να κάνει σούζες, και σταυροβελωνιά, πράγματα απαραίτητα για να επιβιώσεις ως οδηγός στην πόλη. Πέσα από την στολή του βρίσκονταν ένα πανίσχυρο κατάνα, 15 αστεράκια, ένα μπωλ vegetable chow-mein, πέντε γεύματα του σταθμού και ένα ζευγάρι ξυλάκια. Πολύτιμα εργαλεία της δουλειάς δηλαδή. Και είχε μόλις γεμήσει το ντεπόζιτο.
Έβαλε τα μαύρα του γυαλιά και ξεχύθηκε στην Μοναστηρίου σαν σύφωνας μέσα από τα ΚΤΕΛ και άρχησε να την κατεβαίνει. Γρήγορα εμφανίστηκε το πρώτο εμπόδιο. Παππούς με Π που προσπαθούσε να διασχύσει παράνομα τον δρόμο, ενώ ο Θύμιος είχε πιάσει τελική. Δεν πτοήθηκε όμως. Με μεγάλη ταχύτητα έκοψε αριστερά, ανέβηκε στη ράμπα παρακείμενου φορτηγού της Express Service, και την κατάληλη στιγμή, (nanosecond πριν γίνει χαλκομανία στην καμπίνα), έδωσε ένα σάλτο δεξιά, περνώντας ίντσες πάνω από το κεφάλι του συνταξιούχου. Ο παππούς έπαθε καρδιακό, εγκεφαλικό και παρουσίασε σύνδρομο του Touret, αλλά κατά τ΄άλλα έμεινε άθικτος.
Εν τω μεταξύ ο Θύμιος στιγμιαία υπέθεσε πως ο παππούς ήταν κομμάτι των προσπαθειών του προαιώνιου εχθρού, του, του Τrisatanic Karbylator, με στόχο την οργάνωση του. Ο Karbylator επεκτεινώταν επικίνδυνα και ήταν υπερβολικά φιλόδοξος. Μόλις πριν μια βδομάδα είχε αφήσει σώβρακο τον κοινό τους εχθρό, τον Hyperφύαλλους Progressiveman, σε κοινή θέα, σε γνωστό sushi bar της πόλης. Όλα αυτά έκαναν τον Θύμιο να ανησυχεί. Ίσως τώρα να ήταν η σειρά του. Και ο Θύμιος δεν ήθελε να έχει την τύχη των άλλων.
Εν τω μεταξύ ο χρόνος έτρεχε, και ο Θύμιος προχωρούσε ανάμεσα σε αμάξια και φορτηγά. Η κίνηση ήταν πολλύ πυκνή, και μερικές φορές, τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ έκαναν την κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη. Κάθε φορά που ένα έκανε στάση, δημιουργούσε την αναπόφευκτη ουρά από αμάξια. Ο πότε προσπέρναγε, και όταν το προσπέρασμα έμοιαζε σαν αυτοκτονία, απλά σκαρφάλωνε στην οροφή και πέρναγε από πάνω.
Με τα πολλά έφτασε στο σταθμό του ΟΣΕ. Ξαφνικά, και ενώ έκανε να περάσει το φανάρι, δύο τζιπ και τέσσερις μηχανές να πλησιάζουν. Έστριψε απότομα αριστερά, μπήκε ανάμεσα στα δύο τζιπ, και ενώ έκανε έναν περίτεχνο ελιγμό ανακάλυψε ότι πίσω από τα τζιπ ερχόταν ένα παλιό αμερικάνικο καμπριολέ, πάνω στο οποίο βρισκόταν ο Karbylator. Και ενώ έκανε και δεύτερη μανούβρα για να αποφύγει και το νέο εμπόδιο, το καμπριολέ με μια κίνηση τετ-α-κε τον έκλεισε. Ξαφνικά ο Θύμιος βρέθηκε εγκλωβισμένος ανάμεσα στα δύο τζιπ, το καμπριολέ, και μια ζαρντινιέρα.
«ΧΑ ΧΑ σε περικύκλωσαμε Θύμιο, είσαι χαμένος από χέρι, τώρα, δεν θα ταίσεις τους στρατιώτες σου, αυτή τη βδομάδα, θα μείνουν από δυνάμεις και θα τους αποδεκατίσω, και τότε εγώ, ο Trisatanic Karbylator θα κάνω ένα ακόμα βήμα για να γίνω ο μεγαλύτερος νίντζα του κόσμου!»
Όμως ο Θύμιος δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη. Με μία κίνηση αστραπή, έβγαλε το κατάνα και έκανε δύο τομές στην ζαρντινιέρα αρκετά μεγάλες για να χωράει και αυτός και ο chalάκι, κόβωντας στην πορεία και δύο εχθρικούς νίντζα, έναν υπάλληλο delivery, έναν δονητή και μια γυναικεία καρδιά στη μέση. Ευθύς όρμησε προς προς την σάλα αναχωρήσεων του σταθμού. Την διέσχυσε με μεγάλη ταχύτητα, και εφτασε στην αποβάθρα νούμερο ένα. Έκανε ένα πήδημα και πέρασε στην απέναντι αποβάθρα, την στιγμή ακριβώς που έφτανε το IC 52 από Αθήνα . Πρόλαβε στοπ τσακ, πράγμα που δεν κατάφεραν οι επόμενοι δύο αναβάτες, παρά το γεγονός ότι είχαν πολλύ πιο δυνατές μηχανές.
Ο Θύμιος άκουσε τον κρότο. Ανακουφίστηκε. «Μετά από αυτό δεν θα ξανακράξω ποτέ τον ΟΣΕ», σκέφτηκε. Εν τω μεταξύ η αποβάθρα τελείωνε και στην διπλανή υπήρχαν δύ μηχανές που τον ακολουθούσαν. Με μια κίνηση έριξε τέσσερα αστεράκια του ninja προς την κατεύθυνση τους. Το ένα χτύπησε την μία στο ντεπόζιτο,, το δεύτερο το χέρι του οδηγού της μηχανής, το τρίτο το μπροστά λάστιχο της δεύτερης μηχανής, και το τέταρτο βρέθηκε καρφωμένο στον τοίχο ανάμεσα σε αγόρι και ένα κορίτσι που χαμουρεύονταν σε ένα παγκάκι. Ο Θύμιος, κατέβασε το μηχανάκι στις ράγες και πάτησε γκάζι
Γρήγορα βρέθηκε στο τέλος των γραμμών. Το μόνο που τον χώριζε από τον αμέσος επόμενο κάθετο της Μοναστηρίου ήταν μια μάντρα από μπετό. Κανένα πρόβλημα. Με μια αστραπιαία κίνηση του κατάνα κομμάτιασε τον τοίχο, κάνωντας καλοκαιρινό και ένα διερχόμενο ταξί και φτιάχνωντας μια ολοκαίνουρια μοϊκάνα στον ταξιτζή. Γρήγορα μπήκε ξανά στην Εγνατία για να συνεχίσει τον δρόμο του. Όμως ανακάλυψε ότι τίποτα δεν κουνιώταν στο δρόμο. Οι αντίπαλοι ninja τον έψαχναν χωρίς να έχουν ιδέα που βρισκόταν. Σιγά σιγά άρχισε να κινείται ανάμεσα στα ακινητοποιημένα οχήματα. Ξαφνικά άκουσε ένα βριχυθμό. Γύρισε και είδε ότι τον είχαν ανακαλύψει, και είχαν αρχίσει να ανυψώνουν με ειδικές αναρτήσεις το αμάξι και τα τζιπ για να τον φτάσουν, ενώ κάμποσοι ninja που ήταν πεζοί τον πλησίαζαν. Ξαναπάτησε γκάζι και άρχισε να σκαρφαλώνει στις σκεπές των διερχόμενων ΙΧ. Φτάνωντας στην διασταύρωση με την Λαγκαδά, είδε ότι για όλα αυτά είχε σπαταλήσει ούτε λίγο όύτε πολύ μία ώρα. Στο επόμενο άνοιγμα έπρεπε να σταματήσει το σκαρφάλωμα , και να βγει σε ανοιχτό δρόμο για να αναπτύξει ταχύτητα. Όμως όλα ήταν ακινητοποιημένα και στους κάθετους δρόμους. Αποφάσησε στο επόμενο άνοιγμα να πάει προς παραλία. Η Νίκης έχει τουλάχιστον τεράστιο πεζοδρόμιο οπότε εκεί μπορούσε να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο. Εν τω μεταξύ τα τζιπ πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Φτάνωντας στην Κολόμβου, συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Πέταξε 4 αστεράκια στις αναρτήσεις του προπορευόμενου τζιπ και άκουσε τον κρότο που κάνει ένα τέτοιο όχημα όταν κατεδαφίζεται. Έστριψε προς το πεζοδρόμιο, και διώχνωντας όσους πεζούς μπορούσε άνοιξε ξανά το γκάζι. Φτάνωντας στην Αριστοτέλους έιδε τον κενό χώρο που ήθελε, και άρχισε να κατεβάινει προς παραλία. Με μεγάλη ταχύτητα έφτανε στην Τσιμισκή, όταν είδε το δεύτερο τζιπ να τον πλησιάζει. Πέρασε σαν τον χάρο την Τσιμισκή και την λεωφόρο Νίκης, και τελευταία στιγμή πριν πάει για μπανάκι στο Θερμαϊκό, έστριψε αριστερά. Ακούγωντας το πλαφ που έκανε και το δεύτερο τζιπ, αισθάνθηκε μια κάποια ανακούφιση. Σιγά σιγά οι αντίπαλοι λιγόστευαν, και η απόσταση που τον χώριζε από τον ηλεκτρονικό οριζώνα γινόταν μικρότερη. Είχε περίπου μισή ώρα στη διάθεση του, αλλά τα βάσανα τελείωναν. Μόνο λίγα χιλιόμετρα και ο αρχηγός. Σιγά σιγά η κίνηση λιγόστευε. Εν τω μεταξύ ο Karbylator του πέταγε darts τα οποία ο Θύμιος απέφευγε με μαεστρία, και καμιά φορά ανταπέδιδε με αστεράκια, τα οποία όμως αστοχούσαν. Είχαν φτάσει πλέον στου Χαριλάου. Και ξαφνικά το είδε. Ένα τεράστιο γρανιτένιο άγαλμα του Μακάριου , να αιωρείται σε μικρή απόσταση από το έδαφος, και να έρχεται με ταχύτητα προς το μέρος του. Είχε ακούσει για την περίεργη εξαφάνιση του αγάλματος από την Αρχιεπισκοπή της Λευκωσίας, αλλά δεν υποψιαζόταν ότι ο Karbylator είχε αρκετή δύναμη έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τόσο δυνατά μάγια ninjutsu. Το καμπριολέ ήταν πολύ κοντά στο chalάκι. Και ενώ ήταν μεταξύ σφύρας και άκμωνος, είδε στα αριστερά του ένα στενό, και έστριψε. Δεν είχε προλάβει όμως να δει το φορτηγό της φάγε που είχε σταματήσει για να παραδώσει γιαούρτια σε παρακείμενο φούρνο. Ετσι ανέβηκε με ταχύτητα στην ανοιχτή καρότσα και προσγειώθηκε φαρδύς πλατύς πάνω σε μια ντάνα από χαρτόκουτα γεμάτα γιαουρτάκια. Μόλις συνήλθε, γύρισε και είδε τον Karbylator σκυμένο από πάνω του. Είχε προλάβει να εκτυναχτεί πριν το άγαλμα πέσει με φόρα πάνω στο όχημα.
«Ήθελα μόνο να σε καθυστερήσω, αλλά φαίνεται ότι ήταν η τυχερή μου μέρα. Είσαι αδύναμος, άξιος της μοίρας σου.» του φώναξε ο Karbylator ενώ ετοιμαζόταν να τον τεμαχίσει με το περίφημο ηλεκτρικό του πριόνι. Ο Θύμιος μάζεψε όση ψυχική ενέργεια του είχε μέινει, για ένα τελευταίο κόλπο. Πόνταρε στην τύχη, αλλά ήταν η τελευταία του ευκαιρία να βγει ζωντανός και να δώσει φαι στους στρατιώτες του. Ξαφνικά 20 κεσεδάκια γιαουρτιού βρέθηκαν να απογειώνονται και να χτυπούν το πρόσωπο του Karbylator. Ο Karbylator, τυφλωμένος από το γιαούρτι, και ζαλισμένος από τα χτυπήματα παραπατούσε. Ο Θύμιος άδραξε την ευκαιρία, και του έριξε μια δυνατή κλωτσιά στα αρχίδια. Ο Karbylator διπλώθηκε στα δυο, και οι λεπίδες του πριονιού άρχησαν να μπήγονται στη σάρκα του. Σ ε δευτερόλεπτα είχε πεθάνει. Ο Θύμιος μάζεψε το χτυπημένο , και λεκιασμένο από αίμα και γιαούρτι κορμί του, και σηκώθηκε αργά αργά. Μπήκε σε ένα διερχόμενο ταξί, έδιωξε τον οδηγό, και άρχισε να οδηγεί μανιασμένα προς το διαμέρισμα στην Καλαμαριά. Έφτασε κυριολεκτικά στο παρά πέντε, και στο παρά ένα (δευτερόλεπτο), είχε καθίσει μπροστά στην οθώνη, συνδεθεί με τον ηλεκτρωνικό οριζώνα και θερίσει..... Αφού είχε εξασφαλίσει την τροφή των στρατιωτών του καθησε και αναλογίστηκε τα λόγια του σεβάσμιου δάσκαλου του...
«Ο δρόμος του ninja προς το μεγαλείο, είναι στρωμένος με κακουχίες, βάσανα, αίμα και πολύ γιαούρτι».
Ευτυχώς οι ικανότητες του ήταν ένας δυνατός σύμμαχος. Ήξερε να σκαρφαλώνει σε λεωφορεία, να οδηγεί με τετρακάβαλο, να κάνει σούζες, και σταυροβελωνιά, πράγματα απαραίτητα για να επιβιώσεις ως οδηγός στην πόλη. Πέσα από την στολή του βρίσκονταν ένα πανίσχυρο κατάνα, 15 αστεράκια, ένα μπωλ vegetable chow-mein, πέντε γεύματα του σταθμού και ένα ζευγάρι ξυλάκια. Πολύτιμα εργαλεία της δουλειάς δηλαδή. Και είχε μόλις γεμήσει το ντεπόζιτο.
Έβαλε τα μαύρα του γυαλιά και ξεχύθηκε στην Μοναστηρίου σαν σύφωνας μέσα από τα ΚΤΕΛ και άρχησε να την κατεβαίνει. Γρήγορα εμφανίστηκε το πρώτο εμπόδιο. Παππούς με Π που προσπαθούσε να διασχύσει παράνομα τον δρόμο, ενώ ο Θύμιος είχε πιάσει τελική. Δεν πτοήθηκε όμως. Με μεγάλη ταχύτητα έκοψε αριστερά, ανέβηκε στη ράμπα παρακείμενου φορτηγού της Express Service, και την κατάληλη στιγμή, (nanosecond πριν γίνει χαλκομανία στην καμπίνα), έδωσε ένα σάλτο δεξιά, περνώντας ίντσες πάνω από το κεφάλι του συνταξιούχου. Ο παππούς έπαθε καρδιακό, εγκεφαλικό και παρουσίασε σύνδρομο του Touret, αλλά κατά τ΄άλλα έμεινε άθικτος.
Εν τω μεταξύ ο Θύμιος στιγμιαία υπέθεσε πως ο παππούς ήταν κομμάτι των προσπαθειών του προαιώνιου εχθρού, του, του Τrisatanic Karbylator, με στόχο την οργάνωση του. Ο Karbylator επεκτεινώταν επικίνδυνα και ήταν υπερβολικά φιλόδοξος. Μόλις πριν μια βδομάδα είχε αφήσει σώβρακο τον κοινό τους εχθρό, τον Hyperφύαλλους Progressiveman, σε κοινή θέα, σε γνωστό sushi bar της πόλης. Όλα αυτά έκαναν τον Θύμιο να ανησυχεί. Ίσως τώρα να ήταν η σειρά του. Και ο Θύμιος δεν ήθελε να έχει την τύχη των άλλων.
Εν τω μεταξύ ο χρόνος έτρεχε, και ο Θύμιος προχωρούσε ανάμεσα σε αμάξια και φορτηγά. Η κίνηση ήταν πολλύ πυκνή, και μερικές φορές, τα λεωφορεία του ΟΑΣΘ έκαναν την κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη. Κάθε φορά που ένα έκανε στάση, δημιουργούσε την αναπόφευκτη ουρά από αμάξια. Ο πότε προσπέρναγε, και όταν το προσπέρασμα έμοιαζε σαν αυτοκτονία, απλά σκαρφάλωνε στην οροφή και πέρναγε από πάνω.
Με τα πολλά έφτασε στο σταθμό του ΟΣΕ. Ξαφνικά, και ενώ έκανε να περάσει το φανάρι, δύο τζιπ και τέσσερις μηχανές να πλησιάζουν. Έστριψε απότομα αριστερά, μπήκε ανάμεσα στα δύο τζιπ, και ενώ έκανε έναν περίτεχνο ελιγμό ανακάλυψε ότι πίσω από τα τζιπ ερχόταν ένα παλιό αμερικάνικο καμπριολέ, πάνω στο οποίο βρισκόταν ο Karbylator. Και ενώ έκανε και δεύτερη μανούβρα για να αποφύγει και το νέο εμπόδιο, το καμπριολέ με μια κίνηση τετ-α-κε τον έκλεισε. Ξαφνικά ο Θύμιος βρέθηκε εγκλωβισμένος ανάμεσα στα δύο τζιπ, το καμπριολέ, και μια ζαρντινιέρα.
«ΧΑ ΧΑ σε περικύκλωσαμε Θύμιο, είσαι χαμένος από χέρι, τώρα, δεν θα ταίσεις τους στρατιώτες σου, αυτή τη βδομάδα, θα μείνουν από δυνάμεις και θα τους αποδεκατίσω, και τότε εγώ, ο Trisatanic Karbylator θα κάνω ένα ακόμα βήμα για να γίνω ο μεγαλύτερος νίντζα του κόσμου!»
Όμως ο Θύμιος δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη. Με μία κίνηση αστραπή, έβγαλε το κατάνα και έκανε δύο τομές στην ζαρντινιέρα αρκετά μεγάλες για να χωράει και αυτός και ο chalάκι, κόβωντας στην πορεία και δύο εχθρικούς νίντζα, έναν υπάλληλο delivery, έναν δονητή και μια γυναικεία καρδιά στη μέση. Ευθύς όρμησε προς προς την σάλα αναχωρήσεων του σταθμού. Την διέσχυσε με μεγάλη ταχύτητα, και εφτασε στην αποβάθρα νούμερο ένα. Έκανε ένα πήδημα και πέρασε στην απέναντι αποβάθρα, την στιγμή ακριβώς που έφτανε το IC 52 από Αθήνα . Πρόλαβε στοπ τσακ, πράγμα που δεν κατάφεραν οι επόμενοι δύο αναβάτες, παρά το γεγονός ότι είχαν πολλύ πιο δυνατές μηχανές.
Ο Θύμιος άκουσε τον κρότο. Ανακουφίστηκε. «Μετά από αυτό δεν θα ξανακράξω ποτέ τον ΟΣΕ», σκέφτηκε. Εν τω μεταξύ η αποβάθρα τελείωνε και στην διπλανή υπήρχαν δύ μηχανές που τον ακολουθούσαν. Με μια κίνηση έριξε τέσσερα αστεράκια του ninja προς την κατεύθυνση τους. Το ένα χτύπησε την μία στο ντεπόζιτο,, το δεύτερο το χέρι του οδηγού της μηχανής, το τρίτο το μπροστά λάστιχο της δεύτερης μηχανής, και το τέταρτο βρέθηκε καρφωμένο στον τοίχο ανάμεσα σε αγόρι και ένα κορίτσι που χαμουρεύονταν σε ένα παγκάκι. Ο Θύμιος, κατέβασε το μηχανάκι στις ράγες και πάτησε γκάζι
Γρήγορα βρέθηκε στο τέλος των γραμμών. Το μόνο που τον χώριζε από τον αμέσος επόμενο κάθετο της Μοναστηρίου ήταν μια μάντρα από μπετό. Κανένα πρόβλημα. Με μια αστραπιαία κίνηση του κατάνα κομμάτιασε τον τοίχο, κάνωντας καλοκαιρινό και ένα διερχόμενο ταξί και φτιάχνωντας μια ολοκαίνουρια μοϊκάνα στον ταξιτζή. Γρήγορα μπήκε ξανά στην Εγνατία για να συνεχίσει τον δρόμο του. Όμως ανακάλυψε ότι τίποτα δεν κουνιώταν στο δρόμο. Οι αντίπαλοι ninja τον έψαχναν χωρίς να έχουν ιδέα που βρισκόταν. Σιγά σιγά άρχισε να κινείται ανάμεσα στα ακινητοποιημένα οχήματα. Ξαφνικά άκουσε ένα βριχυθμό. Γύρισε και είδε ότι τον είχαν ανακαλύψει, και είχαν αρχίσει να ανυψώνουν με ειδικές αναρτήσεις το αμάξι και τα τζιπ για να τον φτάσουν, ενώ κάμποσοι ninja που ήταν πεζοί τον πλησίαζαν. Ξαναπάτησε γκάζι και άρχισε να σκαρφαλώνει στις σκεπές των διερχόμενων ΙΧ. Φτάνωντας στην διασταύρωση με την Λαγκαδά, είδε ότι για όλα αυτά είχε σπαταλήσει ούτε λίγο όύτε πολύ μία ώρα. Στο επόμενο άνοιγμα έπρεπε να σταματήσει το σκαρφάλωμα , και να βγει σε ανοιχτό δρόμο για να αναπτύξει ταχύτητα. Όμως όλα ήταν ακινητοποιημένα και στους κάθετους δρόμους. Αποφάσησε στο επόμενο άνοιγμα να πάει προς παραλία. Η Νίκης έχει τουλάχιστον τεράστιο πεζοδρόμιο οπότε εκεί μπορούσε να αναπληρώσει τον χαμένο χρόνο. Εν τω μεταξύ τα τζιπ πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Φτάνωντας στην Κολόμβου, συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό. Πέταξε 4 αστεράκια στις αναρτήσεις του προπορευόμενου τζιπ και άκουσε τον κρότο που κάνει ένα τέτοιο όχημα όταν κατεδαφίζεται. Έστριψε προς το πεζοδρόμιο, και διώχνωντας όσους πεζούς μπορούσε άνοιξε ξανά το γκάζι. Φτάνωντας στην Αριστοτέλους έιδε τον κενό χώρο που ήθελε, και άρχισε να κατεβάινει προς παραλία. Με μεγάλη ταχύτητα έφτανε στην Τσιμισκή, όταν είδε το δεύτερο τζιπ να τον πλησιάζει. Πέρασε σαν τον χάρο την Τσιμισκή και την λεωφόρο Νίκης, και τελευταία στιγμή πριν πάει για μπανάκι στο Θερμαϊκό, έστριψε αριστερά. Ακούγωντας το πλαφ που έκανε και το δεύτερο τζιπ, αισθάνθηκε μια κάποια ανακούφιση. Σιγά σιγά οι αντίπαλοι λιγόστευαν, και η απόσταση που τον χώριζε από τον ηλεκτρονικό οριζώνα γινόταν μικρότερη. Είχε περίπου μισή ώρα στη διάθεση του, αλλά τα βάσανα τελείωναν. Μόνο λίγα χιλιόμετρα και ο αρχηγός. Σιγά σιγά η κίνηση λιγόστευε. Εν τω μεταξύ ο Karbylator του πέταγε darts τα οποία ο Θύμιος απέφευγε με μαεστρία, και καμιά φορά ανταπέδιδε με αστεράκια, τα οποία όμως αστοχούσαν. Είχαν φτάσει πλέον στου Χαριλάου. Και ξαφνικά το είδε. Ένα τεράστιο γρανιτένιο άγαλμα του Μακάριου , να αιωρείται σε μικρή απόσταση από το έδαφος, και να έρχεται με ταχύτητα προς το μέρος του. Είχε ακούσει για την περίεργη εξαφάνιση του αγάλματος από την Αρχιεπισκοπή της Λευκωσίας, αλλά δεν υποψιαζόταν ότι ο Karbylator είχε αρκετή δύναμη έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τόσο δυνατά μάγια ninjutsu. Το καμπριολέ ήταν πολύ κοντά στο chalάκι. Και ενώ ήταν μεταξύ σφύρας και άκμωνος, είδε στα αριστερά του ένα στενό, και έστριψε. Δεν είχε προλάβει όμως να δει το φορτηγό της φάγε που είχε σταματήσει για να παραδώσει γιαούρτια σε παρακείμενο φούρνο. Ετσι ανέβηκε με ταχύτητα στην ανοιχτή καρότσα και προσγειώθηκε φαρδύς πλατύς πάνω σε μια ντάνα από χαρτόκουτα γεμάτα γιαουρτάκια. Μόλις συνήλθε, γύρισε και είδε τον Karbylator σκυμένο από πάνω του. Είχε προλάβει να εκτυναχτεί πριν το άγαλμα πέσει με φόρα πάνω στο όχημα.
«Ήθελα μόνο να σε καθυστερήσω, αλλά φαίνεται ότι ήταν η τυχερή μου μέρα. Είσαι αδύναμος, άξιος της μοίρας σου.» του φώναξε ο Karbylator ενώ ετοιμαζόταν να τον τεμαχίσει με το περίφημο ηλεκτρικό του πριόνι. Ο Θύμιος μάζεψε όση ψυχική ενέργεια του είχε μέινει, για ένα τελευταίο κόλπο. Πόνταρε στην τύχη, αλλά ήταν η τελευταία του ευκαιρία να βγει ζωντανός και να δώσει φαι στους στρατιώτες του. Ξαφνικά 20 κεσεδάκια γιαουρτιού βρέθηκαν να απογειώνονται και να χτυπούν το πρόσωπο του Karbylator. Ο Karbylator, τυφλωμένος από το γιαούρτι, και ζαλισμένος από τα χτυπήματα παραπατούσε. Ο Θύμιος άδραξε την ευκαιρία, και του έριξε μια δυνατή κλωτσιά στα αρχίδια. Ο Karbylator διπλώθηκε στα δυο, και οι λεπίδες του πριονιού άρχησαν να μπήγονται στη σάρκα του. Σ ε δευτερόλεπτα είχε πεθάνει. Ο Θύμιος μάζεψε το χτυπημένο , και λεκιασμένο από αίμα και γιαούρτι κορμί του, και σηκώθηκε αργά αργά. Μπήκε σε ένα διερχόμενο ταξί, έδιωξε τον οδηγό, και άρχισε να οδηγεί μανιασμένα προς το διαμέρισμα στην Καλαμαριά. Έφτασε κυριολεκτικά στο παρά πέντε, και στο παρά ένα (δευτερόλεπτο), είχε καθίσει μπροστά στην οθώνη, συνδεθεί με τον ηλεκτρωνικό οριζώνα και θερίσει..... Αφού είχε εξασφαλίσει την τροφή των στρατιωτών του καθησε και αναλογίστηκε τα λόγια του σεβάσμιου δάσκαλου του...
«Ο δρόμος του ninja προς το μεγαλείο, είναι στρωμένος με κακουχίες, βάσανα, αίμα και πολύ γιαούρτι».
Monday, December 20, 2010
Moonlight Drive
Μεσάνυχτα και έχω μόλις τελειώσει βάρδυα στο κανάλι. Ο αέρας μυρίζει καμένο, και τα μυαλά μου θυμίζουν πουρέ. Περπατάω σιγά σιγά, και γεύομαι την παγωμένη ατμόσφαιρα. Φτάνω στην Dolly, ανοίγω την πόρτα και ξάφνου βρίσκομαι μέσα. Ανάβω τη μηχανή, το ράδιο. Μια γλυκειά φωνή με προϋπαντεί.
I wish I had a river so long,
I would teach my feet to fly.
Το μυαλό μου είναι μπερδεμένο, όχι δεν θα πάω σπίτι τώρα. Πάντα, η οδήγηση μου καθάριζε το μυαλό, ιδίως η νυχτερινή. H βραδυνή Αθήνα πάντα είχε μια σχετική σαγίνη. Λίγος κόσμος, και ένα μυστήριο σε κάθε γωνία. Σταματάω στο φανάρι. Κόκκινο. Και η Μεσογείων άδεια. Περιμένω, περιμένω, περιμένω. Περν’αει ένας τύπος με κουκούλα. Κρατάει ένα από αυτά τα μαραφέτια που χρησιμοποιούν οι Πακιστανοί των φαναριών, αλλά μέσα στο σκοτάδι, αυτό μοιάζει με δρεπάνι.
There's a man going around taking names
And he decides who to free and who to blame
Everybody won't be treated all the same
There'll be a golden ladder reaching down
When the man comes around
Ανάβει πράσινο, ξεκινάω, και ο μοναχικός ξένος συνεχίζει τον δρόμο του. Εγώ κατεβαίνω προς το κέντρο. Σιγά, σιγά, βγαίνω από τον κόσμο των προαστίων και μπαίνω στην πόλη. Κηφισίας και Πανόρμου. Ένας τύπο διασχίζει τον δρόμο κρατώντας ένα συνθεσάιζερ. Τρεκλίζει ελαφρά.Το πέρα δώθε του διακόπτεται από δύο άλλους τύπους που κουβαλάνε θήκες για κιθάρες. Τον τραβάνε και συνεχίζουν τον δρόμο τους.
The piano has been drinking,
Not me.
Και εγώ συνεχίζω. Η μοναχική διαδρομή, με συντρόφους την πιστή μου Dolly και την μουσική συνεχίζεται.Περνάω από την ΓΑΔΑ και βλέπω τον μοναδικό σκοπό που ξεφυλίζει κάποιο κιτρινιάρικο έντυπο, απ’ αυτά που έχουν στο πρωτοσέλιδο πηχιαίους τίτλους τύπου « Σοκαριστική δήλωση του Τηλεπερσόνιου Μηντιάκη: Η Μαίρη Τηλεψωναρίδου πέρνει πίπες από αεροσκάφη». Εγώ σκέφτομαι ότι πιο μαύρο και άραχνο θα μπορούσε να περάσει από το μυαλό μου.
Fai schifo
Pezzo di merda
Fai proprio schifo
Vafanculo va
Stronzo bastardo
Συνεχίζω, τώρα κατεβαίνω την Ιπποκράτους. Ο δρόμος μέσα στο μαύρο σκοτάδι. Πηγαίνω χαλαρά χαλαρά. Σχεδόν με ταχύτητα πεζού. Ο τα ξιτζής διπλα μου κορνάρει. Του κάνω σήμα να με προσπεράσει, ο δρόμος ούτως ή άλλως είναι ελεύθερος, μπορεί να πάει όπως γουστάρει.Εγώ είμαι απλά χαλαρός. Φτάνω στη νομική. Ένα καυτό μίνι σχεδόν μου κάνει σήμα για οτοστόπ. Όμορφη, ερωτική φάτσα.
Ι feel my body reeling,
times no matter, I'm on fire.
On the playground, love.
Όμως απλά την προσπερνάω. Έχω την υποψία ότι με την περίπτωση της παίζει περισσότερο τον «Εδώ μωρή, θα λέγεσαι Μαρία», και ξενερώνω απλά και μόνο στην ιδέα του νταβατζή που μετράει τα ευρώ που έβγαλε για πάρτη του η κοπέλα. Μακρυά, αγαπημένοι και με ύσηχη συνείδηση.
Ο δρόμος με βγάζει στην Ομόνοια. Ψιλόλυγνες φιγούρες σέρνονται πάνω στο οδόστρωμα και κοιτούν μέ ένα κενό βλέμμα. Οι απόκληροι της Αθήνας. Η Ομόνοια είναι ένα σοκ για όποιον ζει στη γυάλινη φούσκα των βορείων προαστίων.
There ought to be a law
Against you comin' around
You should be made
To wear earphones
Because something is happening here
But you don't know what it is
Do you, Mister Jones?
Κατεβαίνω την Πειραιώς. Σταματάω σε κάποιο φανάρι. Δίπλα μου ένα ακόμη ταξί. Κοιτάω μέσα. Φαντάροι, πιθανόν σε άδεια, μάλλον μόλις κατέβηκαν από το τελευταίο τραίνο. Γυρνούν από υπηρεσία στα σύνορα. Μας φυλάνε από αόρατους εχθρούς, και από φτωχοδιάβολους που έρχονται στην Ευρώπη για μια ανθρώπινη ζωή. Εκτελούν για ένα χρόνο τις εντολές κάποιων άκαρδων γραφειοκρατών που τους βλέπουν όλους σαν αριθμούς.
You fasten all the triggers
For the others to fire
Then you set back and watch
While the death count gets higher
Πιθανόν να έχουν έρθει με άδεια, μπας και νοιώσουν και αυτοί λίγο άνθρωποι. Συνεχίζω να κατεβαίνω. Φτάνω στο Δέλτα, και ρίχνω κορώνα γράμματα. Πειραιάς ή Σούνιο. Μου βγάζει Σούνιο. Εδώ η κίνηση είναι κάπως πιο πυκνή. Ξενυχτάδικα. Νάυλον ντέφια ψώφια κέφια. Η αποθέωση της ΚΔΟΑ (Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια), προσωποποιημένη στα πρόσωπα του χλιδάτου χλιμήτζουρα με το υπεραυτοκίνητο και της ατσαλάκωτης γκόμενας στη θέση του συνοδηγού. Ο ι νεόκοποι αστοί του χρηματιστηρίου στην καλύτερη τους. Αυτή η Αθήνα που με θλίβει, αυτή η Αθήνα που με σκοτώνει.
I begged you to stab me
you tore my shirt open
And I'm down on my knees tonight
Εκεί, δίπλα στο παλιό αεροδρόμιο, κάνω ένα διάλλειμα σε μία καντίνα. Καφές που κρατάει ξύπνιο Ταύρο και παγωμένο νερό. Ο ιδιοκτήτης φιλοσοφεί με έναν πελάτη. «Όλα είναι σκόνη, όλα. Αυτοί οι σαλτιμπάγκοι με τα αμάξια δεν το καταλαβαίνουν. Σκόνη είναι και αυτά. Μάρκος Βαμβακάρης. Όσοι έχουνε πολλά λεφτά, στον τάφο θα τα πάρουν; Σοφός ο Μάρκος. Να σου πω το μόνο που μένει είναι η αγάπη, και αυτή την κερδίζεις δεν την αγοράζεις. Αλλά που να το καταλάβουν αυτοί».
Εγώ πίνω απλά και αργά τον καφέ, ενώ το τρανζιστοράκι παίζει το όταν συμβεί στα πέριξ. Πέρνω και δεύτερο καφέ
One more cup of coffee and I’m gone
Ξαναναξεκινάω κατά τις τέσσερις. Να προλάβω ξημέρωμα στο ναό του Ποσειδώνα. Περνάω τη Βάρκιζα και αρχίζω να καίω τα λάστιχα της Dolly.
I'll burn my tomorrows
And I'll stand inside today
At the edge of the future
And my dreams all fade away
I'll burn my shadow away
I'll burn my shadow away
Οδηγώ σχεδόν δίχως αύριο με το κοντέρ να έχει πιάσει τα 140. Ο δρόμος είναι και πάλι άδειος, με προϋπαντούν μόνο τα νυσταγμένα φώτα μιάς νυσταγμένης νταλίκας. Οι τελευταίες στροφές περνούν με ταχύτητα φωτός. Φτάνω, ο χώρος είναι κλειστός. Κανένα πρόβλημα απολύτως. Καβαλάω τα συρματοπλέγματα
Και μπαίνω στον χώρο. Μπούζι, αγιάζι και σκοτάδι. Ξαφνικά οι πρώτες ακτίνες του ήλιου κοκκινίζουν τον ουρανό και η μορφή μιας γυναίκας, εμφανίζεται σαν αντικατοπτρισμός στο νερό. Ανάβω τσιγάρο, βαρύ, σέρτικο, και παρακολουθώ καθώς με πλησιάζει.
Όταν καπνίζει ο λουλάς......
Ξαφνικά, μέσα στο πυροκόκκινο σκηνικό πιάνει μια ομίχλη.
Please, walk me out in the morning dew.
Can't walk you out in no morning dew.
Και αυτή συνεχίζει να πλησιάζει, με φίδια να ανεμίζουν στο κεφάλι της
Sunday morning and I'm falling
I've got a feeling I don't want to know
Early dawning, Sunday morning
It's all the streets you crossed, not so long ago
Ξαφνικά ο ήλιος εμφανίζεται, η ομίχλη διαλύεται και τα πάντα λούζωνται από φως. Το μυαλό μου, λες και έχει καθαρίσει πλέον. Πάντα το χάραμα μου έφερνε μια μορφή κάθαρσης, με βοήθαγε να ηρεμήσω. Γυρνάω στην Dolly. «Πάμε Dolly. Πάμε σπίτι. Και αύριο ποιός ξέρει που και με ποιούς θα μας βρει η αυγή».
I wish I had a river so long,
I would teach my feet to fly.
Το μυαλό μου είναι μπερδεμένο, όχι δεν θα πάω σπίτι τώρα. Πάντα, η οδήγηση μου καθάριζε το μυαλό, ιδίως η νυχτερινή. H βραδυνή Αθήνα πάντα είχε μια σχετική σαγίνη. Λίγος κόσμος, και ένα μυστήριο σε κάθε γωνία. Σταματάω στο φανάρι. Κόκκινο. Και η Μεσογείων άδεια. Περιμένω, περιμένω, περιμένω. Περν’αει ένας τύπος με κουκούλα. Κρατάει ένα από αυτά τα μαραφέτια που χρησιμοποιούν οι Πακιστανοί των φαναριών, αλλά μέσα στο σκοτάδι, αυτό μοιάζει με δρεπάνι.
There's a man going around taking names
And he decides who to free and who to blame
Everybody won't be treated all the same
There'll be a golden ladder reaching down
When the man comes around
Ανάβει πράσινο, ξεκινάω, και ο μοναχικός ξένος συνεχίζει τον δρόμο του. Εγώ κατεβαίνω προς το κέντρο. Σιγά, σιγά, βγαίνω από τον κόσμο των προαστίων και μπαίνω στην πόλη. Κηφισίας και Πανόρμου. Ένας τύπο διασχίζει τον δρόμο κρατώντας ένα συνθεσάιζερ. Τρεκλίζει ελαφρά.Το πέρα δώθε του διακόπτεται από δύο άλλους τύπους που κουβαλάνε θήκες για κιθάρες. Τον τραβάνε και συνεχίζουν τον δρόμο τους.
The piano has been drinking,
Not me.
Και εγώ συνεχίζω. Η μοναχική διαδρομή, με συντρόφους την πιστή μου Dolly και την μουσική συνεχίζεται.Περνάω από την ΓΑΔΑ και βλέπω τον μοναδικό σκοπό που ξεφυλίζει κάποιο κιτρινιάρικο έντυπο, απ’ αυτά που έχουν στο πρωτοσέλιδο πηχιαίους τίτλους τύπου « Σοκαριστική δήλωση του Τηλεπερσόνιου Μηντιάκη: Η Μαίρη Τηλεψωναρίδου πέρνει πίπες από αεροσκάφη». Εγώ σκέφτομαι ότι πιο μαύρο και άραχνο θα μπορούσε να περάσει από το μυαλό μου.
Fai schifo
Pezzo di merda
Fai proprio schifo
Vafanculo va
Stronzo bastardo
Συνεχίζω, τώρα κατεβαίνω την Ιπποκράτους. Ο δρόμος μέσα στο μαύρο σκοτάδι. Πηγαίνω χαλαρά χαλαρά. Σχεδόν με ταχύτητα πεζού. Ο τα ξιτζής διπλα μου κορνάρει. Του κάνω σήμα να με προσπεράσει, ο δρόμος ούτως ή άλλως είναι ελεύθερος, μπορεί να πάει όπως γουστάρει.Εγώ είμαι απλά χαλαρός. Φτάνω στη νομική. Ένα καυτό μίνι σχεδόν μου κάνει σήμα για οτοστόπ. Όμορφη, ερωτική φάτσα.
Ι feel my body reeling,
times no matter, I'm on fire.
On the playground, love.
Όμως απλά την προσπερνάω. Έχω την υποψία ότι με την περίπτωση της παίζει περισσότερο τον «Εδώ μωρή, θα λέγεσαι Μαρία», και ξενερώνω απλά και μόνο στην ιδέα του νταβατζή που μετράει τα ευρώ που έβγαλε για πάρτη του η κοπέλα. Μακρυά, αγαπημένοι και με ύσηχη συνείδηση.
Ο δρόμος με βγάζει στην Ομόνοια. Ψιλόλυγνες φιγούρες σέρνονται πάνω στο οδόστρωμα και κοιτούν μέ ένα κενό βλέμμα. Οι απόκληροι της Αθήνας. Η Ομόνοια είναι ένα σοκ για όποιον ζει στη γυάλινη φούσκα των βορείων προαστίων.
There ought to be a law
Against you comin' around
You should be made
To wear earphones
Because something is happening here
But you don't know what it is
Do you, Mister Jones?
Κατεβαίνω την Πειραιώς. Σταματάω σε κάποιο φανάρι. Δίπλα μου ένα ακόμη ταξί. Κοιτάω μέσα. Φαντάροι, πιθανόν σε άδεια, μάλλον μόλις κατέβηκαν από το τελευταίο τραίνο. Γυρνούν από υπηρεσία στα σύνορα. Μας φυλάνε από αόρατους εχθρούς, και από φτωχοδιάβολους που έρχονται στην Ευρώπη για μια ανθρώπινη ζωή. Εκτελούν για ένα χρόνο τις εντολές κάποιων άκαρδων γραφειοκρατών που τους βλέπουν όλους σαν αριθμούς.
You fasten all the triggers
For the others to fire
Then you set back and watch
While the death count gets higher
Πιθανόν να έχουν έρθει με άδεια, μπας και νοιώσουν και αυτοί λίγο άνθρωποι. Συνεχίζω να κατεβαίνω. Φτάνω στο Δέλτα, και ρίχνω κορώνα γράμματα. Πειραιάς ή Σούνιο. Μου βγάζει Σούνιο. Εδώ η κίνηση είναι κάπως πιο πυκνή. Ξενυχτάδικα. Νάυλον ντέφια ψώφια κέφια. Η αποθέωση της ΚΔΟΑ (Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια), προσωποποιημένη στα πρόσωπα του χλιδάτου χλιμήτζουρα με το υπεραυτοκίνητο και της ατσαλάκωτης γκόμενας στη θέση του συνοδηγού. Ο ι νεόκοποι αστοί του χρηματιστηρίου στην καλύτερη τους. Αυτή η Αθήνα που με θλίβει, αυτή η Αθήνα που με σκοτώνει.
I begged you to stab me
you tore my shirt open
And I'm down on my knees tonight
Εκεί, δίπλα στο παλιό αεροδρόμιο, κάνω ένα διάλλειμα σε μία καντίνα. Καφές που κρατάει ξύπνιο Ταύρο και παγωμένο νερό. Ο ιδιοκτήτης φιλοσοφεί με έναν πελάτη. «Όλα είναι σκόνη, όλα. Αυτοί οι σαλτιμπάγκοι με τα αμάξια δεν το καταλαβαίνουν. Σκόνη είναι και αυτά. Μάρκος Βαμβακάρης. Όσοι έχουνε πολλά λεφτά, στον τάφο θα τα πάρουν; Σοφός ο Μάρκος. Να σου πω το μόνο που μένει είναι η αγάπη, και αυτή την κερδίζεις δεν την αγοράζεις. Αλλά που να το καταλάβουν αυτοί».
Εγώ πίνω απλά και αργά τον καφέ, ενώ το τρανζιστοράκι παίζει το όταν συμβεί στα πέριξ. Πέρνω και δεύτερο καφέ
One more cup of coffee and I’m gone
Ξαναναξεκινάω κατά τις τέσσερις. Να προλάβω ξημέρωμα στο ναό του Ποσειδώνα. Περνάω τη Βάρκιζα και αρχίζω να καίω τα λάστιχα της Dolly.
I'll burn my tomorrows
And I'll stand inside today
At the edge of the future
And my dreams all fade away
I'll burn my shadow away
I'll burn my shadow away
Οδηγώ σχεδόν δίχως αύριο με το κοντέρ να έχει πιάσει τα 140. Ο δρόμος είναι και πάλι άδειος, με προϋπαντούν μόνο τα νυσταγμένα φώτα μιάς νυσταγμένης νταλίκας. Οι τελευταίες στροφές περνούν με ταχύτητα φωτός. Φτάνω, ο χώρος είναι κλειστός. Κανένα πρόβλημα απολύτως. Καβαλάω τα συρματοπλέγματα
Και μπαίνω στον χώρο. Μπούζι, αγιάζι και σκοτάδι. Ξαφνικά οι πρώτες ακτίνες του ήλιου κοκκινίζουν τον ουρανό και η μορφή μιας γυναίκας, εμφανίζεται σαν αντικατοπτρισμός στο νερό. Ανάβω τσιγάρο, βαρύ, σέρτικο, και παρακολουθώ καθώς με πλησιάζει.
Όταν καπνίζει ο λουλάς......
Ξαφνικά, μέσα στο πυροκόκκινο σκηνικό πιάνει μια ομίχλη.
Please, walk me out in the morning dew.
Can't walk you out in no morning dew.
Και αυτή συνεχίζει να πλησιάζει, με φίδια να ανεμίζουν στο κεφάλι της
Sunday morning and I'm falling
I've got a feeling I don't want to know
Early dawning, Sunday morning
It's all the streets you crossed, not so long ago
Ξαφνικά ο ήλιος εμφανίζεται, η ομίχλη διαλύεται και τα πάντα λούζωνται από φως. Το μυαλό μου, λες και έχει καθαρίσει πλέον. Πάντα το χάραμα μου έφερνε μια μορφή κάθαρσης, με βοήθαγε να ηρεμήσω. Γυρνάω στην Dolly. «Πάμε Dolly. Πάμε σπίτι. Και αύριο ποιός ξέρει που και με ποιούς θα μας βρει η αυγή».
Thursday, December 02, 2010
Sex on the Beach (Ο Θεός αγαπά τον Εμπειρίκο)
Αργά το βράδυ. Κάθομαι στη μπάρα ενός μαγαζιού . Ο dj βαράει άγρια R’n’R. Αυτή μπαίνει σιγά σιγά στο μπαρ. Λυκνίζεται αισθησιακά. Δεν έχει και την τέλεια σιλουέτα, έχει τα πιασιματάκια της. Το μαλί άφρο, Ψιλή. Μελαψή, με καμπύλες, χορεύει και σε κάνει να ζαλίζεσαι. Πλησιάζει τη μπάρα. Κάνει να παραγγείλει.
Que beve? Την διακόπτω.Ron Aneho απαντάει. Παραγγέλνω δύο. Αρχίζει κουβέντα. Τα μάτια μας παίζουν. Χαμογελάει και δείχνει μια τέλεια οδοντοστοιχεία. Ποτάκι, κουβέντα και χωρός. Το kinky afro ανεμίζει και μου στέλνει μονίμως ερωτικά μυνήματα. Ή τουλάχιστον αυτό νομίζω. Η Libido βαράει κόκκινο. Η καρδιά μου τρέχει σαν rollercoaster. Την κοιτάω στα μάτια και τρελαίνομαι. Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Τώρα χορεύμουμε cheek-to-cheek. Τα σώματα μας λειτουργούν σαν ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός. Ah Querida! Η έξαψη έχει φτάσει στα άκρα.
Ξαφνικά κόβω την πάρλα και της ορμάω. Αφήνεται στα φιλιά μου, τα χέρια της κρατάνε σφιχτά τους όμους μου. Φανερά πράγματα, θέλουμε ο ένας τον άλλο φανατικά. Χωρίς πολλά πολλά. Σιγά σιγά κατεβαίνω στον λαιμό της, δαγκώνω απαλά και την κοιτάω. Το τροπάριο από τα decks αλλάζει σιγά σιγά. M’enamore a una morena .Μεγάλε Manu, πως με πιάνεις, τώρα έχω αρχίσει να τρελένομαι. Στο μεταξύ η άλλη έχει αφήσει το σημάδι της στον λαιμό μου. Χαϊδεύω ηδονικά το πλούσιο μπούστο της. Πλησιάζω σε σημείο βρασμού. Αυτή δαγκώνει και γλύφει στα ενδώτερα μου και εγώ έχω μείναι με το ένα χέρι κλειδωμένο στο kinky afro καιτο άλλο κάπου μέσα στο ντεκολτέ της. AAAAAAH QUERIDA!!!! Ορθώνεται, τώρα είναι η σειρά μου για κατάδυση. Γλείφω, δαγκώνω, πιάνω. Ρόγες σαν σταφύλια, ήβη τρυφερή. Ψάχνω και βρίσκω τον καρπό της ευτυχίας μέσα σε αυτήν, αχ τι εξαίσια κλειτορίς!
Εν τω μεταξύ ή άλλη έχει πάθει ντελίριο, θέλει και άλλα εδώ και τώρα. Και εγώ το ίδιο. Την στήνω στο σκαμπώ. Και μπαίνω μέσα της, με την ψωλή να πάλλεται λες και τη διαπερνά στατικός ηλεκτρισμός. Ε, ρε μεγαλεία.
“Tu vas, tu vas et tu viens entre mes reins
Tu vas et tu viens entre mes reins et je te rejoins”
Como te guste?
Folla me! Entra me! Quiero tu passion! Venga TIO!
Η ταχύτητα ανεβαίνει, οι ρυθμοί επιτυχύνονται, φτάνουμε στην υπέρτατη θεϊκή έξταση. Τελειώνουμε εν μέσω άγριων γενετήσιων σπασμών με πίδακες να εκτινάσσονται από τα όργανα μας.
Ξαφνικά ένα χέρι διακόπτει την έκσταση.
-Ρε μαλάκα τι κοιτάς σαν χάνος; Με ρωτάει ο μπάρμαν. Νόμιζα πως σε χάσαμε.
-Ε.... τίποτα, πιάσε ένα Sex on the Beach…
Και γυρνάω στον γέρο που κάθεται δίπλα. Με κοιτά λες και ήρθα από τον Άρη. Τον κοιτάω και’γω.
-Μήπως γνωρίζεται κανένα ενδιαφέρον δημόσιο ουριτήριο ή παρκάκι που μένει ανοιχτό τα βράδυα; Τον ρωτάω....
Que beve? Την διακόπτω.Ron Aneho απαντάει. Παραγγέλνω δύο. Αρχίζει κουβέντα. Τα μάτια μας παίζουν. Χαμογελάει και δείχνει μια τέλεια οδοντοστοιχεία. Ποτάκι, κουβέντα και χωρός. Το kinky afro ανεμίζει και μου στέλνει μονίμως ερωτικά μυνήματα. Ή τουλάχιστον αυτό νομίζω. Η Libido βαράει κόκκινο. Η καρδιά μου τρέχει σαν rollercoaster. Την κοιτάω στα μάτια και τρελαίνομαι. Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο. Τώρα χορεύμουμε cheek-to-cheek. Τα σώματα μας λειτουργούν σαν ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός. Ah Querida! Η έξαψη έχει φτάσει στα άκρα.
Ξαφνικά κόβω την πάρλα και της ορμάω. Αφήνεται στα φιλιά μου, τα χέρια της κρατάνε σφιχτά τους όμους μου. Φανερά πράγματα, θέλουμε ο ένας τον άλλο φανατικά. Χωρίς πολλά πολλά. Σιγά σιγά κατεβαίνω στον λαιμό της, δαγκώνω απαλά και την κοιτάω. Το τροπάριο από τα decks αλλάζει σιγά σιγά. M’enamore a una morena .Μεγάλε Manu, πως με πιάνεις, τώρα έχω αρχίσει να τρελένομαι. Στο μεταξύ η άλλη έχει αφήσει το σημάδι της στον λαιμό μου. Χαϊδεύω ηδονικά το πλούσιο μπούστο της. Πλησιάζω σε σημείο βρασμού. Αυτή δαγκώνει και γλύφει στα ενδώτερα μου και εγώ έχω μείναι με το ένα χέρι κλειδωμένο στο kinky afro καιτο άλλο κάπου μέσα στο ντεκολτέ της. AAAAAAH QUERIDA!!!! Ορθώνεται, τώρα είναι η σειρά μου για κατάδυση. Γλείφω, δαγκώνω, πιάνω. Ρόγες σαν σταφύλια, ήβη τρυφερή. Ψάχνω και βρίσκω τον καρπό της ευτυχίας μέσα σε αυτήν, αχ τι εξαίσια κλειτορίς!
Εν τω μεταξύ ή άλλη έχει πάθει ντελίριο, θέλει και άλλα εδώ και τώρα. Και εγώ το ίδιο. Την στήνω στο σκαμπώ. Και μπαίνω μέσα της, με την ψωλή να πάλλεται λες και τη διαπερνά στατικός ηλεκτρισμός. Ε, ρε μεγαλεία.
“Tu vas, tu vas et tu viens entre mes reins
Tu vas et tu viens entre mes reins et je te rejoins”
Como te guste?
Folla me! Entra me! Quiero tu passion! Venga TIO!
Η ταχύτητα ανεβαίνει, οι ρυθμοί επιτυχύνονται, φτάνουμε στην υπέρτατη θεϊκή έξταση. Τελειώνουμε εν μέσω άγριων γενετήσιων σπασμών με πίδακες να εκτινάσσονται από τα όργανα μας.
Ξαφνικά ένα χέρι διακόπτει την έκσταση.
-Ρε μαλάκα τι κοιτάς σαν χάνος; Με ρωτάει ο μπάρμαν. Νόμιζα πως σε χάσαμε.
-Ε.... τίποτα, πιάσε ένα Sex on the Beach…
Και γυρνάω στον γέρο που κάθεται δίπλα. Με κοιτά λες και ήρθα από τον Άρη. Τον κοιτάω και’γω.
-Μήπως γνωρίζεται κανένα ενδιαφέρον δημόσιο ουριτήριο ή παρκάκι που μένει ανοιχτό τα βράδυα; Τον ρωτάω....
Saturday, October 10, 2009
Περνώντας σύνορα
“ΜΑ το Θεό τόση άμμο δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου”.
Μια περαστική σκέψη που λέει πολλά! Τέξας, μέσα στην κάψα ενός Αυγουστιάτικου πρωινού. Το κογιότ μας έχει αφήσει στη μέση του πουθενά. Και περιμένουμε το σούρουπο μπας και κουνηθούμε λίγα χιλιόμετρα πιο κοντά στον πολιτισμό. Πρέπει κάποια στιγμή να πάρω το λεωφορείο για την Καλιφόρνια. Πάω στο ξαδερφάκι μου. Έχω γραμμένη και τη διέυθυνση του. Κάπου στο Σαν Μπερναντίνο. Εγκυημένη δουλειά. Εργάτης σε ψαράδικο, μια τετρακοσαρού δολάρια ακατέβατα. Και άμα βρω και καμία δεύτερη δουλειά έκανα την τύχη μου. “Πολλά λεφτά αδερφάκι μου, πολλά λεφτά.”
Αλλά τώρα έχω να κάνω με ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Εγώ και όλοι οι άλλοι δηλαδή. Την έρημο. Είναι ντάλα μεσημέρι και δεν υπάρχει σκιά πουθενά. Οι περισσότεροι την έχουν ακούσει από τον ήλιο και περπατάνε σαν υπνοτισμένα κοτόπουλα, άλλοι προσπαθούν εναγωνιώς να σωθούν από την ηλίαση φορώντας τα πλατύγυρα καπέλα τους. Μάταιος κόπος.
Κάποιος βρίσκει την κοίτη ενός ξεροπόταμου. Τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά τουλάχιστον όταν αρχίσει να πέφτει λίγο ο ήλιος θα έχουμε κάμποση σκιά. Και με το σούρουπο αρχίζουμε το περπάτημα μέχρι λίγο πριν την αυγή.
Είμαστε όλοι Μεξικάνοι, ψάχνουμε να βρούμε τρόπο να φτάσουμε στην γή της επαγγελίας. Αχ! Αμερική! Μακρυά από όλα τα βάσανα. Άνθρωποι από όλο το Μεξικό δυανύουν χιλιόμετρα, ακόμη και περπατώντας για να φτάσουν εδώ. Ανοίγουν τρύπες στα συρματοπλέγματα, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ αυτά, αψηφούν σφαίρες και συνοριοφύλακες. Η δίνουν ότι έχουν και δεν έχουν σε ένα κογιότ, έναν δουλέμπορο για να τους μεταφέρει εδώ.
Εμένα είναι η πρώτη μου φορά εδώ. Κάπιοι άλλοι από το γκρουπ όμως έχουν ξανακάνει το δρομολόγιο. Είναι λιγότερο ψαρωμένοι από εμένα, και έχουν μια ιδέα τι και πως να κάνουν. Αυτούς ακολουθούμε σαν γκρουπ.
Τελικά το ξεροπόταμο κάνει δουλειά, δεν μπορώ να πω. Ο ήλιος πέφτει και η σκιά αρχίζει να εμφανίζεται, οπότε και την πέφτουμε κρυμένοι εκεί μέσα. Κάπιοι μένουν ξύπνιοι, σε βάρδιες, μην εμφανιστεί κανείς ανεπιθύμητος. Λίγες ώρες γλυκού ύπνου πριν να ξαναρχίσουμε να περπατάμε.
Μετά από μερικές ώρες ξαναξεκινάμε. Περπατάμε για ώρες, φωρώντας κουβέρτες για να αντιμετωπίσουμε το κρύο. Μάγκα μου το κρύο στην έρημο είναι τσουχτερό. Σου τρυπά τα κόκαλα, σχεδόν. Περπατάμε ώρες χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς πάμε. Πηγαίνουμε και πηγαίνουμε. Σε κάποια φάση πετύχαινουμε κάποιους άλλους Μεξικάνους. Είχαν περάσει από κάποιο άλλο πέρασμα. Μόνο που το κογιότ τους παράτησε όταν είδε τη Migra να φτάνει. Migra λέμε την αστυνομία των συνόρων, γιατί συνήθως πιάνει μετανάστες. Το κογιότ λοιπόν, έκοψε κάμποση ταχύτητα, και τους πέταξε από το φορτηγάκι του. Τι έκοψε ταχύητητα δηλαδή, και πάλι με χίλια θα πήγαινε, γιατί κάπιοι είχανε σπάσει κόκκαλα. Αυτοί έμοιαζαν σα ράκη. Αλλά μπορούσαν να περπατήσουν. Και αυτό ήταν καλό, γιατί εάν έμεναν ακίνητοι, ή που θα τους έπιανε η Migra, ή θα τους λιάνιζαν τα τσακάλια. Μπαίνουν στο γκρουπ μας και περπατάν μαζί μας.
Οι ώρες περνούν, αλλά δεν φτάνουμε πουθενά. Ο πολιτισμός συνεχίζει να βρίσκεται μίλια μακρυά. Το κρύο μας χτυπά στη μάπα, και εγώ έχω αρχίσει να μην την παλεύω. Και οι άλλοι το ίδιο. Αλλά δεν γίνεται να μείνουμε άλλο εδώ. Πρέπει να φτάσουμε στην πόλη, στην εθνική, κάπου. Για να συνεχίσουμε το ταξίδι μέχρι την γη της επαγγελίας. Πολλοί ήδη έχουν ταξιδέψει ως και δύο χιλιάδες μίλια για να φτάσουν εδώ. Σε μια ερημιά μερικές ώρες βόρεια της Χουαρέζ, σχεδόν στο τέλος της διαδρομής. Εάν δεν τους βρουν εδώ, στην έρημο, έχουν περάσει το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής τους.
Μετά από λίγες ώρες βλέπουμε φώτα στον ορίζοντα. Έχουμε φτάσει σε κοντά σε κάποια μικρή πόλη, όπως καταλαβαίνω. Μπαίνουμε μέσα και ψάχνουμε να βρούμε καταφύγιο. Κάποιο ερημωμένο σπίτι, κάποια απόμερη αποθήκη, κάτι για να βγάλουμε τη νύχτα, και ώστε ώντας φρέσκοι το πρωί να μπούμε σε τραίνα ή λεωφορεία για να φτάσουμε σοτυς προορισμούς μας. Όμως μετά από μερικά λετπά περιπλάνισης ακούω φωνές πίσω μας. Αγριεμένες φωνές. Κοιτάω και βλέπω μερικούς γκρίνγκος, καμιά εκατοστή, οπλισμένους με μαδέρια, μαχαίρια και ρόπαλα να τρέχουν μανιασμένα προς το μέρος μου. Αρχίζουμε να τρέχουμε. Κάπιοι, πιο μπροστά, ανοίγουν μαι πόρτα. Καμιά δεκαριά από εμας καταφέρνουμε να μπούμε μέσα, πριν την κλείσουμε για να μην μας καταλάβουν οι κυνηγοί μας. Για τις επόμενες ώρες ακούμε κατάρες, βρισιές, κραυγές πόνου, απειλές, κόκκαλα να σπάνε και σειρήνες. Όταν πια βγαίνουμε, μερικές ώρες αργότερα, με χίλιες προφυλάξεις γιατί μπορεί να παραφυλάνε ή αυτοί ή η migra, η περιοχή μυρίζει αίμα ενώ στο δρόμο βλέπουμε δόντια, σπασμένα τζάμια και άλλα συντρίμια. Βομβαρδισμένο τοπίο. Ιδού η επιτροπή υποδοχής στην Αμέρικα. Προφανώς αυτοί δεν μας θέλουν εδώ. Ίσως όμως να με θέλουν στο Σαν Μπερναντίνο. Δεν μπορεί, ο ξάδερφος μου, μου έγραψε ότι έχει πολλή δουλειά, χρειάζονται εργατικά χέρια. Με αυτή τη μάλλον αισιόδοξη σκέψη, μετά τα όσα είδα, πηγαίνω στο σταθμό των λεωφορείων. Σε λίγο έχω μπει στο λεωφορείο για την Καλιφόρνια. Μια νέα ζωή με περιμένει. Καλύτερη; Χειρότερη; Θα δείξει.
Μια περαστική σκέψη που λέει πολλά! Τέξας, μέσα στην κάψα ενός Αυγουστιάτικου πρωινού. Το κογιότ μας έχει αφήσει στη μέση του πουθενά. Και περιμένουμε το σούρουπο μπας και κουνηθούμε λίγα χιλιόμετρα πιο κοντά στον πολιτισμό. Πρέπει κάποια στιγμή να πάρω το λεωφορείο για την Καλιφόρνια. Πάω στο ξαδερφάκι μου. Έχω γραμμένη και τη διέυθυνση του. Κάπου στο Σαν Μπερναντίνο. Εγκυημένη δουλειά. Εργάτης σε ψαράδικο, μια τετρακοσαρού δολάρια ακατέβατα. Και άμα βρω και καμία δεύτερη δουλειά έκανα την τύχη μου. “Πολλά λεφτά αδερφάκι μου, πολλά λεφτά.”
Αλλά τώρα έχω να κάνω με ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Εγώ και όλοι οι άλλοι δηλαδή. Την έρημο. Είναι ντάλα μεσημέρι και δεν υπάρχει σκιά πουθενά. Οι περισσότεροι την έχουν ακούσει από τον ήλιο και περπατάνε σαν υπνοτισμένα κοτόπουλα, άλλοι προσπαθούν εναγωνιώς να σωθούν από την ηλίαση φορώντας τα πλατύγυρα καπέλα τους. Μάταιος κόπος.
Κάποιος βρίσκει την κοίτη ενός ξεροπόταμου. Τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά τουλάχιστον όταν αρχίσει να πέφτει λίγο ο ήλιος θα έχουμε κάμποση σκιά. Και με το σούρουπο αρχίζουμε το περπάτημα μέχρι λίγο πριν την αυγή.
Είμαστε όλοι Μεξικάνοι, ψάχνουμε να βρούμε τρόπο να φτάσουμε στην γή της επαγγελίας. Αχ! Αμερική! Μακρυά από όλα τα βάσανα. Άνθρωποι από όλο το Μεξικό δυανύουν χιλιόμετρα, ακόμη και περπατώντας για να φτάσουν εδώ. Ανοίγουν τρύπες στα συρματοπλέγματα, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ αυτά, αψηφούν σφαίρες και συνοριοφύλακες. Η δίνουν ότι έχουν και δεν έχουν σε ένα κογιότ, έναν δουλέμπορο για να τους μεταφέρει εδώ.
Εμένα είναι η πρώτη μου φορά εδώ. Κάπιοι άλλοι από το γκρουπ όμως έχουν ξανακάνει το δρομολόγιο. Είναι λιγότερο ψαρωμένοι από εμένα, και έχουν μια ιδέα τι και πως να κάνουν. Αυτούς ακολουθούμε σαν γκρουπ.
Τελικά το ξεροπόταμο κάνει δουλειά, δεν μπορώ να πω. Ο ήλιος πέφτει και η σκιά αρχίζει να εμφανίζεται, οπότε και την πέφτουμε κρυμένοι εκεί μέσα. Κάπιοι μένουν ξύπνιοι, σε βάρδιες, μην εμφανιστεί κανείς ανεπιθύμητος. Λίγες ώρες γλυκού ύπνου πριν να ξαναρχίσουμε να περπατάμε.
Μετά από μερικές ώρες ξαναξεκινάμε. Περπατάμε για ώρες, φωρώντας κουβέρτες για να αντιμετωπίσουμε το κρύο. Μάγκα μου το κρύο στην έρημο είναι τσουχτερό. Σου τρυπά τα κόκαλα, σχεδόν. Περπατάμε ώρες χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς πάμε. Πηγαίνουμε και πηγαίνουμε. Σε κάποια φάση πετύχαινουμε κάποιους άλλους Μεξικάνους. Είχαν περάσει από κάποιο άλλο πέρασμα. Μόνο που το κογιότ τους παράτησε όταν είδε τη Migra να φτάνει. Migra λέμε την αστυνομία των συνόρων, γιατί συνήθως πιάνει μετανάστες. Το κογιότ λοιπόν, έκοψε κάμποση ταχύτητα, και τους πέταξε από το φορτηγάκι του. Τι έκοψε ταχύητητα δηλαδή, και πάλι με χίλια θα πήγαινε, γιατί κάπιοι είχανε σπάσει κόκκαλα. Αυτοί έμοιαζαν σα ράκη. Αλλά μπορούσαν να περπατήσουν. Και αυτό ήταν καλό, γιατί εάν έμεναν ακίνητοι, ή που θα τους έπιανε η Migra, ή θα τους λιάνιζαν τα τσακάλια. Μπαίνουν στο γκρουπ μας και περπατάν μαζί μας.
Οι ώρες περνούν, αλλά δεν φτάνουμε πουθενά. Ο πολιτισμός συνεχίζει να βρίσκεται μίλια μακρυά. Το κρύο μας χτυπά στη μάπα, και εγώ έχω αρχίσει να μην την παλεύω. Και οι άλλοι το ίδιο. Αλλά δεν γίνεται να μείνουμε άλλο εδώ. Πρέπει να φτάσουμε στην πόλη, στην εθνική, κάπου. Για να συνεχίσουμε το ταξίδι μέχρι την γη της επαγγελίας. Πολλοί ήδη έχουν ταξιδέψει ως και δύο χιλιάδες μίλια για να φτάσουν εδώ. Σε μια ερημιά μερικές ώρες βόρεια της Χουαρέζ, σχεδόν στο τέλος της διαδρομής. Εάν δεν τους βρουν εδώ, στην έρημο, έχουν περάσει το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής τους.
Μετά από λίγες ώρες βλέπουμε φώτα στον ορίζοντα. Έχουμε φτάσει σε κοντά σε κάποια μικρή πόλη, όπως καταλαβαίνω. Μπαίνουμε μέσα και ψάχνουμε να βρούμε καταφύγιο. Κάποιο ερημωμένο σπίτι, κάποια απόμερη αποθήκη, κάτι για να βγάλουμε τη νύχτα, και ώστε ώντας φρέσκοι το πρωί να μπούμε σε τραίνα ή λεωφορεία για να φτάσουμε σοτυς προορισμούς μας. Όμως μετά από μερικά λετπά περιπλάνισης ακούω φωνές πίσω μας. Αγριεμένες φωνές. Κοιτάω και βλέπω μερικούς γκρίνγκος, καμιά εκατοστή, οπλισμένους με μαδέρια, μαχαίρια και ρόπαλα να τρέχουν μανιασμένα προς το μέρος μου. Αρχίζουμε να τρέχουμε. Κάπιοι, πιο μπροστά, ανοίγουν μαι πόρτα. Καμιά δεκαριά από εμας καταφέρνουμε να μπούμε μέσα, πριν την κλείσουμε για να μην μας καταλάβουν οι κυνηγοί μας. Για τις επόμενες ώρες ακούμε κατάρες, βρισιές, κραυγές πόνου, απειλές, κόκκαλα να σπάνε και σειρήνες. Όταν πια βγαίνουμε, μερικές ώρες αργότερα, με χίλιες προφυλάξεις γιατί μπορεί να παραφυλάνε ή αυτοί ή η migra, η περιοχή μυρίζει αίμα ενώ στο δρόμο βλέπουμε δόντια, σπασμένα τζάμια και άλλα συντρίμια. Βομβαρδισμένο τοπίο. Ιδού η επιτροπή υποδοχής στην Αμέρικα. Προφανώς αυτοί δεν μας θέλουν εδώ. Ίσως όμως να με θέλουν στο Σαν Μπερναντίνο. Δεν μπορεί, ο ξάδερφος μου, μου έγραψε ότι έχει πολλή δουλειά, χρειάζονται εργατικά χέρια. Με αυτή τη μάλλον αισιόδοξη σκέψη, μετά τα όσα είδα, πηγαίνω στο σταθμό των λεωφορείων. Σε λίγο έχω μπει στο λεωφορείο για την Καλιφόρνια. Μια νέα ζωή με περιμένει. Καλύτερη; Χειρότερη; Θα δείξει.
Thursday, September 10, 2009
Καημένε Ned
“Κακόμοιρο αγοράκι από το Leith, ξόδεψες όλα τα λεφτά σου στη ζα και τις πουτάνες ε; Live fast die last ε; Πως θα τα βγάλεις πέρα πιά; Ξέρεις ότι έτσι και συνεχίσει η κατάσταση θα βρεθείς με τσιμεντένια παπούτσια, να πέρνεις υπνάκο παρέα με τα ψάρια ε; Και αυτό εάν δεν επαναληφτεί το χτεσινό κόλπο, ή δε σου κάνει αλχημείες ο dealer. Μαλάκα!”
Η φωνή της συνείδησης μου είχε μόλις αρχίσει να ουρλιάζει. Σιγά σιγά ξεκίναγα να επανέρχομαι από τη μαστούρα του χτες. Γαμώτο. Πάλι άφραγκος. Δεν θα έχω να φαω για αρκετές μέρες, και θα γίνω σαν τα παιδάκια της Αιθιοπίας εάν συνεχίσω έτσι. Ένας μαλάκας εθισμένος στην πρέζα σαν τη μισή μου γειτονιά. Γαμώτο κάτι πρέπει να κάνω για αυτό. Κάπως πρέπει να μπω σε μια σειρά. Αποτοξίνωση τώρα! Ήρθα στο Dundee για να μορφωθώ, να γiνω άνθρωπος και κατέληξα πρεζάκιας. Το πως τα έχω βγάλει πέρα είναι ένα ζήτημα, αλλά δεν μπορώ άλλο πια. Ιδίως μετά το τελευταίο. Είπαμε ο εθισμός στη σπίντα και τα πληρωμένα γκομενάκια ήρθε αφού με παράτησε η μαλάκω η Tracey. Αλλά δεν μπορώ να πεθάνω για τη μαλάκω. Ήδη παραλίγο να αποδιμήσω εις κύριον τρεις φορές και δεν με πέρνει άλλο να κάνω μαλακίες. Σήμερα σχεδόν έπαθα ανακοπή, έμεινα εντελώς σέκος για αρκετή ώρα, έπρεπε οι γιατροί να μου κάνουν Κ.Α.Ρ.Π.Α για να ξαναβρώ αισθήσεις και αναπνοή. Ξύπνησα στο νοσοκομείο σήμερα το πρωί και ρώτησα κατευθείαν πως μπορώ να αποτοξινωθώ στα γρήγορα από τη ζα. Η καρδιά μου δεν αντέχει άλλη, είμαι 23 και έχω καρδιά πενηντάρη, ετοιμόροπη. Και είμαι και άφραγκος. Οπότε…πρέπει να βρω έναν τρόπο να ζήσω. Να αλλάξω ζωή. Πρέπει να μπω στο πρόγραμμα. Μπαίνει μια νοσοκόμα και την ρωτάω τι πρέπει να κάνω για να μπω στο πρόγραμμα. Μου δίνει ένα ερωτηματολόγιο που πρέπει να απαντήσω και ένα χαρτί για να υπογράψω. Με βάζουν σε λίστα αναμονής. Γαμώτο έξι μήνες περίμενε για να ξεκινήσω……
Δυσκολεύομαι να σκεφτώ πως θα περάσουν αυτοί οι έξι μήνες. Για όλο αυτό το διάστημα θα πρέπει να ζήσω κάθε μέρα με το δίλλημα πόνος-πρέζα. Έξι μήνες μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, που θα είναι θαύμα εάν θα επιζήσω. Φοβάμαι εάν θα επαναλάβω την σημερινή μαλακία, και εάν η επόμενη φορά θα είναι και η μοιραία. Μια φορά κάνεις το λάθος, και δεν διορθώνεται. Γυρνάω σπίτι. Αύριο θα είναι άλλη μια μέρα, με καταχρήσεις και ότι άλλο προκύψει.
Έξι μήνες μετά , ένα ράκος και μισό, περνάω την πόρτα της κλινικής. Δεν με αναγνωρίζω πια. Έχω χάσει 15 κιλά, και μετα βίας μπορώ να περπατήσω. Με κλείνουν σε ένα δωμάτιο, δεμένο, επί 10 μέρες. Πονάω παντού, και ένα αίσθημα αναγούλας με κυριεύει, ενώ αδυνατώ να κοιμηθώ. Βλέπω συνεχώς παραισθήσεις, και αισθάνομαι σαν να έχω βυθιστεί σε ένα αηδιαστικό πράγμα που με πνίγει. Ξερνάω συνέχεια. ΣΥ-ΝΕ –ΧΕΙ-Α. Μέσα όμως από αυτό το αηδιαστικό πράγμα μπορούσα να διακρίνω βέβαια ψήγματα από όσα γίνονταν γύρω μου. Τους γιατρούς που με ελέγχουν, τους ψυχολόγους που με ρωτάνε για το πω;ς αισθάνομαι και προσπαθούν να με ηρεμήσουν, τους βοηθούς τους, τους άλλους που μένουν στην κλινική και έρχονται να μου πουν κάνα δυο λογάκια για να με εμψυχώσουν. Και ξαφνικά κάπoυ στις δέκα μέρες το σώμα μου έχει αποβάλει κάθε ανάγκη για πρέζα. Τώρα ξεκινάνε όμως τα δύσκολα. Πρέπει να απεξαρτηθώ ψυχολογικά, να ξεκόψω από εκεί. Και αυτή είναι η πιο δύσκολη δουλειά. Δηλαδή να μάθω να μην σκέφτομαι τα ναρκωτικά σαν λύση ή ξέσπασμα για τα όποια προβλήματα μου, αλλά να βρω κάποιους άλλους τρόπους να ξεσπάω. Να μην πηγαίνει το μυαλό μου εκεί. Και αυτό με δυσκολεύει. Καημένε Ned Ferguson. Τι σου μέλει να αντιμετοπίσεις. Όλες οι άσχημες προκλήσεις έιναι ακόμη μπροστά σου.
Οι πρώτες μέρες περνάνε σχετικά εύκολα. Γνωρίζω και άλλο κόσμο που πέρασε από την ίδια φάση μ’εμένα , κάνω φίλους. Ακούω πολλή μουσική. Δοκιμάζω να ζωγραφίσω αλλά δεν πιάνει. Και διαβάζω για το πανεπιστήμιο μου.Πηγαίνω συνέχεια στις συναντήσεις του γκρουπ για την ψυχοθεραπεία. Μιλάω με κόσμο. Και προετοιμάζομαι για να βγω στον ξενώνα. Τότε είναι που θα δυσκολέψουν τα πράγματα.
Ο ξενώνας είναι μια άλλη ιστορία. Μένω εκεί εδώ και ένα χρόνο περίπου. Περνάω δύο εξεταστικές, διαβάζω του σκοτωμού και τα καταφέρνω να περάσω όλα τα μαθήματα. Όλα μπαίνουν σε μια σειρά και πλησιάζω κοντά στο πτυχείο. Βλέπω την πρόοδο των φίλων μου. Άλλοι την ξαναπέφτουν στην πρέζα, άλλοι καθαρίζουν. Άλλοι έχουν τις πρώτες επιτυχίες και άλλους τους καταπίνει η σκληρή πραγματικότητα. Και παλεύω. “Μαλάκα Ned Ferguson! Παραλίγο να σε φάει μια ερωτική απογοήτευση ενώ είχες επιζήσει του Leith. Έχε χάρη όμως μπαγάσα που ξύπνησες όσο ήταν ακόμη καιρός”. Η ίδια φωνούλα και πάλι.
Αχνοακούω όμως και μια άλλη που ζητά τη μαστούρα…Αλλά έχω κλήσει την πόρτα πια….Γιατί εθίστικα σε κάτι άλλο… Τη νέα μου σχέση, που δεν έχει σχέση με τις παλιές κακές παρέες….Nice?
Η φωνή της συνείδησης μου είχε μόλις αρχίσει να ουρλιάζει. Σιγά σιγά ξεκίναγα να επανέρχομαι από τη μαστούρα του χτες. Γαμώτο. Πάλι άφραγκος. Δεν θα έχω να φαω για αρκετές μέρες, και θα γίνω σαν τα παιδάκια της Αιθιοπίας εάν συνεχίσω έτσι. Ένας μαλάκας εθισμένος στην πρέζα σαν τη μισή μου γειτονιά. Γαμώτο κάτι πρέπει να κάνω για αυτό. Κάπως πρέπει να μπω σε μια σειρά. Αποτοξίνωση τώρα! Ήρθα στο Dundee για να μορφωθώ, να γiνω άνθρωπος και κατέληξα πρεζάκιας. Το πως τα έχω βγάλει πέρα είναι ένα ζήτημα, αλλά δεν μπορώ άλλο πια. Ιδίως μετά το τελευταίο. Είπαμε ο εθισμός στη σπίντα και τα πληρωμένα γκομενάκια ήρθε αφού με παράτησε η μαλάκω η Tracey. Αλλά δεν μπορώ να πεθάνω για τη μαλάκω. Ήδη παραλίγο να αποδιμήσω εις κύριον τρεις φορές και δεν με πέρνει άλλο να κάνω μαλακίες. Σήμερα σχεδόν έπαθα ανακοπή, έμεινα εντελώς σέκος για αρκετή ώρα, έπρεπε οι γιατροί να μου κάνουν Κ.Α.Ρ.Π.Α για να ξαναβρώ αισθήσεις και αναπνοή. Ξύπνησα στο νοσοκομείο σήμερα το πρωί και ρώτησα κατευθείαν πως μπορώ να αποτοξινωθώ στα γρήγορα από τη ζα. Η καρδιά μου δεν αντέχει άλλη, είμαι 23 και έχω καρδιά πενηντάρη, ετοιμόροπη. Και είμαι και άφραγκος. Οπότε…πρέπει να βρω έναν τρόπο να ζήσω. Να αλλάξω ζωή. Πρέπει να μπω στο πρόγραμμα. Μπαίνει μια νοσοκόμα και την ρωτάω τι πρέπει να κάνω για να μπω στο πρόγραμμα. Μου δίνει ένα ερωτηματολόγιο που πρέπει να απαντήσω και ένα χαρτί για να υπογράψω. Με βάζουν σε λίστα αναμονής. Γαμώτο έξι μήνες περίμενε για να ξεκινήσω……
Δυσκολεύομαι να σκεφτώ πως θα περάσουν αυτοί οι έξι μήνες. Για όλο αυτό το διάστημα θα πρέπει να ζήσω κάθε μέρα με το δίλλημα πόνος-πρέζα. Έξι μήνες μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, που θα είναι θαύμα εάν θα επιζήσω. Φοβάμαι εάν θα επαναλάβω την σημερινή μαλακία, και εάν η επόμενη φορά θα είναι και η μοιραία. Μια φορά κάνεις το λάθος, και δεν διορθώνεται. Γυρνάω σπίτι. Αύριο θα είναι άλλη μια μέρα, με καταχρήσεις και ότι άλλο προκύψει.
Έξι μήνες μετά , ένα ράκος και μισό, περνάω την πόρτα της κλινικής. Δεν με αναγνωρίζω πια. Έχω χάσει 15 κιλά, και μετα βίας μπορώ να περπατήσω. Με κλείνουν σε ένα δωμάτιο, δεμένο, επί 10 μέρες. Πονάω παντού, και ένα αίσθημα αναγούλας με κυριεύει, ενώ αδυνατώ να κοιμηθώ. Βλέπω συνεχώς παραισθήσεις, και αισθάνομαι σαν να έχω βυθιστεί σε ένα αηδιαστικό πράγμα που με πνίγει. Ξερνάω συνέχεια. ΣΥ-ΝΕ –ΧΕΙ-Α. Μέσα όμως από αυτό το αηδιαστικό πράγμα μπορούσα να διακρίνω βέβαια ψήγματα από όσα γίνονταν γύρω μου. Τους γιατρούς που με ελέγχουν, τους ψυχολόγους που με ρωτάνε για το πω;ς αισθάνομαι και προσπαθούν να με ηρεμήσουν, τους βοηθούς τους, τους άλλους που μένουν στην κλινική και έρχονται να μου πουν κάνα δυο λογάκια για να με εμψυχώσουν. Και ξαφνικά κάπoυ στις δέκα μέρες το σώμα μου έχει αποβάλει κάθε ανάγκη για πρέζα. Τώρα ξεκινάνε όμως τα δύσκολα. Πρέπει να απεξαρτηθώ ψυχολογικά, να ξεκόψω από εκεί. Και αυτή είναι η πιο δύσκολη δουλειά. Δηλαδή να μάθω να μην σκέφτομαι τα ναρκωτικά σαν λύση ή ξέσπασμα για τα όποια προβλήματα μου, αλλά να βρω κάποιους άλλους τρόπους να ξεσπάω. Να μην πηγαίνει το μυαλό μου εκεί. Και αυτό με δυσκολεύει. Καημένε Ned Ferguson. Τι σου μέλει να αντιμετοπίσεις. Όλες οι άσχημες προκλήσεις έιναι ακόμη μπροστά σου.
Οι πρώτες μέρες περνάνε σχετικά εύκολα. Γνωρίζω και άλλο κόσμο που πέρασε από την ίδια φάση μ’εμένα , κάνω φίλους. Ακούω πολλή μουσική. Δοκιμάζω να ζωγραφίσω αλλά δεν πιάνει. Και διαβάζω για το πανεπιστήμιο μου.Πηγαίνω συνέχεια στις συναντήσεις του γκρουπ για την ψυχοθεραπεία. Μιλάω με κόσμο. Και προετοιμάζομαι για να βγω στον ξενώνα. Τότε είναι που θα δυσκολέψουν τα πράγματα.
Ο ξενώνας είναι μια άλλη ιστορία. Μένω εκεί εδώ και ένα χρόνο περίπου. Περνάω δύο εξεταστικές, διαβάζω του σκοτωμού και τα καταφέρνω να περάσω όλα τα μαθήματα. Όλα μπαίνουν σε μια σειρά και πλησιάζω κοντά στο πτυχείο. Βλέπω την πρόοδο των φίλων μου. Άλλοι την ξαναπέφτουν στην πρέζα, άλλοι καθαρίζουν. Άλλοι έχουν τις πρώτες επιτυχίες και άλλους τους καταπίνει η σκληρή πραγματικότητα. Και παλεύω. “Μαλάκα Ned Ferguson! Παραλίγο να σε φάει μια ερωτική απογοήτευση ενώ είχες επιζήσει του Leith. Έχε χάρη όμως μπαγάσα που ξύπνησες όσο ήταν ακόμη καιρός”. Η ίδια φωνούλα και πάλι.
Αχνοακούω όμως και μια άλλη που ζητά τη μαστούρα…Αλλά έχω κλήσει την πόρτα πια….Γιατί εθίστικα σε κάτι άλλο… Τη νέα μου σχέση, που δεν έχει σχέση με τις παλιές κακές παρέες….Nice?
Tuesday, July 28, 2009
Horatio Alger Must Die
Από τη φτώχεια στα πλούτη. Ο καλός, εργατικός και φιλόδοξος άνθρωπος πάντα ανταμοίβεται. Καλώς ορίσατε στην Πεμπτουσία του Αμερικάνικου ονείρου. Προσωπική επιτυχία, δάνειο, αμάξι, σπιταρόνα , όμορφη σύζηγος, φραγκάτος σύζηγος, κουτσούβελα στα καλύτερα σχολία. Μπαίνεις μπατίρης και βγαίνεις γιάπις. Γίνεσαι στέλεχος της Enron, ή της όποιας Enron, την φαλιρίζεις και πέρνεις ένα τεράστιο bonus για οτ κατόρθωμα σου. Γίνεσαι υπάλληλος της κάθε Enron, φαληρίζει, και χάνεις δουλειά, σπίτι, δάνειο. Θεέ μου τι ψέμα.
Το όνομα μου είναι John Kelly. Είμαι από την Βοστώνη, αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζω στη Νέα Υόρκη. Μέχρι πριν έξι μήνες ζούσα σε ένα όμορφο διαμερισματάκι στις παρυφές του Lower East Side, με θέα το Central Park. Τώρα, εδώ και έξι μήνες, ζω σε ένα trailer park , λίγο έξω από το New Jersey. Άνεργος, και το επίδομα δεν υπάρχει, οι δε δουλειές είναι ένα πράγμα που ψάχνω με το δίκανο. Ευτυχώς κράτησα το αμάξι, το κομπιούτερ, το στερεοφωνικό και ένα-συο άλλα πράγματα που είναι χρήσιμα, όπως το μίξερ-μπλέντερ και το φούρνος μικροκημάτων. Κατά τα άλλα όμως μηδέν.
Όπως διηγήθηκα πριν, ζούσα σχετικά άνετα. Νοίκιαζα το διαμέρισμα μου, πήγαινα κάθε πρωί στη δουλειά μου, είχα στο γκαράζ το αμάξι μου, διακοπές στο Hampton’s και όλα τα άλλα ωραία . Ώσπου μια ωραία μέρα μάθαμε ότι το αφεντικό της λογιστικής εταιρίας που είχαμε, την έκανε. Δηλαδή, απλά έκλεισε την εταιρία επειδή υποτίθεται ότι δεν έβγαινε οικονομικά και έφυγε. Και άφησε όλους εμάς στο δρόμο χωρίς αποζημιώσεις, έτσι απλά. Ήταν λες και είχε ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κυριολεκτικά. Ξαφνικά βρέθηκκα σχεδόν άφραγκος, χωρίς κανένα εισόδημα. Εννωείται πως ξεκίνησα αμέσως να ψάχνω γιαα να βρω δουλειά, αλλά όπου πήγαινα έβλεπα το ίδιο σκηνικό. Άλλους 200-300 να βρίοκονται στην ουρά πριν από εμένα. Τώρα πια έχω χάσει κάθε ελπίδα, στις περισσότερες αγγελίες ούτε που πέρνω τηλέφωνο για να ψάξω δουλειά. Και αυτό γιατί ξέρω την απάντηση. “Συγνώμη, βρίκαμε άλλον, ή συγνώμη δεν μπορούμε να κ΄πανουμε άλλες προσλήψεις, η κρίση βλέπετε”. Τέτοιες μαλακίες. Και να φανταστείς ότι όταν ήμουν μικρός διάβαζα τα βιβλία του Horatio Alger. Και τα πίστευα. Τι μαλάκας που ήμουν τότε. Πίστευα όλες αυτές τις βλακείες για να βρεθώ ξαφνικά να κάνω τι; Τώρα πια δε βρίσκω δουλειά ούτε ως οδοκαθαριστής. Πάλι καλά που βρήκα μια δουλίτσα σε ένα deli, αλλά και αυτή είναι part-time. Δηλαδή τα λεφτά που πέρνω είναι σχεδόν μηδενικά.
Ας γυρίσουμε λοιπόν στο προκείμενο. Τον Horatio Alger. Θεέ μου ποιος μπορεί να πιστεύει σε αυτόν τώρα πια. Οι κλασσικοί ρεπουμπλικάνοι και δημοκρατικοί γερουσιαστές που μας σέρβιραν όλες αυτές τις βλακείες για το πως θα βγάζαμε περισσότερα λεφτά μετατρέποντας τα λεφτά της σύνταξης μας σε μετοχές; Οι γιάπηδες που είχαν την ιδέα να πλασάρουν έτσι μετοχές στον κόσμο μπας και βγάλουν κάνα φράγκο παραπάνω. Ω ναι αυτοί πραγματικά πιστεύουν τον Alger, όσον αφορά τον τομέα του κέρδους. Οι πολιτικοί μας δεν νομίζω να πιστεύουν ούτε αυτοί τα του Alger. Απλά όλη αυτή η κατάσταση τους βοηθά σε αυτό το παιχνιδάκι εξουσίας. Quid pro quo.Σου δίνω τους ψηφοφόρους και τα λεφτά για να γίνεις ηγέτης, μου δίνεις τη δυνατότητα να κάνω ότι γουστάρω. Και τι έκαναν; Μας πούλησαν ξανά εκείνη την παλιά καλή ψευδαίσθηση.Τον Horatio Algerκαι το παραμυθάκι του. Αλλά πλέον ο κομπος έχει φτάσει στο χτένι.
Η σημερινή μέρα δεν διαφέρει σε πολλά και από τις υπόλοιπες. Ανοίγω την εφημερίδα με τις αγγελίες, και κοιτάω για να δω εάν υπάρχουν εταιρίες που να ψάχνουν για εργαζόμενους. Σημειώνων τηλέφωνα, τηλεφωνώ. Τζίφος. Τίποτα. Μηδέν εις το πηλίκο. Ξαφνικά ξανανιώθω, μετά από μια βδομάδα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Κάποτε ήμουν ένας περίφανος εργαζόμενος άνθρωπος. Τώρα τι είμαι; Ένα μηδενικό. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο. Κάποτε έπαιζα τους ισολογισμούς μιας εταιρίας στα ΄δαχτυλα. Τώρα κάθομαι και κάνω προσθέσεις για να βγάλω τον λογαριασμό του κάθε πελάτη που έφαγε και ήπιε στον χώρο εργασίας μου. Δεν αντέχω πια. Δεν μπορώ, το μυαλό μου έχει κολήσει. Έχω σχεδόν χάσει την περιφάνεια μου. Για αυτοπεποίθηση δεν μιλάω. Το μυαλό μου σιγά σιγά έχει αρχίσει να πέρνει ανάποδες στροφές. Καταραμένοι πολιτικοί, καταραμένα αφεντικά , καταραμένε Horatio Alger. Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΝΑ ΣΑΣ ΠΑΡΕΙ ΟΛΟΥΣ!!! Δεν πάει άλλο. Χρειάζονται δραστικές λύσεις πια. Λύσεις απελπισίας, αλλά δραστικές. Και δεν σκέφτομαι τον θάνατο μου. Όχι η αυτοκτονία δεν είναι λύση. Δεν βοηθά! Ίσως θα πρέπει να βρω κάτι άλλο.
Και τότε ανοίγει μια πόρτα στο μυαλό μου, σκέφτομαι κάτι που δεν έχει περάσει από το μυαλό μου μέχρι τώρα. Γαμώτο, πως δεν το είχα σκεφτεί πιο πριν; Ο Horatio Alger πρέπει να πεθάνει. Αλλά πως στο διάολο σκοτώνεις κάποιον που είναι πεθαμένος; Το μυαλό μου για μια φορά ακόμη σκαλώνει. Αλλά ξανασκάει κάποια ιδέα. Μήπως σκοτώνεις ένα νεκρό απλά εξαφανίζοντας το έργο του. Μηπως αυτός είναι ο τρόπος. Μήπως το καταφέρνεις καταστρέφοντας τις αναμνήσεις που μπορεί να έχουν οι μελλοντικές γενιές; Γκρεμίζοντας τις παρακαταθήκες του; Χμ, ίσως αυτό πρέπει να κάνω. Να εμποδίσω την διάδωση των ιδεών του. Να βρω τα βιβλία του σε κάθε βιβλιοθίκη και να τα καταστρέψω. Να μην ξαναμολύνει ποτέ μυαλό με τις ανοησίες του για το Αμερικάνικο Όνειρο. Να ξεκινήσω από τις βιβλιοθήκες και μετά να πάω στον εκδοτικό οίκο και τις αποθήκες του. Και να τα κάψω όλα. Αυτό είναι! Δεν ξέρω πως θα το κάνω, που θα βρω τα λεφτά, αλλά θα βρω ποιες βιβλιοθήκες έχουν πονήματα του, θα τα δανειστώ και θα τα κάψω. Και θα αρχίσω πρώτα με το Νιυ Τζέρσεϋ και τη Νέα Υόρκη. Τώρα κιόλας!
Ξεκινάω για την τοπική βιβλιοθήκη. Μπαίνω μέσα, κοιτάω στην οθώνη του υπολογιστή και βλέπω καμιά δεκαριά βιβλία του. Τα βρίσκω όλα και τα βάζω στον σάκο μου,βρίσκω ένα ανοιχτό παράθυρο που βλέπει σε ένα σοκάκι, τα πετάω όλα μαζί απο κει και φεύγω σαν κύριος. Παιχνιδάκι! Πέρνω το σακίδιο και το βάζω στο αμάξι, φεύγω για να ββρω μια έρημική τοποθεσία. Β΄ρισκω ένα εγκαταλελειμένο λούνα πάρκ, βγάζω τα βιβλία και τους βάζω φωτιά .
“Αχ τι ώραία που μοιάζει η εκδίκηση κύριε Alger. Γλυκειά σαν σοκολάτα και κρύα σαν ένα ποτήρι μπύρα. Μερικές δεκάδες άνθρωποι θα γλιτώσουν από τις μπαρούφες σου Hortio. Και αύριο κι άλλοι, και μεθαύριο κι άλλοι. Κύριε Algerέχω πάρει φόρα και τίποτα δεν με σταματά. Τίποτα, κανείς και με καμία παναγία. Να το ξέρεις κάθαρμα. Σε έχω στοχεύσει. Και δεν είσαι ο τελευταίος! Μετά οι πολυεθνικές! Και οι τράπεζες! Και οι Ρεπουμπλικάνοι! Και οι Δημοκρτικοί! Τρομάχτε, έρχομαι να σας περιλάβω. Τρεχάτε να κρυφτείτε σαν τα μικρά ποντικάκια…..Δεν ξέρετε ότι και πάλι θα σας βρω, και τίποτα και κανείς δε θα σας σώσει……
Μαζεύομαι και πάω σπίτι. Αύριο είναι μια νέα μέρα. Και μια νέα επιχείρηση με το όνομα του Alger γραμμένο πάνω της……Καλύτερα σχεδιασμένη, πιο θεαματική. Και πρέπει να είμαι ξεκούραστος….
Το όνομα μου είναι John Kelly. Είμαι από την Βοστώνη, αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζω στη Νέα Υόρκη. Μέχρι πριν έξι μήνες ζούσα σε ένα όμορφο διαμερισματάκι στις παρυφές του Lower East Side, με θέα το Central Park. Τώρα, εδώ και έξι μήνες, ζω σε ένα trailer park , λίγο έξω από το New Jersey. Άνεργος, και το επίδομα δεν υπάρχει, οι δε δουλειές είναι ένα πράγμα που ψάχνω με το δίκανο. Ευτυχώς κράτησα το αμάξι, το κομπιούτερ, το στερεοφωνικό και ένα-συο άλλα πράγματα που είναι χρήσιμα, όπως το μίξερ-μπλέντερ και το φούρνος μικροκημάτων. Κατά τα άλλα όμως μηδέν.
Όπως διηγήθηκα πριν, ζούσα σχετικά άνετα. Νοίκιαζα το διαμέρισμα μου, πήγαινα κάθε πρωί στη δουλειά μου, είχα στο γκαράζ το αμάξι μου, διακοπές στο Hampton’s και όλα τα άλλα ωραία . Ώσπου μια ωραία μέρα μάθαμε ότι το αφεντικό της λογιστικής εταιρίας που είχαμε, την έκανε. Δηλαδή, απλά έκλεισε την εταιρία επειδή υποτίθεται ότι δεν έβγαινε οικονομικά και έφυγε. Και άφησε όλους εμάς στο δρόμο χωρίς αποζημιώσεις, έτσι απλά. Ήταν λες και είχε ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κυριολεκτικά. Ξαφνικά βρέθηκκα σχεδόν άφραγκος, χωρίς κανένα εισόδημα. Εννωείται πως ξεκίνησα αμέσως να ψάχνω γιαα να βρω δουλειά, αλλά όπου πήγαινα έβλεπα το ίδιο σκηνικό. Άλλους 200-300 να βρίοκονται στην ουρά πριν από εμένα. Τώρα πια έχω χάσει κάθε ελπίδα, στις περισσότερες αγγελίες ούτε που πέρνω τηλέφωνο για να ψάξω δουλειά. Και αυτό γιατί ξέρω την απάντηση. “Συγνώμη, βρίκαμε άλλον, ή συγνώμη δεν μπορούμε να κ΄πανουμε άλλες προσλήψεις, η κρίση βλέπετε”. Τέτοιες μαλακίες. Και να φανταστείς ότι όταν ήμουν μικρός διάβαζα τα βιβλία του Horatio Alger. Και τα πίστευα. Τι μαλάκας που ήμουν τότε. Πίστευα όλες αυτές τις βλακείες για να βρεθώ ξαφνικά να κάνω τι; Τώρα πια δε βρίσκω δουλειά ούτε ως οδοκαθαριστής. Πάλι καλά που βρήκα μια δουλίτσα σε ένα deli, αλλά και αυτή είναι part-time. Δηλαδή τα λεφτά που πέρνω είναι σχεδόν μηδενικά.
Ας γυρίσουμε λοιπόν στο προκείμενο. Τον Horatio Alger. Θεέ μου ποιος μπορεί να πιστεύει σε αυτόν τώρα πια. Οι κλασσικοί ρεπουμπλικάνοι και δημοκρατικοί γερουσιαστές που μας σέρβιραν όλες αυτές τις βλακείες για το πως θα βγάζαμε περισσότερα λεφτά μετατρέποντας τα λεφτά της σύνταξης μας σε μετοχές; Οι γιάπηδες που είχαν την ιδέα να πλασάρουν έτσι μετοχές στον κόσμο μπας και βγάλουν κάνα φράγκο παραπάνω. Ω ναι αυτοί πραγματικά πιστεύουν τον Alger, όσον αφορά τον τομέα του κέρδους. Οι πολιτικοί μας δεν νομίζω να πιστεύουν ούτε αυτοί τα του Alger. Απλά όλη αυτή η κατάσταση τους βοηθά σε αυτό το παιχνιδάκι εξουσίας. Quid pro quo.Σου δίνω τους ψηφοφόρους και τα λεφτά για να γίνεις ηγέτης, μου δίνεις τη δυνατότητα να κάνω ότι γουστάρω. Και τι έκαναν; Μας πούλησαν ξανά εκείνη την παλιά καλή ψευδαίσθηση.Τον Horatio Algerκαι το παραμυθάκι του. Αλλά πλέον ο κομπος έχει φτάσει στο χτένι.
Η σημερινή μέρα δεν διαφέρει σε πολλά και από τις υπόλοιπες. Ανοίγω την εφημερίδα με τις αγγελίες, και κοιτάω για να δω εάν υπάρχουν εταιρίες που να ψάχνουν για εργαζόμενους. Σημειώνων τηλέφωνα, τηλεφωνώ. Τζίφος. Τίποτα. Μηδέν εις το πηλίκο. Ξαφνικά ξανανιώθω, μετά από μια βδομάδα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Κάποτε ήμουν ένας περίφανος εργαζόμενος άνθρωπος. Τώρα τι είμαι; Ένα μηδενικό. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο. Κάποτε έπαιζα τους ισολογισμούς μιας εταιρίας στα ΄δαχτυλα. Τώρα κάθομαι και κάνω προσθέσεις για να βγάλω τον λογαριασμό του κάθε πελάτη που έφαγε και ήπιε στον χώρο εργασίας μου. Δεν αντέχω πια. Δεν μπορώ, το μυαλό μου έχει κολήσει. Έχω σχεδόν χάσει την περιφάνεια μου. Για αυτοπεποίθηση δεν μιλάω. Το μυαλό μου σιγά σιγά έχει αρχίσει να πέρνει ανάποδες στροφές. Καταραμένοι πολιτικοί, καταραμένα αφεντικά , καταραμένε Horatio Alger. Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΝΑ ΣΑΣ ΠΑΡΕΙ ΟΛΟΥΣ!!! Δεν πάει άλλο. Χρειάζονται δραστικές λύσεις πια. Λύσεις απελπισίας, αλλά δραστικές. Και δεν σκέφτομαι τον θάνατο μου. Όχι η αυτοκτονία δεν είναι λύση. Δεν βοηθά! Ίσως θα πρέπει να βρω κάτι άλλο.
Και τότε ανοίγει μια πόρτα στο μυαλό μου, σκέφτομαι κάτι που δεν έχει περάσει από το μυαλό μου μέχρι τώρα. Γαμώτο, πως δεν το είχα σκεφτεί πιο πριν; Ο Horatio Alger πρέπει να πεθάνει. Αλλά πως στο διάολο σκοτώνεις κάποιον που είναι πεθαμένος; Το μυαλό μου για μια φορά ακόμη σκαλώνει. Αλλά ξανασκάει κάποια ιδέα. Μήπως σκοτώνεις ένα νεκρό απλά εξαφανίζοντας το έργο του. Μηπως αυτός είναι ο τρόπος. Μήπως το καταφέρνεις καταστρέφοντας τις αναμνήσεις που μπορεί να έχουν οι μελλοντικές γενιές; Γκρεμίζοντας τις παρακαταθήκες του; Χμ, ίσως αυτό πρέπει να κάνω. Να εμποδίσω την διάδωση των ιδεών του. Να βρω τα βιβλία του σε κάθε βιβλιοθίκη και να τα καταστρέψω. Να μην ξαναμολύνει ποτέ μυαλό με τις ανοησίες του για το Αμερικάνικο Όνειρο. Να ξεκινήσω από τις βιβλιοθήκες και μετά να πάω στον εκδοτικό οίκο και τις αποθήκες του. Και να τα κάψω όλα. Αυτό είναι! Δεν ξέρω πως θα το κάνω, που θα βρω τα λεφτά, αλλά θα βρω ποιες βιβλιοθήκες έχουν πονήματα του, θα τα δανειστώ και θα τα κάψω. Και θα αρχίσω πρώτα με το Νιυ Τζέρσεϋ και τη Νέα Υόρκη. Τώρα κιόλας!
Ξεκινάω για την τοπική βιβλιοθήκη. Μπαίνω μέσα, κοιτάω στην οθώνη του υπολογιστή και βλέπω καμιά δεκαριά βιβλία του. Τα βρίσκω όλα και τα βάζω στον σάκο μου,βρίσκω ένα ανοιχτό παράθυρο που βλέπει σε ένα σοκάκι, τα πετάω όλα μαζί απο κει και φεύγω σαν κύριος. Παιχνιδάκι! Πέρνω το σακίδιο και το βάζω στο αμάξι, φεύγω για να ββρω μια έρημική τοποθεσία. Β΄ρισκω ένα εγκαταλελειμένο λούνα πάρκ, βγάζω τα βιβλία και τους βάζω φωτιά .
“Αχ τι ώραία που μοιάζει η εκδίκηση κύριε Alger. Γλυκειά σαν σοκολάτα και κρύα σαν ένα ποτήρι μπύρα. Μερικές δεκάδες άνθρωποι θα γλιτώσουν από τις μπαρούφες σου Hortio. Και αύριο κι άλλοι, και μεθαύριο κι άλλοι. Κύριε Algerέχω πάρει φόρα και τίποτα δεν με σταματά. Τίποτα, κανείς και με καμία παναγία. Να το ξέρεις κάθαρμα. Σε έχω στοχεύσει. Και δεν είσαι ο τελευταίος! Μετά οι πολυεθνικές! Και οι τράπεζες! Και οι Ρεπουμπλικάνοι! Και οι Δημοκρτικοί! Τρομάχτε, έρχομαι να σας περιλάβω. Τρεχάτε να κρυφτείτε σαν τα μικρά ποντικάκια…..Δεν ξέρετε ότι και πάλι θα σας βρω, και τίποτα και κανείς δε θα σας σώσει……
Μαζεύομαι και πάω σπίτι. Αύριο είναι μια νέα μέρα. Και μια νέα επιχείρηση με το όνομα του Alger γραμμένο πάνω της……Καλύτερα σχεδιασμένη, πιο θεαματική. Και πρέπει να είμαι ξεκούραστος….
Sunday, July 12, 2009
Βράδυ στη La Coruña
Ο ήλιος ΄εδυε πίσω από τον Πύργο του Ηρακλή. Ο ουρανός είχε κοκκινίσει και τα ποιό όμορφα χρώματα εμφανίζονταν στην θάλασσα. Τη γενικευμένη ηρεμία διατάρασσε προσωρινά ο ήχος μιας μηχανότρατας που έφτανε στο λιμάνι, προφανώς μετά από μια ψαριά κάπου στον Κόλπο της Βισκάγιας ή στις Βόρειες Θάολασσες. Καθισμένος στα βραχάκια, δίπλα στον Πύργο, ο Μεξικάνος Τομάς Βογκ ο τρίτος, γνωστός και ως China, παρακολουθούσε χάζευε το απέραντο γαλάζιο, βυθισμένος στις σκέψεις του. Λίγο πρίν χαθούν οι τελευταίες ακτίδες φωτός, έκανε μια τελευταία βουτιά στον ωκεανό και ένιωσε την αναζωογωνιτική δροσιά του νερού του Ατλαντικού. Βγήκε έξω και τράβηξε για το νεοκλασικό, για να βρει τον φίο του τον Miguel. Απόψε η νύχτα θα αποτελούσε την κορύφωση των διακοπών, με ένα πάρτι από τα λίγα. Όλοι οι φίλοι του Miguel θα μαζεύονταν παρέα στην παραλία για κάνουν ένα μεγάλο αποχαιρετιστήριο πάρτυ για τον Miguel και τον Paquito, που έφευγαν για Βραζιλία. Μετά όλοι θα πήγαιναν στο Clandestino και μετά θα κατέληγαν στην πλατεία, γύρω από το συντριβάνι. Στο νεοκλασικό ο Miguel έκανε τις προετοιμασίες για το πάρτυ. Είχε μαζέψει λεφτά από όλη την παρέα, τα είχε βάλει σε μια μικρή θήκη σαν πορτοφόλι και περίμενε το τηλέφωνο από τον άνθρωπο με το stuff. Στη La Coruña άμα θες βρίσκεις τα πάντα, ίδίως από stuff. Είναι η κύρια πύλη εισόδου της κοκαϊνης και στην Ευρώπη, ενώ το ΜΑρόκο βρίσκεται πολύ κοντά, το ίδιο και το Αμστερνταμ. Το υλικό έρχεται, κυρίως από τη θάλασσα,, μέσα σε καράβια, ή οδικώς, και μπορείς να βρεις οτιδήποτε σχεδόν αά πάσα στιγμή, ιδίως εάν έχεις τις κατάληλες άκρες. Ας πούμε, εάν ψάχνεσαι για φούντα, κατά πάσα πιθανότητα η άκρη σου θα σου πει ότι ήρθε ο Μαροκινός και τον περιμένουν ανά πάσα στιγμή να χέσει, Και αυτό γιατί ή φούντα βρίσκεται σε σακουλάκια τα οποία κατάπιε πριν φύγει για Ισπανία και τα οποία βρίσκονται στο στομάχι του. Η άκρη παραλαμβάνει το σακουλάκι, το ξεσκατίζει και σου κλείνει ραντεβού για να έρθεις να το πάρεις. H άκρη επίσης σπάει το εμπόρευμα, αλλά σχεδόν ποτέ δεν το αραιώνει,όταν πρόκειται για τους ντόπιους καταναλωτές. Έτσι μιλάμε πάντα για καθαρό “πράγμα” που πωλείται σχεδόν στη μισή τιμή από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη. Ο Miguel ευτυχώς για την φούντα δεν προβληματιζόταν καθόλου. Κάτι φίλοι του καλιεργούσαν μια φυτεία μέσα σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Οπότε το πρόοβλημα ήταν στην κόκα και στο LSD. Ευτυχώς όμως βρήκε προμηθευτή η άκρη, και το ραντεβού έγινε στον τεκέ.
Αυτός έμοιαζε με ένα κανονικό διαμέρισμα φοιτητών μέσα στην πόλη. Όμως μέσα έβρισκες ιονιστές, τοίχους επενδυμένους με φύλα από αλουμινόχαρτο, μαύρες κουρτίνες για να μην φαίνεται ο δυνατός φωτισμός και ηλεκτρονικό σύστημα ποτίσματος, τα οποία φρόντιζαν μια σειρά από περίπου 50-100 φυτά. Η δουλειά έγινε γρήγορα και μέσα σε είκοσι λεπτά, με το stuff ανά χείρας έπερναν τον δρόμο του γυρισμού. Το πιο δύσκολο κομμάτι της προετοιμασίας είχε περάσει. Τώρα έπρεπε να πάνε σπίτι, να αδειάσουν την κάβα ή ένα μέρος της ,και να φορτώσουν τα ποτά στο αμάξι, αλλά και να ετοιμααστούν για το πάρτυ. Πάρκαραν λοιπόν έξω από το σπίτι και φόρτωσαν τα π΄ραγματα στο σιτροέν, και μετά μπήκαν για μπάνιο και για να αλλά ξουν. Ο Τομάς έβαλε το χαβαν΄έζικο πουκάμισο του, και έστρψε ένα μπάφο για αρχή. Τον ήπιαν παρέα, για να μπουν στο κλίμα για τη φιέστα του βραδυού. Και αμέσως μετά τους έκοψε η λόρδα. Οπότε ξεκίνησαν να πάνε για φαϊ. Τάπας και Estrella Galicia στο Recuncho de Maite με τον υπερντοπαρισμένο σερβιτόρο να τους ρωτάει εάν θα δουν καθόλου από τις “άλλες” ομορφιές της πόλης. Έφυγαν και κατέβηκαν στην παραλία, όπου η γιορτή είχε μόλις αρχίσει. Κάπιοι είχαν στήσει ένα τσουκάλι και μαγείραυαν, σε δυνατή φωτιά, ένα τοπικό ποτό, άλλοι είχαν στήσει γαβάθες με σανγκρία και φρούταν στην άμμο, αλλού ήταν συγκεντρωμένα διάφορα μπουκάλια με αλκοόλ κάθε λογής. Στη μέση της παραλίας ήταν μια τεράστια φωτιά γύρω από την οποία χώρευαν κάπιοι, ενώ κάπιοι άλλοι από την παρέα τζάμαραν χρησιμοποιώντας ένα πικάπ, τύμπανα και κιθάρες. Κοινώς γινόταν ένας όμορφος και οργανωμένος χαμός. Μια όμορφη κοπέλα πλησίασε τον Τομάς, των ρώτησε αν θέλει να φτιαχτούν παρέα, ή και να μοιραστούν το stuff τους. Ο Τομάς είπε ναι και αμέσως η κοπέλα έβγαλε ένα καθρέφτάκι και ένα σκονάκι κόκας. Με μια κάρτα αναλήψεων χώρισε, το σκονάκι που είχε απλώσει στο καθρεφτάκισε τέσσερις ίσες γραμμές. Στη συνέχεια έβγαλε ένα δεκάέυρω, το τύλιξε έτσι ώστε να μοιάζει σαν περυτίλιγμα από τσιγάρο, έβαλε τη μια άκρη στο ρουθούνι και την άλλη στη μια γραμμή και τράβηξε με μυτιά. Μετά το Τομάς ακολούθησε την ίδια διαδικάσία. Και όταν τελείωσαν είπε να της δώσει λίγο από το lsd του, για να την ακούσουν καλά. “Αργότερα” του είπε, “πρώτα λίγη κουβεντούλα. Έτσι να γνωριστούμε λίγο. Γλυκούλης μου φαίνεσαι”. Ο Τομάς δεν είχε την παραμικρή αντίρριση γι’αυτό. “Κάτι να πιείς ίσως; Η συζήτηση μπορεί να τραβήξει και νιώθω λίγο στεγνός. Πάμε να σερβιριστούμε;” “Βεβαίως”. Πήγαν στον πάγκο και έβαλαν ο καθένας από ένα ποτη΄ρι σαγκρία. Η συζήτηση κύλησε ομαλά, και ο Τομάς ένιωσε μια κάποια έλξη για την κοπέλα, που ονομαζόταν Alicia Romero. Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και της έσκασε ένα φιλίστο στόμα. Εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου, και απάντησε με ένα ακόμα φιλί.Συνέχισαν έτσι για πολλή ώρα μέχρι που ο Τομάς έβγαλε το μπουκαλάκι με το lsd. Έβαλε και τις τέσσερις σταγόνες στο στόμα του, κατάπιε τις δύο, και ξαναφίλισε την Αλίσια στο στόμα. Αυτή ήπιε με περίσσια δίψα τις σταγόνες που βγήκαν από το στόμα του Τομάς.
Όλοι οι υπόλοιποι ξεκίνησαν για να συνεχίσουν στο Clandestino. Όχι όμως ο Τομάς και η Αλίσια. Αυτοί ήταν στον δικό τους κόσμο. Έπαιξαν κυνηγητό ανάμεσα στις αναδυόμενες ορχιδέες, χόρεωαν cheek to cheek κάτω από τεράστιες μαργαρίτες, παρατήσαν τους τεράστιους βατράχους που χώρευαν γύρω από τη φωτιά και τα γουρούνια που έκοβαν βόλτες στον παραλιακό δρόμο οδηγώντας περιπολικά, και έκαναν έρωτα πάνω σε ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο Και ξαφνικά ο Τομάς είχε μια επιφοίτηση. Αγαπώ ότι βρίσκεται σε αυτό τον κόσμο, αυτή την πόλη και σε ακτίνα 20 μέτρων από εμένα” φώναξε. Και τότε ο ουρανός άνοιξε, και πλυμήρησε από όλα τα χρώματα της ίριδας. Και εμφανίστηκε και ο θεός ο ίδιος και τους έλουσε με μυριάδες δώρα και όμορφα αισθήματα. Και, κυρίως, εκείνη τη βραδυά ο Θεός έβρεξε αγάπη πάνω στους δύο τους.
Αυτός έμοιαζε με ένα κανονικό διαμέρισμα φοιτητών μέσα στην πόλη. Όμως μέσα έβρισκες ιονιστές, τοίχους επενδυμένους με φύλα από αλουμινόχαρτο, μαύρες κουρτίνες για να μην φαίνεται ο δυνατός φωτισμός και ηλεκτρονικό σύστημα ποτίσματος, τα οποία φρόντιζαν μια σειρά από περίπου 50-100 φυτά. Η δουλειά έγινε γρήγορα και μέσα σε είκοσι λεπτά, με το stuff ανά χείρας έπερναν τον δρόμο του γυρισμού. Το πιο δύσκολο κομμάτι της προετοιμασίας είχε περάσει. Τώρα έπρεπε να πάνε σπίτι, να αδειάσουν την κάβα ή ένα μέρος της ,και να φορτώσουν τα ποτά στο αμάξι, αλλά και να ετοιμααστούν για το πάρτυ. Πάρκαραν λοιπόν έξω από το σπίτι και φόρτωσαν τα π΄ραγματα στο σιτροέν, και μετά μπήκαν για μπάνιο και για να αλλά ξουν. Ο Τομάς έβαλε το χαβαν΄έζικο πουκάμισο του, και έστρψε ένα μπάφο για αρχή. Τον ήπιαν παρέα, για να μπουν στο κλίμα για τη φιέστα του βραδυού. Και αμέσως μετά τους έκοψε η λόρδα. Οπότε ξεκίνησαν να πάνε για φαϊ. Τάπας και Estrella Galicia στο Recuncho de Maite με τον υπερντοπαρισμένο σερβιτόρο να τους ρωτάει εάν θα δουν καθόλου από τις “άλλες” ομορφιές της πόλης. Έφυγαν και κατέβηκαν στην παραλία, όπου η γιορτή είχε μόλις αρχίσει. Κάπιοι είχαν στήσει ένα τσουκάλι και μαγείραυαν, σε δυνατή φωτιά, ένα τοπικό ποτό, άλλοι είχαν στήσει γαβάθες με σανγκρία και φρούταν στην άμμο, αλλού ήταν συγκεντρωμένα διάφορα μπουκάλια με αλκοόλ κάθε λογής. Στη μέση της παραλίας ήταν μια τεράστια φωτιά γύρω από την οποία χώρευαν κάπιοι, ενώ κάπιοι άλλοι από την παρέα τζάμαραν χρησιμοποιώντας ένα πικάπ, τύμπανα και κιθάρες. Κοινώς γινόταν ένας όμορφος και οργανωμένος χαμός. Μια όμορφη κοπέλα πλησίασε τον Τομάς, των ρώτησε αν θέλει να φτιαχτούν παρέα, ή και να μοιραστούν το stuff τους. Ο Τομάς είπε ναι και αμέσως η κοπέλα έβγαλε ένα καθρέφτάκι και ένα σκονάκι κόκας. Με μια κάρτα αναλήψεων χώρισε, το σκονάκι που είχε απλώσει στο καθρεφτάκισε τέσσερις ίσες γραμμές. Στη συνέχεια έβγαλε ένα δεκάέυρω, το τύλιξε έτσι ώστε να μοιάζει σαν περυτίλιγμα από τσιγάρο, έβαλε τη μια άκρη στο ρουθούνι και την άλλη στη μια γραμμή και τράβηξε με μυτιά. Μετά το Τομάς ακολούθησε την ίδια διαδικάσία. Και όταν τελείωσαν είπε να της δώσει λίγο από το lsd του, για να την ακούσουν καλά. “Αργότερα” του είπε, “πρώτα λίγη κουβεντούλα. Έτσι να γνωριστούμε λίγο. Γλυκούλης μου φαίνεσαι”. Ο Τομάς δεν είχε την παραμικρή αντίρριση γι’αυτό. “Κάτι να πιείς ίσως; Η συζήτηση μπορεί να τραβήξει και νιώθω λίγο στεγνός. Πάμε να σερβιριστούμε;” “Βεβαίως”. Πήγαν στον πάγκο και έβαλαν ο καθένας από ένα ποτη΄ρι σαγκρία. Η συζήτηση κύλησε ομαλά, και ο Τομάς ένιωσε μια κάποια έλξη για την κοπέλα, που ονομαζόταν Alicia Romero. Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και της έσκασε ένα φιλίστο στόμα. Εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου, και απάντησε με ένα ακόμα φιλί.Συνέχισαν έτσι για πολλή ώρα μέχρι που ο Τομάς έβγαλε το μπουκαλάκι με το lsd. Έβαλε και τις τέσσερις σταγόνες στο στόμα του, κατάπιε τις δύο, και ξαναφίλισε την Αλίσια στο στόμα. Αυτή ήπιε με περίσσια δίψα τις σταγόνες που βγήκαν από το στόμα του Τομάς.
Όλοι οι υπόλοιποι ξεκίνησαν για να συνεχίσουν στο Clandestino. Όχι όμως ο Τομάς και η Αλίσια. Αυτοί ήταν στον δικό τους κόσμο. Έπαιξαν κυνηγητό ανάμεσα στις αναδυόμενες ορχιδέες, χόρεωαν cheek to cheek κάτω από τεράστιες μαργαρίτες, παρατήσαν τους τεράστιους βατράχους που χώρευαν γύρω από τη φωτιά και τα γουρούνια που έκοβαν βόλτες στον παραλιακό δρόμο οδηγώντας περιπολικά, και έκαναν έρωτα πάνω σε ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο Και ξαφνικά ο Τομάς είχε μια επιφοίτηση. Αγαπώ ότι βρίσκεται σε αυτό τον κόσμο, αυτή την πόλη και σε ακτίνα 20 μέτρων από εμένα” φώναξε. Και τότε ο ουρανός άνοιξε, και πλυμήρησε από όλα τα χρώματα της ίριδας. Και εμφανίστηκε και ο θεός ο ίδιος και τους έλουσε με μυριάδες δώρα και όμορφα αισθήματα. Και, κυρίως, εκείνη τη βραδυά ο Θεός έβρεξε αγάπη πάνω στους δύο τους.
Ένα πρωινό στη Λευκωσία.
A change of scene, a change of style.
A change of hopes, with no regrets
Ξύπνησα και το κεφάλι μου βούιζε. Δεν είχα ιδέα τι είχα πιεί το περασμένο βράδυ, και εάν είχα πιεί τίποτα. Σκατά. Άλλη μια μέρα εδώ, άλλη μια μέρα. Από το ραδιόφωνο ο Ian Curtis έλεγε τα δικά του. New Dawn Fades. Ναι καλά. Με τη βοήεθια της τύχης, ψιλαφώντας τα ράφια της κουζίνας, βρήκα το shaker, έβαλα μέσα κάμποσο καφέ, νερό , ζάχαρη και γάλα. Ένας φραπές ήταν ο ιδανικός τρόπος για να ξυπνήσω. Καφές και μουσική, το τέλειο τονοτικό. Έκατσα λοιπόν στο σαλόνι, άνοιξα την εφημερίδα και ξεκίνησα όλη τη διαδικασία του Κυριακάτικου ξυπνήματος. Κυριακή στη Λευκωσία. Η πόλη είναι άδεια και η ζέστη αφόριτη,η τηλεόραση ως συνήθως δεν είχε το παραμικρό ενδιαφέρον. Βαρεμάρα, σαπίλα και πάλι σαπίλα. Καταραμένη Κυριακή. Μια Κυριακή στην Λευκωσία συνήθως σημαίνει τα εξής δύο πράγματα. Δεν έχεις τι να κάνεις και που να πας, τουλάχιστον όχι μέχρι τις τέσσερις το μεσημέρι.
Πρέπει να είχα διαβάσει τουλάχιστον τη μισή εφημερίδα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Neil. “Είμαστε ανοιχτά και περιμένουμε, είναι εδώ και ο Γκώνος με Μπουγάτσα και Μαρία. Σήκω και έλα!”. Έβαλα κάτι πρόχειρο πάνω μου και ξεκίνησα. Έξω είχε κουφόβραση, πρέπει να είχε χτυπήσει ένα σαραντάρι σίγουρα. Μέρες Σεπτέμβρη, παράξενες μέρες. Μπήκα γρήγορα στο Cafecity και βρήκα τον Neil στο γνωστό του πόστο, πίσω από τη μπάρα, φορώντας τα κλασσικά ροζ γυαλιά. Μου έβαλε έναν καφέ και μου είπε που ήταν οι άλλοι. Κάθονταν στο γνωστό γωνιακό τραπεζάκι, κάτω από την πέργκολα. Ούτε αυτοί ήταν στα σύγκαλα τους. Φαίνονταν τσιτωμένοι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Καθόλου καλά. Δεν ήταν ότι είχαν νεύρα. Απλά όλοι ήταν τρομαγμένοι. Λες και είχαν δει το χάρο με τα μάτια τους. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να ρωτήσω τι έγινε. Η απάντηση ήταν μια.
“Αρχίσανε τις διαγραφές, διώχνουν κόσμο”. “Ποιούς;” “Αρχίσανε με τον Μηχαλάκο, και έπονται και άλλοι” “Πίκρα.” “Δε λες τίποτα.” “Και τι θα κάνουμε τώρα;” “Ιδέα δεν έχω, δεν γίνεται τίποτα με τους καθηγητές του, μάλλον πρέπει να δούμε το θέμα παρηγοριά.” “Το ξέρει;” “Το είδε το πρωί, στην αλληλογραφία” “ Γαμώτο.” “Και τώρα;”
Η μεγάλη ερώτηση. Τώρα τι γίνεται; Τι του λες; Ότι εκεί που θα πάει είναι μάλλον καλύτερα. Ότι έστω και έτσι άφησε την μάταια αυτή πόλη και ανοίγει δρόμο για αλλού; Ότι τα τέσσερα χρόνια εδώ δεν πήγαν στο βρόντο; Τι να πεις σε κάποιον που την πάτησε τόσο άσχημα; Ότι όλα θα πάνε καλά; Πόσο μάλλον όταν και εσύ νιώθεις την θέση σου επισφαλή,όταν νιώθεις ότι όπου να’ναι θα θερίσει και ‘σενα η γκιλοτίνα. Γαμώτο. Οι καφέδες ήρθαν και ξεκινήσαμε να τους πίνουμε. Ήρθε και ο Neil, μιας και αυτή την ώρα είμαστε η μόνη πελατεία.
“Πίκρα ε; Πίκρα. Βέβαια. Κάποιος απο ΄δω που δεν προσαρμόστηκε είδε την πόρτα της εξόδου. Η μοίρα του απροσάρμοστου. Η προσαρμόζεσαι, ή σε διώχνουν. Και η μοίρα όσου δεν έχει μπει στο τριπάκι του ανταγωνισμού. Εάν δεν μπεις στη διαδικασία να τρέχεις σαν τον πούστη απο δω κι απο κει δεν σε κάνουμε αποδεκτό. Ξέχνα την προσωπική σου ζωή, ξέχνα τον ύπνο, ξέχνα τα όλα και τρέχα σαν τον μαλάκα για να τα βγάλεις πέρα εδώ. Έτσι.Σκάσε και τρέχα.”
Δεν είχε και άδικο. Όμως τώρα ήταν η πρώτη φορά που τα βλέπαμε σε πλήρη εξέλιξη όλα αυτά. Για πρώτη φορά έδιωχναν κόσμο. Κάτι έπρεπε να γίνει. Κάπως έπρεπε να επεξεργαστούμε και να αντιμετοπίσουμε όλη την κατάσταση. Πως όμως; Ιδέα δεν υπήρχε. Μόνο να πάμε στο σπίτι του Μιχαλάκου μπας και νιώσει λίγο καλύτερα.
Ο Μιχαλάκος ήταν ένα ράκος. Καθόταν μπροστά από την οθώνη του υπολογιστή, κοιτώντας το email και προσπαθώντας να καταλάβει εάν όλα αυτά που διάβαζε ήταν η πραγματικότητα ή κομμάτι ενός εφιάλτη. Δεν πίστευε στα μάτια του. Είχε πάθει σοκ. Πολύ απλά η απόλυτη καταστροφή για έναν Έλληνα φοιτητή στο ucy βρίσκόταν μπροστά στα μάτια του. Η διαγραφή. “Έλα Μηχαλάκο θα εκεί που θα πας είναι καλύτερα”. “Όλα χάθηκαν, όλα”.
Μηχαλάκος, άλλο ένα θύμα του ucy. Τώρα, μερικές ώρες μετά την άφιξη μας προσπαθεί να συνέλθει. Και αδυνατεί. Χρειάζεται κάτι για να τον συνεφέρει από την φρήκη. Βάζουμε κλήρο και η μπίλια κάθεται στο αλκοόλ. Και τον σέρνουμε να έρθει μαζί μας για ξίδια. Και θα φύγει έχοντας αναθαρίσει λίγο, για να κυνηγήσει κάτι άλλο. Τι άλλο όμως; Με μια απόρριψη ήδη στην πλάτη, η οποία του ήρθε απροειδοποίητα τι θα καταφέρει. Άγνωστο.
Αλλά υπάρχουν και άλλα. Ο Μηχαλάκος ήταν μόνο η αρχή. Ποιός άλλος έπεται; Μαζί λοιπόν με τις μπύρες πρέπεςι να πάρουμε και μια απόφαση. Να δούμε εάν μπορούμε να αντιδράσουμε, και πως. Κατηφορίζουμε για καλά καθούμενα, να βρούμε ρετσίνα ή λίγο Τούμπα Libre (Μαλαματίνα με κοκακόλα).
Έξω η ζέστη είναι αφόρητη. Έχει φτάσει καταμεσήμερο και ο ήλιος έχει πολύ άγριες διαθέσεις, σχεδόν τσουρουφλίζει το δέρμα. Και στην ομάδα υπάρχει κατήφεια….Φτάνουμε στα Καλά Καθούμενα, και αρχίζουμε τις παραγγελίες. Σε λίγο εμφανίζονται η Μαρία και η Χαριτίνη φορτωμένες ούζα και ρετσίνα. Η κατάσταση αντιμετοπίζεται μόνο με αλκοόλ. Τέρμα.
Ευτυχώς με τα ποτά η διάθεση αρχίζει να αλλάζει. Ο Μηχαλάκος λέει ότι θα το παλέψει για Ελλάδα και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε πως θα αντιδράσουμε για να μην υπάρξουν και άλλοι.
Ρίχνω την ιδέα. Καστάληψη στην πρυτανεία για το θέμα των διαγραφών. Με αίτημα να σταματήσουν οι διαγραφές φοιτητών από το επόμενο εξάμηνο. Η εισήγηση γίνεται δεκτή με επιφυλάξεις, αλλά λέμε να κάνουμε μερικά τηλέφωνα μέχρι την Τετάρτη και την Τετάρτη να αποφασίσουμε για το εάν θα μπορέσει αν γίνει κάτι. Οι περισσότεροι όμως, από όσους είναι εδώ, είναι θετικοί στην ιδέα. “ Είναι καιρός”, λένε “να τους κάνουμε να μας ακούσουν”. Και δεν έχουν άδικο. Η συγκέντρωση λήγει και τραβάμε ο καθένας στο δρόμο του με την υπόσχεση να μην αφήσουμε τις διαγραφέςνα μείνουν χωρίς απάντηση. Πόλεμο θέλουν; Οκ, αλλά ας ετοιμαστούν και για αντιδράσεις.Γυρνάω και βλέπω τον Μηχαλάκο. Έχει αναθαρρίσει, και είναι καλύτερα. “Τελικά”, λέει, “ίσως να μας βγήκε σε καλό η όλη κατάσταση. Μπορεί εγώ να μην σωθώ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι χάσαμε την μπάλα”. Φτάνω στο σπίτι πολύ μετά τη δύση του ηλίοπ. Το ραδιόφωνο παίζει τους στίχους του Ian Curtis δια στόματος Moby αυτή τη φορά.
The strain's too much, can't take much more.'
Oh, I've walked on water, run through fire,
Can't seem to feel it anymore.
Σηκώνω τη γροθιά και φωνάζω. “Ναι η κατάσταση εδώ είναι σκατά. Αλλά τίποτα δεν είναι μάταιο, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Άντε γαμήσου και συ και η μιζέρια σου Ian Curtis”
A loaded gun won't set you free.
Εκτός και εάν το όπλο είναι η επανάσταση. Έτσι λέω.
A change of hopes, with no regrets
Ξύπνησα και το κεφάλι μου βούιζε. Δεν είχα ιδέα τι είχα πιεί το περασμένο βράδυ, και εάν είχα πιεί τίποτα. Σκατά. Άλλη μια μέρα εδώ, άλλη μια μέρα. Από το ραδιόφωνο ο Ian Curtis έλεγε τα δικά του. New Dawn Fades. Ναι καλά. Με τη βοήεθια της τύχης, ψιλαφώντας τα ράφια της κουζίνας, βρήκα το shaker, έβαλα μέσα κάμποσο καφέ, νερό , ζάχαρη και γάλα. Ένας φραπές ήταν ο ιδανικός τρόπος για να ξυπνήσω. Καφές και μουσική, το τέλειο τονοτικό. Έκατσα λοιπόν στο σαλόνι, άνοιξα την εφημερίδα και ξεκίνησα όλη τη διαδικασία του Κυριακάτικου ξυπνήματος. Κυριακή στη Λευκωσία. Η πόλη είναι άδεια και η ζέστη αφόριτη,η τηλεόραση ως συνήθως δεν είχε το παραμικρό ενδιαφέρον. Βαρεμάρα, σαπίλα και πάλι σαπίλα. Καταραμένη Κυριακή. Μια Κυριακή στην Λευκωσία συνήθως σημαίνει τα εξής δύο πράγματα. Δεν έχεις τι να κάνεις και που να πας, τουλάχιστον όχι μέχρι τις τέσσερις το μεσημέρι.
Πρέπει να είχα διαβάσει τουλάχιστον τη μισή εφημερίδα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Neil. “Είμαστε ανοιχτά και περιμένουμε, είναι εδώ και ο Γκώνος με Μπουγάτσα και Μαρία. Σήκω και έλα!”. Έβαλα κάτι πρόχειρο πάνω μου και ξεκίνησα. Έξω είχε κουφόβραση, πρέπει να είχε χτυπήσει ένα σαραντάρι σίγουρα. Μέρες Σεπτέμβρη, παράξενες μέρες. Μπήκα γρήγορα στο Cafecity και βρήκα τον Neil στο γνωστό του πόστο, πίσω από τη μπάρα, φορώντας τα κλασσικά ροζ γυαλιά. Μου έβαλε έναν καφέ και μου είπε που ήταν οι άλλοι. Κάθονταν στο γνωστό γωνιακό τραπεζάκι, κάτω από την πέργκολα. Ούτε αυτοί ήταν στα σύγκαλα τους. Φαίνονταν τσιτωμένοι. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Καθόλου καλά. Δεν ήταν ότι είχαν νεύρα. Απλά όλοι ήταν τρομαγμένοι. Λες και είχαν δει το χάρο με τα μάτια τους. Δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να ρωτήσω τι έγινε. Η απάντηση ήταν μια.
“Αρχίσανε τις διαγραφές, διώχνουν κόσμο”. “Ποιούς;” “Αρχίσανε με τον Μηχαλάκο, και έπονται και άλλοι” “Πίκρα.” “Δε λες τίποτα.” “Και τι θα κάνουμε τώρα;” “Ιδέα δεν έχω, δεν γίνεται τίποτα με τους καθηγητές του, μάλλον πρέπει να δούμε το θέμα παρηγοριά.” “Το ξέρει;” “Το είδε το πρωί, στην αλληλογραφία” “ Γαμώτο.” “Και τώρα;”
Η μεγάλη ερώτηση. Τώρα τι γίνεται; Τι του λες; Ότι εκεί που θα πάει είναι μάλλον καλύτερα. Ότι έστω και έτσι άφησε την μάταια αυτή πόλη και ανοίγει δρόμο για αλλού; Ότι τα τέσσερα χρόνια εδώ δεν πήγαν στο βρόντο; Τι να πεις σε κάποιον που την πάτησε τόσο άσχημα; Ότι όλα θα πάνε καλά; Πόσο μάλλον όταν και εσύ νιώθεις την θέση σου επισφαλή,όταν νιώθεις ότι όπου να’ναι θα θερίσει και ‘σενα η γκιλοτίνα. Γαμώτο. Οι καφέδες ήρθαν και ξεκινήσαμε να τους πίνουμε. Ήρθε και ο Neil, μιας και αυτή την ώρα είμαστε η μόνη πελατεία.
“Πίκρα ε; Πίκρα. Βέβαια. Κάποιος απο ΄δω που δεν προσαρμόστηκε είδε την πόρτα της εξόδου. Η μοίρα του απροσάρμοστου. Η προσαρμόζεσαι, ή σε διώχνουν. Και η μοίρα όσου δεν έχει μπει στο τριπάκι του ανταγωνισμού. Εάν δεν μπεις στη διαδικασία να τρέχεις σαν τον πούστη απο δω κι απο κει δεν σε κάνουμε αποδεκτό. Ξέχνα την προσωπική σου ζωή, ξέχνα τον ύπνο, ξέχνα τα όλα και τρέχα σαν τον μαλάκα για να τα βγάλεις πέρα εδώ. Έτσι.Σκάσε και τρέχα.”
Δεν είχε και άδικο. Όμως τώρα ήταν η πρώτη φορά που τα βλέπαμε σε πλήρη εξέλιξη όλα αυτά. Για πρώτη φορά έδιωχναν κόσμο. Κάτι έπρεπε να γίνει. Κάπως έπρεπε να επεξεργαστούμε και να αντιμετοπίσουμε όλη την κατάσταση. Πως όμως; Ιδέα δεν υπήρχε. Μόνο να πάμε στο σπίτι του Μιχαλάκου μπας και νιώσει λίγο καλύτερα.
Ο Μιχαλάκος ήταν ένα ράκος. Καθόταν μπροστά από την οθώνη του υπολογιστή, κοιτώντας το email και προσπαθώντας να καταλάβει εάν όλα αυτά που διάβαζε ήταν η πραγματικότητα ή κομμάτι ενός εφιάλτη. Δεν πίστευε στα μάτια του. Είχε πάθει σοκ. Πολύ απλά η απόλυτη καταστροφή για έναν Έλληνα φοιτητή στο ucy βρίσκόταν μπροστά στα μάτια του. Η διαγραφή. “Έλα Μηχαλάκο θα εκεί που θα πας είναι καλύτερα”. “Όλα χάθηκαν, όλα”.
Μηχαλάκος, άλλο ένα θύμα του ucy. Τώρα, μερικές ώρες μετά την άφιξη μας προσπαθεί να συνέλθει. Και αδυνατεί. Χρειάζεται κάτι για να τον συνεφέρει από την φρήκη. Βάζουμε κλήρο και η μπίλια κάθεται στο αλκοόλ. Και τον σέρνουμε να έρθει μαζί μας για ξίδια. Και θα φύγει έχοντας αναθαρίσει λίγο, για να κυνηγήσει κάτι άλλο. Τι άλλο όμως; Με μια απόρριψη ήδη στην πλάτη, η οποία του ήρθε απροειδοποίητα τι θα καταφέρει. Άγνωστο.
Αλλά υπάρχουν και άλλα. Ο Μηχαλάκος ήταν μόνο η αρχή. Ποιός άλλος έπεται; Μαζί λοιπόν με τις μπύρες πρέπεςι να πάρουμε και μια απόφαση. Να δούμε εάν μπορούμε να αντιδράσουμε, και πως. Κατηφορίζουμε για καλά καθούμενα, να βρούμε ρετσίνα ή λίγο Τούμπα Libre (Μαλαματίνα με κοκακόλα).
Έξω η ζέστη είναι αφόρητη. Έχει φτάσει καταμεσήμερο και ο ήλιος έχει πολύ άγριες διαθέσεις, σχεδόν τσουρουφλίζει το δέρμα. Και στην ομάδα υπάρχει κατήφεια….Φτάνουμε στα Καλά Καθούμενα, και αρχίζουμε τις παραγγελίες. Σε λίγο εμφανίζονται η Μαρία και η Χαριτίνη φορτωμένες ούζα και ρετσίνα. Η κατάσταση αντιμετοπίζεται μόνο με αλκοόλ. Τέρμα.
Ευτυχώς με τα ποτά η διάθεση αρχίζει να αλλάζει. Ο Μηχαλάκος λέει ότι θα το παλέψει για Ελλάδα και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε πως θα αντιδράσουμε για να μην υπάρξουν και άλλοι.
Ρίχνω την ιδέα. Καστάληψη στην πρυτανεία για το θέμα των διαγραφών. Με αίτημα να σταματήσουν οι διαγραφές φοιτητών από το επόμενο εξάμηνο. Η εισήγηση γίνεται δεκτή με επιφυλάξεις, αλλά λέμε να κάνουμε μερικά τηλέφωνα μέχρι την Τετάρτη και την Τετάρτη να αποφασίσουμε για το εάν θα μπορέσει αν γίνει κάτι. Οι περισσότεροι όμως, από όσους είναι εδώ, είναι θετικοί στην ιδέα. “ Είναι καιρός”, λένε “να τους κάνουμε να μας ακούσουν”. Και δεν έχουν άδικο. Η συγκέντρωση λήγει και τραβάμε ο καθένας στο δρόμο του με την υπόσχεση να μην αφήσουμε τις διαγραφέςνα μείνουν χωρίς απάντηση. Πόλεμο θέλουν; Οκ, αλλά ας ετοιμαστούν και για αντιδράσεις.Γυρνάω και βλέπω τον Μηχαλάκο. Έχει αναθαρρίσει, και είναι καλύτερα. “Τελικά”, λέει, “ίσως να μας βγήκε σε καλό η όλη κατάσταση. Μπορεί εγώ να μην σωθώ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι χάσαμε την μπάλα”. Φτάνω στο σπίτι πολύ μετά τη δύση του ηλίοπ. Το ραδιόφωνο παίζει τους στίχους του Ian Curtis δια στόματος Moby αυτή τη φορά.
The strain's too much, can't take much more.'
Oh, I've walked on water, run through fire,
Can't seem to feel it anymore.
Σηκώνω τη γροθιά και φωνάζω. “Ναι η κατάσταση εδώ είναι σκατά. Αλλά τίποτα δεν είναι μάταιο, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Άντε γαμήσου και συ και η μιζέρια σου Ian Curtis”
A loaded gun won't set you free.
Εκτός και εάν το όπλο είναι η επανάσταση. Έτσι λέω.
Monday, July 06, 2009
Μια μέρα στην Αθήνα
Ξυπνάω στην Αθήνα. Άλλη μια φορά. Και όπως κάθε φορά το ίδιο σενάριο παίζεται μπροστά μου, σαν να ήμουν προταγωνιστής στη μέρα της Μαρμότας. Πάντα ξυπνάω με έναν κόμπο στο λαιμό. Θέλω διακαώς να ξεράσω, σαν να ξυπνάω μετά από ένα άγριο μεθύσι. Πηγαίνω γραμή για την τουαλέτα, πλένω τα δόνται και βλέπω το πρόσωπο μου στον καθρέφτη. Το ίδιο χλωμό πρόσωπο με τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Η ίδια κομμένη φάτσα, που μοιάζει συνεχώς λες και έχει συγκρουστεί με νταλίκα. Δεν αντέχω τη ζωή μου και δεν με αντέχει και η ίδια. Και θέλω αλλάξω αυτή την κατάσταση. Πάω στην κουζίνα, φτιάχνω καφέ και προετοιμάζομαι για την ημέρα που με περιμένει. Τα πράγματα ως έχουν είναι ως εξής. Πρώτα θα περάσω από το γραφείο, θα παραδώσω το άρθρο της ημέρας, και μετά θα βγω στους δρόμους για αναζήτηση ρεπορτάζ. Θα τρέξω από ‘δω και από κει, θα γράψω το ρεπορτάζ, και μετά θα γυρίσω σπίτι. Το βράδυ θα κοιμηθώ μπροστά στην τιβί, εάν νιώθω μοναξιές θα συρθώ σε κάποια τρύπα και θα βγάλω κάμποσες ώρες στη μπάρα με ένα ποτήρι μπύρας, αναλογιζόμενος την ζωή μου στην Αθήνα. Γαμώτο πως κατέληξα να ζω έτσι; Με τι όνειρα ξεκίνησα; Μήπως είναι καιρός να την κάνω; Γυρνάω σπίτι και το επόμενο πρωί ξαναξυπνάω στην ίδια κατάσταση.
Σήμερα όμως τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Ξαναξυπνάω και έχω το ίδιο ακριβώς αίσθημα. Μουντάδα, κόμπος στο λαιμό, αδιαθεσία. Βλέπω ξανά την ίδια φάτσα στον καθρέφτη. Δεν με αναγνωρίζω πλέον. Πότε έχασα την ψυχή μου; Ξεκίνησα με σκοπό να κάνω μαχόμενη δημοσιογραφία, γεμάτη μπαρουτοκαπνισμένα ρεπορτάζ από κοινωνικούς αγώνες και αδικίες, αλλά κατέληξα να κυνηγάω κουτσομπολία και ρεπορτάζ από το χρηματιστήριο, ή από τα επιχειρηματικά εγχειρήματα του εκδότη μου. Μαλακίες δηλαδή. Και τώρα, μετά τέσσερα χρόνια από αυτή την άθλια ρουτίνα, έχω σκυλοβαρεθεί. Δεν με αντέχω πια. Ούτε τη δουλειά μου.
Κάνω γρήγορα ένα ν τους και φεύγω για το γραφείο. Φτάνω, παραδίδω και ετοιμάζομαι για τη νέα έρευνα. Νέα αποστολή. Άγιος Παντελεήμονας. Να γράψω πόση ζημιά προκαλούν οι εξαθλιωμένοι Αφγανοί στον τζήρο των ντόπιων επιχειρηματιών. Ένα ακόμη κατευθυνόμενο ρεπορτάζ. Μπαίνω στο αυτοκινητάκι και ξεκινάω για τον Άγιο Παντελεήμωνα. Και αναρωτιέμαι εάν πρέπει όντως να κάνω αυτό το κωλορεπορτάζ. Η λογική μου μου λέει να γράψω ότι ακριβώς θα δω εκεί, το ένστικτο της επιβίωσης μου λέει να να κάνω τουμπεκί και να γράψω ακριβώς ότι ζητά το αφεντικό. Μια μάχη εκτυλίσσεται μέσα στο κεφάλι μου. Καθώς πλησιάζω στην πλατεία αρχίζω να νιώθω την κατάσταση γύρω μου. Στα πεζοδρόμια βλέπω ολόκληρες οικογένειες “αθλίων” να κοιμούνται στρωματσάδα, παιδιά που βρίσκονται ένα βήμα πριν τον τυμπανισμό από την πείνα, νέους ανθρώπους στα όια της απελπισίας, άλλους με σύριγγες στα χέρια….Και όλοι τους είναι μετανάστες, σε μια χώρα που δεν τους θέλει.. Παρκάρω κάπου, και αρχίζω τις φωτογραφίες και τις ερωτήσεις. Κάπιοι μου λένε ότι οι μετανάστες κλέβουν, τους διώχνουν την πελατεία γιατί κοιμούνται ή χέζουν κοντά στα μαγαζιά τους. Ρωτάνε που είναι η αστυνομία και γιατί δεν τους μαζεύει να τους στείλει πίσω στην πατρίδα τους; Και τι μας νοιάζει εάν εκεί έχουν πόλεμο; Εμάς μας ρώτησαν πριν μας κουβαληθούν εδώ; Φοβόμαστε να περπετήσουμε στην ίδια μας τη γειτονιά με τόσους πολλούς ξένους! Όπως πάντα οι ίδιες ατάκες. Από τους ίδιους ανθρώπους. Και που να ερχόταν και ο κλασσικός θίασος από αυτούς που εμφανίζονται στα κανάλια και ξεσπαθώνουν κατά των μεταναστών.
Μιλάω και με ανθρώπους από την άλλη πλευρά. Μετανάστες. Και ακούω τα ίδια. “Φοβόμαστε”. “Προχτές μας επιτέθηκε μια συμορία, ήθελαν να μας διώξουν, έλεγαν να πάμε αλλού, να φύγουμε απο την Ελλάδα….Μα που να πάμε; Πίσω στο Αφγανιστάν έχει πόλεμο.” “Η αστυνομία έρχεται μόνο για να μας συλλάβει και να μας πάει στα σύνορα, ποτέ για να μας προστατέψει από αυτούς που μας χτυπάμε”. “Εμείς δεν ήρθαμε να κλέψουμε, ήρθαμε να κάνουμε μια νέα ζωή, μακρυά από τον πόλεμο.” “Δεν είμαστε παράνομοι, είμαστε πρόσφυγες, απλά το αλλοδαπών δεν μας δίνει χαρτιά. Πέντε χρόνια περιμένω, εγώ, να μου εξετάσουν την υπόθεση.” Δύο πραγματικότητες σε μια. Αποφασίζω να χέσω το άρθρο. Να το γράψω όπως εγώ γουστάρω. Δε γαμιέται. Γυρνάω, κάθομαι και γράφω το άρθρο όπως γουστάρω, γράφω για τον γολγοθά των Αφγανών της Πλατείας. Το στέλνω με email στον αρχισυντάκτη και απλά περιμένω την απάντηση. Μία ώρα αργότερα με πέρνει τηλέφωνο . Τα έχει πάρει στο κρανίο. Με ρωτάει που βρίσκεται το άρθρο που μου ζήτησε. Του απαντώ ότ αυτό που έστειλα ήταν το ρεπορτάζ, και ότι δεν μπορεί να αλλάξει. Μου λέει πως θα είναι το τελευταίο μου για την εφημερίδα. Του λέω ότι θα περάσω το πρωί να πάρω τα πράγματα μου και την αποζημίωση για την απόλυση.Και το κλείνω. Επιτέλους. Ώρα να φεύγω. Μπαίνω στο ίντερνετ και ψάχνω για δουλειά . Οτιδήποτε, οπουδήποτε. Αρκεί να ασχολούμαι πάλι με τον τύπο και να κάνω πράγματα που γουστάρω. Βρίσκω μια περιβαλοντική οργάνωση για την διάσωση των καταρακτών του Ιγκουάσου, στην Αργεντινή, με έδρα το Puerto Iguazu. Τους στέλνω ένα email με το βιογραφικό μου, ευτυχώς ξέρω πολύ καλά Ισπανικά. Μου απαντούν άμεσα και με ρωτούν πότε μπορώ να είμαι στην περιοχή. Τους λέω ότι έχω να κανονίσω κάτι εκρεμότητες και ότι σε δύο μήνες θα είμαι εκεί, όπως και να έχει. Μου στέλνουν την απάντηση. Με δέχονται! Ετοιμάζω βαλίτσες, βάζω τα ρούχα, τα αγαπημένα μου πράγματα, τους δίσκους, το κομπιούτερ και τις αφίσες στο Φιατάκι.Αφήνω και ένα μικρό σημείωμα στην οικογένεια, στο τραπέζι. “Φεύγω”, γράφει, απλά και αθόρυβα. Το πρωί φεύγω για το γραφείο, πέρνω τα πράγματα και την αποζημίωση, μετά πάω στην τράπεζα και σηκώνω όλεσ μου τις οικονομίες. Δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ σύνολο, θα μου φτάσουν για να οδηγήσω ως εκεί, η για εισητήρια και ναύλα. Το σχέδιο είναι ένα. Πάμε αθόρυβα Πράγα, μένουμε μερικές μέρες (όσες χρειαστεί για να πάρουμε νέα για τη βίζα από Ρωσία και ΗΠΑ), και εάν όλα ευδοκιμήσουν περνάμε μέσω Ουκρανίας, Ρωσίας, Σιβηρίας, Αλάσκα,Καναδά, Παναμερικάνικης Λεωφόρου και Άνδεων για Αργεντινή. Αλλίώς πάμε Ισπανία, ή Αγγλία, και τα φορτώνουμε στο πλοίο για Αργεντινή. Η άδεια εργασίας δεν είναι πρόβλημα, θα το κανονίσω από την πρεσβεία πριν ξεκινήσω.Πέρνω την εθνική για Πάτρα, για να πάρω το πλοίο για Βενετία. Αν όλα πάνε καλά, που θα πάνε, σε δύο μήνες τέτοια ώρα θα διασχίζω τις Αργεντίνικες Pambas με προορισμό το Iguazu…. Και την ελευθερία…… Επιτέλους φεύγω ζωντανός από την Αθήνα……
Σήμερα όμως τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά. Ξαναξυπνάω και έχω το ίδιο ακριβώς αίσθημα. Μουντάδα, κόμπος στο λαιμό, αδιαθεσία. Βλέπω ξανά την ίδια φάτσα στον καθρέφτη. Δεν με αναγνωρίζω πλέον. Πότε έχασα την ψυχή μου; Ξεκίνησα με σκοπό να κάνω μαχόμενη δημοσιογραφία, γεμάτη μπαρουτοκαπνισμένα ρεπορτάζ από κοινωνικούς αγώνες και αδικίες, αλλά κατέληξα να κυνηγάω κουτσομπολία και ρεπορτάζ από το χρηματιστήριο, ή από τα επιχειρηματικά εγχειρήματα του εκδότη μου. Μαλακίες δηλαδή. Και τώρα, μετά τέσσερα χρόνια από αυτή την άθλια ρουτίνα, έχω σκυλοβαρεθεί. Δεν με αντέχω πια. Ούτε τη δουλειά μου.
Κάνω γρήγορα ένα ν τους και φεύγω για το γραφείο. Φτάνω, παραδίδω και ετοιμάζομαι για τη νέα έρευνα. Νέα αποστολή. Άγιος Παντελεήμονας. Να γράψω πόση ζημιά προκαλούν οι εξαθλιωμένοι Αφγανοί στον τζήρο των ντόπιων επιχειρηματιών. Ένα ακόμη κατευθυνόμενο ρεπορτάζ. Μπαίνω στο αυτοκινητάκι και ξεκινάω για τον Άγιο Παντελεήμωνα. Και αναρωτιέμαι εάν πρέπει όντως να κάνω αυτό το κωλορεπορτάζ. Η λογική μου μου λέει να γράψω ότι ακριβώς θα δω εκεί, το ένστικτο της επιβίωσης μου λέει να να κάνω τουμπεκί και να γράψω ακριβώς ότι ζητά το αφεντικό. Μια μάχη εκτυλίσσεται μέσα στο κεφάλι μου. Καθώς πλησιάζω στην πλατεία αρχίζω να νιώθω την κατάσταση γύρω μου. Στα πεζοδρόμια βλέπω ολόκληρες οικογένειες “αθλίων” να κοιμούνται στρωματσάδα, παιδιά που βρίσκονται ένα βήμα πριν τον τυμπανισμό από την πείνα, νέους ανθρώπους στα όια της απελπισίας, άλλους με σύριγγες στα χέρια….Και όλοι τους είναι μετανάστες, σε μια χώρα που δεν τους θέλει.. Παρκάρω κάπου, και αρχίζω τις φωτογραφίες και τις ερωτήσεις. Κάπιοι μου λένε ότι οι μετανάστες κλέβουν, τους διώχνουν την πελατεία γιατί κοιμούνται ή χέζουν κοντά στα μαγαζιά τους. Ρωτάνε που είναι η αστυνομία και γιατί δεν τους μαζεύει να τους στείλει πίσω στην πατρίδα τους; Και τι μας νοιάζει εάν εκεί έχουν πόλεμο; Εμάς μας ρώτησαν πριν μας κουβαληθούν εδώ; Φοβόμαστε να περπετήσουμε στην ίδια μας τη γειτονιά με τόσους πολλούς ξένους! Όπως πάντα οι ίδιες ατάκες. Από τους ίδιους ανθρώπους. Και που να ερχόταν και ο κλασσικός θίασος από αυτούς που εμφανίζονται στα κανάλια και ξεσπαθώνουν κατά των μεταναστών.
Μιλάω και με ανθρώπους από την άλλη πλευρά. Μετανάστες. Και ακούω τα ίδια. “Φοβόμαστε”. “Προχτές μας επιτέθηκε μια συμορία, ήθελαν να μας διώξουν, έλεγαν να πάμε αλλού, να φύγουμε απο την Ελλάδα….Μα που να πάμε; Πίσω στο Αφγανιστάν έχει πόλεμο.” “Η αστυνομία έρχεται μόνο για να μας συλλάβει και να μας πάει στα σύνορα, ποτέ για να μας προστατέψει από αυτούς που μας χτυπάμε”. “Εμείς δεν ήρθαμε να κλέψουμε, ήρθαμε να κάνουμε μια νέα ζωή, μακρυά από τον πόλεμο.” “Δεν είμαστε παράνομοι, είμαστε πρόσφυγες, απλά το αλλοδαπών δεν μας δίνει χαρτιά. Πέντε χρόνια περιμένω, εγώ, να μου εξετάσουν την υπόθεση.” Δύο πραγματικότητες σε μια. Αποφασίζω να χέσω το άρθρο. Να το γράψω όπως εγώ γουστάρω. Δε γαμιέται. Γυρνάω, κάθομαι και γράφω το άρθρο όπως γουστάρω, γράφω για τον γολγοθά των Αφγανών της Πλατείας. Το στέλνω με email στον αρχισυντάκτη και απλά περιμένω την απάντηση. Μία ώρα αργότερα με πέρνει τηλέφωνο . Τα έχει πάρει στο κρανίο. Με ρωτάει που βρίσκεται το άρθρο που μου ζήτησε. Του απαντώ ότ αυτό που έστειλα ήταν το ρεπορτάζ, και ότι δεν μπορεί να αλλάξει. Μου λέει πως θα είναι το τελευταίο μου για την εφημερίδα. Του λέω ότι θα περάσω το πρωί να πάρω τα πράγματα μου και την αποζημίωση για την απόλυση.Και το κλείνω. Επιτέλους. Ώρα να φεύγω. Μπαίνω στο ίντερνετ και ψάχνω για δουλειά . Οτιδήποτε, οπουδήποτε. Αρκεί να ασχολούμαι πάλι με τον τύπο και να κάνω πράγματα που γουστάρω. Βρίσκω μια περιβαλοντική οργάνωση για την διάσωση των καταρακτών του Ιγκουάσου, στην Αργεντινή, με έδρα το Puerto Iguazu. Τους στέλνω ένα email με το βιογραφικό μου, ευτυχώς ξέρω πολύ καλά Ισπανικά. Μου απαντούν άμεσα και με ρωτούν πότε μπορώ να είμαι στην περιοχή. Τους λέω ότι έχω να κανονίσω κάτι εκρεμότητες και ότι σε δύο μήνες θα είμαι εκεί, όπως και να έχει. Μου στέλνουν την απάντηση. Με δέχονται! Ετοιμάζω βαλίτσες, βάζω τα ρούχα, τα αγαπημένα μου πράγματα, τους δίσκους, το κομπιούτερ και τις αφίσες στο Φιατάκι.Αφήνω και ένα μικρό σημείωμα στην οικογένεια, στο τραπέζι. “Φεύγω”, γράφει, απλά και αθόρυβα. Το πρωί φεύγω για το γραφείο, πέρνω τα πράγματα και την αποζημίωση, μετά πάω στην τράπεζα και σηκώνω όλεσ μου τις οικονομίες. Δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ σύνολο, θα μου φτάσουν για να οδηγήσω ως εκεί, η για εισητήρια και ναύλα. Το σχέδιο είναι ένα. Πάμε αθόρυβα Πράγα, μένουμε μερικές μέρες (όσες χρειαστεί για να πάρουμε νέα για τη βίζα από Ρωσία και ΗΠΑ), και εάν όλα ευδοκιμήσουν περνάμε μέσω Ουκρανίας, Ρωσίας, Σιβηρίας, Αλάσκα,Καναδά, Παναμερικάνικης Λεωφόρου και Άνδεων για Αργεντινή. Αλλίώς πάμε Ισπανία, ή Αγγλία, και τα φορτώνουμε στο πλοίο για Αργεντινή. Η άδεια εργασίας δεν είναι πρόβλημα, θα το κανονίσω από την πρεσβεία πριν ξεκινήσω.Πέρνω την εθνική για Πάτρα, για να πάρω το πλοίο για Βενετία. Αν όλα πάνε καλά, που θα πάνε, σε δύο μήνες τέτοια ώρα θα διασχίζω τις Αργεντίνικες Pambas με προορισμό το Iguazu…. Και την ελευθερία…… Επιτέλους φεύγω ζωντανός από την Αθήνα……
Tuesday, June 30, 2009
¡VIVAN LOS COMPAÑEROS!
Στη Neda, που σκοτώθηκε από τους πραίτωρες του σκοταδιστικού καθεστώτως του Ιράν
Στην Οαχάκα, στο Μεξικό, ζει ο δάσκαλος γερο-δάσκαλος Francisco Rodriguez. Γιος μιας Μεξικάνας εργάτριας από το Ταμπίκο και ενός Ισπανού εμιγκρέ από τις Αστούριας, ο Don Francisco γενήθηκε μέσα στη φτώχεια και τους εργατικούς αγώνες. Ήταν μωρό ακόμη όταν οι γονείς του, που ήταν οργανωμένοι στους αναρχικούς της περιοχής, τον έπερναν στις διαδηλώσεις των εργατών στο Ταμπίκο. Η απεργία εκεί απέτυχε και ο στρατός με τη χωροφυλακή χτύπησαν άγρια τους εργάτες, και ο μικρός Francisco αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη μαζί με τους γονείς του και να μετακομίσει στην ενδοχόρα. Μεγάλώσε στο Ερμοσίγιο, όπου οι γονείς του εργάζονταν ως εργάτες γης. Έμενε, όπως και οι άλλοι φτωχοί του Μεξικού σε ένα χαμόσπιτο στη μέση της ζούγκλα, ενώ κάθε μέρα πήγαινε στο σχολείο, μιας και οι γονείς του δεν ήθελαν να γίνει αγράμματος.
Στα μέσα της δεκαετίας του 40 μετακομίζει στο Μέξικο Σίτι, και εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο, για να γίνει εκπαιδευτικός. Παράληλα δουλεύει σε μπαρ της πόλης, όπου συχνάζει όλη η καλιτεχνική πρωτοπορία της χώρας. Γνωρίζει τον Μπουνουέλ, τη Φρίντα Κάλο και τον άντρα της. Παράλληλα γοητεύεται από τη δουλειά του. Λατρεύει την αίσθηση και τη μυρωδιά της κιμωλίας, μα πάνω απ’όλα αγαπά τους συνανθρώπους του, τους απλούς και αγράμματους ιθαγενείς και χωρικούς, στους οποίους θέλει να διδάξει γράμματα για να μην πέφτουν τόσο εύκολα θύματα των διαφόρων αγυρτών που τους εξαπατούν,ιδίως των εμπόρων και των αφεντικών. Θέλει, όσο τίποτα, να εξοπλίσει τον κόσμο ενάντια στην καταπίεση. Και εδώ αρχίζει η πολιτική δουλειά του Francisco. Εγγράφεται στο Κόμμα. Δουλεύει νυχθημερόν στις οργανώσεις βάσης προσπαθώντας να οργανώσει τους εργάτες, τους φοιτητές, τοπυς γείτονες του. Οργανώνει κινήσεις. Κάποιες πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν. Και μετά, έρχεται η πρώτη μετάθεση. Τσιάπας. Φτάνει εκεί με μεράκι, με τη θέληση να διδάξει. Τα πράγματα όμως είναι δύσκολα. Οι ιθαγενείς τον βλέπουν με δυσπυστία, και η τοπική κυβέρνηση του κάνει τη ζωή δύσκολη. Υλικά δεν υπάρχουν γιατί ο διευθυντής εκπαίδευσης κλέβει τα λεφτά, ενώ τα παιδιά δεν έχουν να φάνε. Όμως δεν το βάζει κάτω. Μαθαίνει τις τοπικές γλώσσες, βοηθά τους ηθαγενείς στις δουλειές τους τα απογεύματα, βρίσκει τρόπο να παρακάμψει τον διευθυντή και να φτάνουν τα υλικά στην τάξη. Κάπως έτσι περνούν πέντε ή έξι χρόνια. Επιστρέφει στο Μεξικό, αφού όμως περάσει δύο χρόνια σε ορεινές κοινότητες.. Δουλεύει σε ένα λύκειο της πρωτεύουσας, ενώ συνάπτει σχέσεις με τους εξώριστους που μένουν στην πόλη. Παρακολουθεί όλη τη διαδικασία για και τα γυρίσματα για το Olvidadοs του Μπουνουέλ, ενώ γνωρίζει από κοντά τους αδεφούς Κάστρο, τον Καμίλο Σιενφουέγος, και έναν εντυπωσιακό νεαρό γιατρό από την Αργεντινή, με το όνομα Ερνέστο Γκεβάρα. Συμμετέχει στις εξορμήσεις των τρελών αυτών Κουβανών στα βουνά, μερικές φορές μάλιστα ως οδηγός, και εντυπωσιάζεται αππό τη θέληση του Αργεντίνου, που αν και πάσχει από χρόνιο άσθμα έχει βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει όλη την σκληρή εκπαίδευση που απαιτείται για να γίνει αντάρτης. Την τελευταία νύχτα πριν να φύγουν από την πόλη για να μπαρκάρουν με το Granma, γίνεται μια αποχαιρετιστήρια γιορτή στο σπίτι του Γκεβάρα. Λίγο πριν το δυαλήσουν,σηκώνει το ποτήρι του και φωνάζει:¡Vivan los companieros!
Αμέσως μετά ποτήρια τσουγκρίζουν και ο κόσμος, αρχίζει να τραγουδά τους στίχους του Χοσέ Μαρτί. Και λίγο αργότερα το El Pueblo Unido. Και λίγο μετά φεύγουν. Ο ίδιος επιστρέφει στο σπίτι. Δουελεύει και περιμένει υπομονετικά τα νέα. Η απόβαση στην Κούβα δεν πάει καλά, και ο δίος αρχίζει να ανησυχεί για την επόμενη μέρα. Όμως λίγο αργότερα μαθαίνει ότι το εντάρτικο έχει αρχίσει να εδραιώνεται κάπως, ότι οι άλλοι είναι καλά. Αρχίζει να βοηθά με την αποστολή όπλων και φαρμάκων. Και πάνω απ’ όλα συνεχίζει να διδάσκει.
Φτάνει το 1959, η επανάσταση στην Κούβα εδραιώνεται, και ο Τσε γίνεται υπουργός. Συνεχίζει όμως να εργάζεται με τον ίδιο ενθουσιασμό, χωρίς σταματημό. Ο Fernando, που παρακολουθεί στενά την επανάσταση, μένει και πάλι έκπληκτος με τον Αργεντίνο, ο οποίος δουλεύει μεν για την επανάσταση, αλλά έχει και το θάρρος, ή θράσος, να ασκεί κριτική στη Σοβιετική Ένωση και την αντίληψη του ΚΚΣΕ για τον κομμουνισμό. Ο ίδιος συνεχίζει να διδάσκει, αλλά και αρχίζει να αμφιβητεί τις Σταλινικές ιδέες. Στη δεκαετία του 60 ανακαλύπτει σιγά σιγά τον Μαρκούζε, τον Σαρτρ, και βασικότερα, τις εκπαιδευτικές ιδέες του Πάουλο Φρέιρε. Αρχίζει να τις εφαρμόζει σιγά σιγά, και ωθεί τους μαθητές του να γίνουν άνθρωποι με δική τους κρίση, που να αποφασίζουν από μόνοι τους για τη ζωή τους. Το 1967 πάει μυστικά στην Κούβα για να εκπαιδευτεί σε σεμινάρια ως δάσκαλος, να μάθει πως να οργανώνει μαθήματα για την καταπολέμιση του αναλφαβιτισμού. Βλέπει για τελευταία φορά τον Τσε, που του λέει ότι ετοιμάζεται να ξαναφύγει για αντάρτικο, αυτή τη φορά στην Βολιβία. Τον Οκτώβρη όμως μαθαίνει τα άσχημα νέα. Το αντάρτικο απέτυχε, και ο Τσε είναι νεκρός. Πολλοί μιλάνε για προδοσία. Ούτως η άλλως ο Φιντέλ είιναι ακόμα πιστός στην Σοβιετική Ένωση, η οποία δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις με τον Τσε. Έρχεται το 1968 και οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στην Τσεχοσλοβακία, σε μια προσπάθεια να σταματήσουν την “Άνοιξη της Πράγας”. Ο Francisco διαφωνεί με το κόμμα και φεύγει πικραμένος. Όμως συνεχίζει την συνδικαλιστική δράση, τρέχει στις διαδηλώσεις των φοιτητών και των μαθητών, είναι εκεί στους αγώνες των νέων. Και μετά γίνεται το Κακό. Οι φοιτητές οργανώνουν καταλήψεις και διαδηλώσεις, ζητώντας να αλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα. Απο κοντά και οι μαθητές, που οργανώνονται. Και ο Francisco είναι εκεί. Σιγά σιγά οι διαμαρτυρίες πέρνουν τη μορφή λαΪκής εξέγερσης κατά της κυβέρνησης. Κια κάπου εκεί αρχίζει η καταστολή. Την μοιραία εκείνη νύχτα, βρίσκεται στο κέντρο της διαδήλωσεις, στην πλατεία Τριών Πολιτισμών. Βλέπει τους στρατιώτες να εμφανίζονται, τις φωτοβολίδες από τα ελικόπτερα να σκάνε. Ακούει τις ριπές από τα πολυβόλα, τις εκρήξεις, βλέπει νέους ανθρώπους γύρω του να σωριάζονται γαζωμένοι από τις σφαίρες. Πολλοί μαθητές του, και φίλοι του σκοτώνονται εκεί, δύο ξεψυχούν μπροστά στα μάτια του. Αποσύρεται από την πολιτική και φεύγει με μετάθεση για την Οαχάκα. Και μετά σιωπή……
Το 1969 παντρεύεται, κάνει παιδιά, αλλά συνεχίζει να διδάσκει τον κόσμο μέχρι τα τέλη του ’87, που πέρνει σύνταξη. Διδάσκει μικρούς, μεγάλους. Δίνει από το υστέρημα του για να έχουν βιβλία και γραφική ύλη, και παπούτσια οι μαθητές. Όλα είναι ύσηχα…..
Όχι όμως σήμερα. Σήμερα είναι η δωδέκατη μέρα της κατάληψης της πλατείας της πόλης από τους δασκάλους. Ο Δον Φερνάντο παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις. Πρώτον γιατί απεργούσαν οι άνθρωποι των οποίων κάποτε ήτασν συνάδελφος, και δεύτερον γιατί τα πιο βασικά αιτήματα τους μετά τον μισθό αφορούσαν τη βελτιωση της ζωής των μαθητών τους, ιδίως εκείνων που έρχονταν από τα χωριά. Κάθε μέρα πήγαινε στην πλατεία, πήγαινε στον ραδιοσταθμό και έδινε ραδιοφωνικές διαλέξεις επί παντός επιστητού, και τα βράδυα έφερνε ψωμί στους καταληψίες συναδέλφους, και κιμωλίες για όσους έκαναν δωρεάν μαθήματα μέσα στην πλατεία. Χτες το βράδυ όμως τα πράγματα πήραν μια στροφή προς το χειρότερο. Η αστυνομία επιτέθηκε στην πλατεία, έδειρε τους δασκάλους, δυάλησε τον καταυλισμό και τον ραδιοσταθμό. Ο δον Φερνάντο ένιωσε οργή, λύπη για τους συναδέλφους, και μίσος για τους μπάτσους. Το επόμενο πρωί έπρεπε να κατέβει στην πόλη. Όλα αυτά δεν έπρεπε να μείνουν αναπάντητα.
Ήταν εννιά η ώρα όταν ξεκίνησε από το σπίτι, με τις κιμωλίες στην τσέπη και το μαντήλι στο χέρι, για να πάει στην πλατεία. Στον δρόμο κανείς. Και όμως, κάπου άκουσε σαματά. Και ξαφνικά τους είδε. Ένα τσούρμο που κατέβαινε με δρασκελιές τον δρόμο. Ήταν δεν ήταν πενήντα άτομα, φοιτητές, μαθητές συνταξιούχοι, εργάτες, αγρότες οπλισμένοι με κατσαρόλες, κοντάρια και μαντίλια. Μια μικρή αλλά μαχητική διαδήλωση, που ξεκίναγε από τη γειτονιά του. Δεν έχασε χρόνο και μπήκε μπροστά. Το μπλοκ τον υποδέχτηκε με επευφημίες. “Το λέει ακόμα η καρδούλα σου γερο-δάσκαλε, του φώναξε ένας γείτονας, ένας τριαντάρης εργάτης γης.” “ Ναι, όταν πρέπει να παλέψω για κάτι που έχει σημασία, το λέει”!
Όσο προχωρούσαν η διαδήλωση γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Κόσμος μαζευόταν από τα γύρω στενά, τώρα ήταν φανερό ότι όλη η γειτονιά είχε κινητοποιηθεί για τη διαδήλωση. Παρακάτω όταν έμπαιναν στις μικροαστικές γειτονιές περίμεναν να έχουν προβλήματα. Όμως συνέβη το αντίθετο. Οι νεότεροι έμπαιναν στην πορεία, οι γηραιότεροι απλά χειροκροτούσαν, οι νοικοκυρές έλουζαν τον κόσμο με ένα ειδικό διάλειμα για τα δακρυγόνα που έφτιαχναν από νερό και λεμόνι, ή φάρμακα, γιατροί μοίραζαν χειρουργικές μάσκες και έμπαιναν στο μπλοκ για να δώσουν πρώτες βοήθειες σε περίπτωση σύγκρουσης. Όταν έφτασαν στον κεντρικό δρόμο, έμαθαν τα νέα και από τα γύρω χωριά. Οι Ινδιάνοι είχαν ξεσηκωθεί και αυτοί, είχαν καταλάβει τα τοπικά αστυνομικά τμήματα των περιοχών τους και κατέβαιναν στην πόλη. Οι λαοί της Οαχάκα είχαν ξεσηκωθεί. Τέτοιο ξεσηκωμό είχε να δει ο δον Φερνάντο από το ’68. Και ήταν πάλι στο κέντρο του αγώνα, μάχημος αγωνιστής.
Πια το πλήθος στο δρόμο ήταν τόσο μεγάλο που έμοιαζε σαν ένα ορμητικό ποτάμι που πέρναγε από τους δρόμους της πόλης. Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει κοντά στην πλατεία. Το πρώτο που αντίκρυσαν ήταν οι απεργοί που έτρεχαν να σωθούν από την αστυνομία. Μόλις όμως έβλεπαν πόσοι κατεβαιναν για να τους υποστηρίξουν, έκαναν μετάβολή, έμπαιναν στον κυρίως όγκο της πορείας και γύρναγαν για να ξανακαταλάβουν την πλατεία. Σε λίγο εμφανίστηκαν οι πρώτες σιδηρόφρακτες διμοιρίες, και πήραν θέση μάχης. Οι διαδηλωτές τρόμαξαν προς στιγμήν, αλλά αποφάσισαν να μην υποχωρίσουν. Απο δω και πέρα δεν υπήρχε γυρισμός. Μαζεύτηκαν μπροστά από τους αστυνομικούς.
“Γιατί μας χτυπάτε, είμαστε φτωχοί και άνθρωποι του λαού σαν και σας, δεν ντρέπεστε;” φώναζε μια γριά Μιξτέκα προς τους αστυνομικούς
“Ελάτε μαζί μας ή σηκωθείτε φύγετε, και για των δικών σας παιδιών τα δικαιώματα παλεύουμε” τους φώναζε ο Φερνάντο.
Συνθήματα δονούν την ατμόσφαιρα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει το τρομερό ¨ZAPATA VIVE¨. Ο Ζαπάτα ζει! Η αστυνομία ξεκίνησε την επίθεση με γκλομπ και δακρυγόνα. Όμ,ως όλοι έμειναν στη θέση τους. Ξαφνικά τα χτυπήματα από τα γκλομπ δεν σήμαιναν τίποτα, ούτε να δακρυγόνα από τις αύρες και οι πλαστικές σφαίρες από τα ελικόπτερα. Κάπιοι έβγαλαν πυροτεχνήματα και άρχισαν να τα ρίχνουν στα ελικόπτερα και τους αστυνομικούς, άλλοι απαντούσαν με καδρόνια και πέτρες, άλλοι απλά φώναζαν. Στο τέλος η αστυνομία υποχώρησε, τι υποχώρησε δηλαδή, τρέχοντας έφυγαν και εγκατέλειψαν την πλατεία. Οι διαδηλωτές είχαν κερδίσει την πρώτη νίκη. Μπήκαν μέσα και έστησαν οδοφράγματα, φτιάξανε τέντες για τους τραυματίες και επιδιόρθωσαν ότι μπόρεσαν από τον καταυλισμό. Ο Φερνάντο ήταν εκεί, έδινε πρώτες βοήθειες, βοήθαγε στο στήσιμο οδοφραγμάτων, φορτώθηκε πυροτεχνήματα και τα μοίρασε στα οδοφράγματα. Μόλις που πρόλαβε, γιατί το μεσημέρι η αστυνομία επανήλθε διρμύτερη. Οχι ότι αυτό σήμαινε τίποτα βέβαια, ο κόσμος, που στο μεταξύ είχε πολλαπλασιαστεί, την έστειλε στα τσακίδια. Το βράδυ ξεκίνησαν να καταλάβουν και τις γειτονιές. Ο Φερνάντο και το γκρουπ του δεν βρήκαν μπάσκινα ούτε για δείγμα. Έστησαν ένα οδόφραγμα με ένα παλιό φορτηγό που βρήκαν και κάτι κορμούς, έβγαλαν βάρδιες για το οδόφραμα και αποφάσισαν να κάνουν μια μικρή γιορτή για τη νίκη τους. Η γιορτή είχε επίκεντρο το φτωχικό του δον Φερνάντο, ο οποίος άνοιξε δυο βαρέλια κρασί που είχε φυλαγμένο για ειδικές περιστάσεις, ενώ οι άλλοι γείτονες έφερναν φαγητό και τεκίλα. Ήταν ένα γεγονός που άξιζε ένα τρικούβερτο γλέντι. Επιτέλους οι λαοί μίλησαν ενάντια στην καταπίεση, και τώρα η γλυκειά μέθη της ελευθερίας και της εξέγερσης είχε καταλάβει όλη τη γειτονιά. Οι προπώσεις έδιναν και έπερναν, ενώ όλοι ήθελαν να μιλήσουν με τον μαχητικό γερο-δάσκαλο, να ακούσουν τη γνώμη του και να τον ρωτήσουν πως έβλεπε την κατάσταση. Κάποια στιγμή, χωρίσ να το καταλάβει, κάποιος του έδωσε ένα ποτήρι, η μουσική σταμάτησε και επικράτησε υσηχία. Ο δον Φερνάντο, απροετίμαστος,έπρεπε να βγάλει ένα μικρό λόγο. Ο οποίος ήταν ο εξής.
“Amigos, vecinos, me preguntais por el futuro. El futuro de este lucha,y el futuro de los pueblos de este ciudad. Vos digo que no se quando vamos a vencir o no, quando vamos a gañar nuestros derechos de pan, trabajo,educación,salud, libertad, una vida segura y feliz sin hambre y poverdad. Somos los mas pequeños del mundo, la gente de los povres, pero ahora somos tambien la gente de la lucha. Cuando nos organizamos, y guando explicamos el razon de nuestra lucha a todo el pueblo de Mexico y a los pueblos del mundo, y ellos se mezclan en esa lucha, estoy seguro que vamos a gañar. Pero ahora no esta el tiempo para pensar, lo vamos a hacer en la mañana. Mañana hacemos el plan de la continuación de nuestra lucha. Por ahora no se que esta nuestro futuro. Pero lo que hay visto hoy me gusta mucho.Es la revolucion mas bonita. La revolucion del pueblo. ¡Bivan los compañeros! ¡Vivan los compañeros!”
“Φίλοι, γείτονες, με ρωτάτε για το μέλλον. Το μέλλον αυτού του αγώνα, το μέλλον των λαών αυτής της πόλης. Σας λέω ότι δεν ξέρω εάν θα νικήσουμε ή όχι, εάν θα κερδίσομε το δικάιωμα μας για ψωμί,παιδεία δουλειά, υγεία ελευθερία, μια ζωή χαρούμενη χωρίς πείνα και κακουχίες. Είμαστε οι πιο μικροί, ο κόσμος των φτωχών, αλλά τώρα είμαστε και ο κόσμος του αγώνα. Εάν οργανωθούμε, και εξηγήσουμε στους λαούς του Μεξικού και του κόσμου τον λόγο του αγώνα μας, και αυτοί συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα, είμαι σίγουρος πως θα νικήσουμε. Αλλά τώρα δεν είναι ώρα για περισσυλογή. Αυτό το κάνουμε αύριο. Αύριο το πρωί θα σχεδιάσουμε τη συνέχεια του αγώνα μας. Για την ώρα δεν ξέρω τίποτα για το μέλλον. Αυτό όμως που είδα σήμερα μου άρεσε πολύ. Και αυτό είναι η επανάσταση του λαού.Να πιουν οι σύντροφοι! Να ζήσουν οι σύντροφοι!”
Στην Οαχάκα, στο Μεξικό, ζει ο δάσκαλος γερο-δάσκαλος Francisco Rodriguez. Γιος μιας Μεξικάνας εργάτριας από το Ταμπίκο και ενός Ισπανού εμιγκρέ από τις Αστούριας, ο Don Francisco γενήθηκε μέσα στη φτώχεια και τους εργατικούς αγώνες. Ήταν μωρό ακόμη όταν οι γονείς του, που ήταν οργανωμένοι στους αναρχικούς της περιοχής, τον έπερναν στις διαδηλώσεις των εργατών στο Ταμπίκο. Η απεργία εκεί απέτυχε και ο στρατός με τη χωροφυλακή χτύπησαν άγρια τους εργάτες, και ο μικρός Francisco αναγκάστηκε να φύγει από την πόλη μαζί με τους γονείς του και να μετακομίσει στην ενδοχόρα. Μεγάλώσε στο Ερμοσίγιο, όπου οι γονείς του εργάζονταν ως εργάτες γης. Έμενε, όπως και οι άλλοι φτωχοί του Μεξικού σε ένα χαμόσπιτο στη μέση της ζούγκλα, ενώ κάθε μέρα πήγαινε στο σχολείο, μιας και οι γονείς του δεν ήθελαν να γίνει αγράμματος.
Στα μέσα της δεκαετίας του 40 μετακομίζει στο Μέξικο Σίτι, και εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο, για να γίνει εκπαιδευτικός. Παράληλα δουλεύει σε μπαρ της πόλης, όπου συχνάζει όλη η καλιτεχνική πρωτοπορία της χώρας. Γνωρίζει τον Μπουνουέλ, τη Φρίντα Κάλο και τον άντρα της. Παράλληλα γοητεύεται από τη δουλειά του. Λατρεύει την αίσθηση και τη μυρωδιά της κιμωλίας, μα πάνω απ’όλα αγαπά τους συνανθρώπους του, τους απλούς και αγράμματους ιθαγενείς και χωρικούς, στους οποίους θέλει να διδάξει γράμματα για να μην πέφτουν τόσο εύκολα θύματα των διαφόρων αγυρτών που τους εξαπατούν,ιδίως των εμπόρων και των αφεντικών. Θέλει, όσο τίποτα, να εξοπλίσει τον κόσμο ενάντια στην καταπίεση. Και εδώ αρχίζει η πολιτική δουλειά του Francisco. Εγγράφεται στο Κόμμα. Δουλεύει νυχθημερόν στις οργανώσεις βάσης προσπαθώντας να οργανώσει τους εργάτες, τους φοιτητές, τοπυς γείτονες του. Οργανώνει κινήσεις. Κάποιες πετυχαίνουν, άλλες αποτυγχάνουν. Και μετά, έρχεται η πρώτη μετάθεση. Τσιάπας. Φτάνει εκεί με μεράκι, με τη θέληση να διδάξει. Τα πράγματα όμως είναι δύσκολα. Οι ιθαγενείς τον βλέπουν με δυσπυστία, και η τοπική κυβέρνηση του κάνει τη ζωή δύσκολη. Υλικά δεν υπάρχουν γιατί ο διευθυντής εκπαίδευσης κλέβει τα λεφτά, ενώ τα παιδιά δεν έχουν να φάνε. Όμως δεν το βάζει κάτω. Μαθαίνει τις τοπικές γλώσσες, βοηθά τους ηθαγενείς στις δουλειές τους τα απογεύματα, βρίσκει τρόπο να παρακάμψει τον διευθυντή και να φτάνουν τα υλικά στην τάξη. Κάπως έτσι περνούν πέντε ή έξι χρόνια. Επιστρέφει στο Μεξικό, αφού όμως περάσει δύο χρόνια σε ορεινές κοινότητες.. Δουλεύει σε ένα λύκειο της πρωτεύουσας, ενώ συνάπτει σχέσεις με τους εξώριστους που μένουν στην πόλη. Παρακολουθεί όλη τη διαδικασία για και τα γυρίσματα για το Olvidadοs του Μπουνουέλ, ενώ γνωρίζει από κοντά τους αδεφούς Κάστρο, τον Καμίλο Σιενφουέγος, και έναν εντυπωσιακό νεαρό γιατρό από την Αργεντινή, με το όνομα Ερνέστο Γκεβάρα. Συμμετέχει στις εξορμήσεις των τρελών αυτών Κουβανών στα βουνά, μερικές φορές μάλιστα ως οδηγός, και εντυπωσιάζεται αππό τη θέληση του Αργεντίνου, που αν και πάσχει από χρόνιο άσθμα έχει βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει όλη την σκληρή εκπαίδευση που απαιτείται για να γίνει αντάρτης. Την τελευταία νύχτα πριν να φύγουν από την πόλη για να μπαρκάρουν με το Granma, γίνεται μια αποχαιρετιστήρια γιορτή στο σπίτι του Γκεβάρα. Λίγο πριν το δυαλήσουν,σηκώνει το ποτήρι του και φωνάζει:¡Vivan los companieros!
Αμέσως μετά ποτήρια τσουγκρίζουν και ο κόσμος, αρχίζει να τραγουδά τους στίχους του Χοσέ Μαρτί. Και λίγο αργότερα το El Pueblo Unido. Και λίγο μετά φεύγουν. Ο ίδιος επιστρέφει στο σπίτι. Δουελεύει και περιμένει υπομονετικά τα νέα. Η απόβαση στην Κούβα δεν πάει καλά, και ο δίος αρχίζει να ανησυχεί για την επόμενη μέρα. Όμως λίγο αργότερα μαθαίνει ότι το εντάρτικο έχει αρχίσει να εδραιώνεται κάπως, ότι οι άλλοι είναι καλά. Αρχίζει να βοηθά με την αποστολή όπλων και φαρμάκων. Και πάνω απ’ όλα συνεχίζει να διδάσκει.
Φτάνει το 1959, η επανάσταση στην Κούβα εδραιώνεται, και ο Τσε γίνεται υπουργός. Συνεχίζει όμως να εργάζεται με τον ίδιο ενθουσιασμό, χωρίς σταματημό. Ο Fernando, που παρακολουθεί στενά την επανάσταση, μένει και πάλι έκπληκτος με τον Αργεντίνο, ο οποίος δουλεύει μεν για την επανάσταση, αλλά έχει και το θάρρος, ή θράσος, να ασκεί κριτική στη Σοβιετική Ένωση και την αντίληψη του ΚΚΣΕ για τον κομμουνισμό. Ο ίδιος συνεχίζει να διδάσκει, αλλά και αρχίζει να αμφιβητεί τις Σταλινικές ιδέες. Στη δεκαετία του 60 ανακαλύπτει σιγά σιγά τον Μαρκούζε, τον Σαρτρ, και βασικότερα, τις εκπαιδευτικές ιδέες του Πάουλο Φρέιρε. Αρχίζει να τις εφαρμόζει σιγά σιγά, και ωθεί τους μαθητές του να γίνουν άνθρωποι με δική τους κρίση, που να αποφασίζουν από μόνοι τους για τη ζωή τους. Το 1967 πάει μυστικά στην Κούβα για να εκπαιδευτεί σε σεμινάρια ως δάσκαλος, να μάθει πως να οργανώνει μαθήματα για την καταπολέμιση του αναλφαβιτισμού. Βλέπει για τελευταία φορά τον Τσε, που του λέει ότι ετοιμάζεται να ξαναφύγει για αντάρτικο, αυτή τη φορά στην Βολιβία. Τον Οκτώβρη όμως μαθαίνει τα άσχημα νέα. Το αντάρτικο απέτυχε, και ο Τσε είναι νεκρός. Πολλοί μιλάνε για προδοσία. Ούτως η άλλως ο Φιντέλ είιναι ακόμα πιστός στην Σοβιετική Ένωση, η οποία δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις με τον Τσε. Έρχεται το 1968 και οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στην Τσεχοσλοβακία, σε μια προσπάθεια να σταματήσουν την “Άνοιξη της Πράγας”. Ο Francisco διαφωνεί με το κόμμα και φεύγει πικραμένος. Όμως συνεχίζει την συνδικαλιστική δράση, τρέχει στις διαδηλώσεις των φοιτητών και των μαθητών, είναι εκεί στους αγώνες των νέων. Και μετά γίνεται το Κακό. Οι φοιτητές οργανώνουν καταλήψεις και διαδηλώσεις, ζητώντας να αλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα. Απο κοντά και οι μαθητές, που οργανώνονται. Και ο Francisco είναι εκεί. Σιγά σιγά οι διαμαρτυρίες πέρνουν τη μορφή λαΪκής εξέγερσης κατά της κυβέρνησης. Κια κάπου εκεί αρχίζει η καταστολή. Την μοιραία εκείνη νύχτα, βρίσκεται στο κέντρο της διαδήλωσεις, στην πλατεία Τριών Πολιτισμών. Βλέπει τους στρατιώτες να εμφανίζονται, τις φωτοβολίδες από τα ελικόπτερα να σκάνε. Ακούει τις ριπές από τα πολυβόλα, τις εκρήξεις, βλέπει νέους ανθρώπους γύρω του να σωριάζονται γαζωμένοι από τις σφαίρες. Πολλοί μαθητές του, και φίλοι του σκοτώνονται εκεί, δύο ξεψυχούν μπροστά στα μάτια του. Αποσύρεται από την πολιτική και φεύγει με μετάθεση για την Οαχάκα. Και μετά σιωπή……
Το 1969 παντρεύεται, κάνει παιδιά, αλλά συνεχίζει να διδάσκει τον κόσμο μέχρι τα τέλη του ’87, που πέρνει σύνταξη. Διδάσκει μικρούς, μεγάλους. Δίνει από το υστέρημα του για να έχουν βιβλία και γραφική ύλη, και παπούτσια οι μαθητές. Όλα είναι ύσηχα…..
Όχι όμως σήμερα. Σήμερα είναι η δωδέκατη μέρα της κατάληψης της πλατείας της πόλης από τους δασκάλους. Ο Δον Φερνάντο παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις. Πρώτον γιατί απεργούσαν οι άνθρωποι των οποίων κάποτε ήτασν συνάδελφος, και δεύτερον γιατί τα πιο βασικά αιτήματα τους μετά τον μισθό αφορούσαν τη βελτιωση της ζωής των μαθητών τους, ιδίως εκείνων που έρχονταν από τα χωριά. Κάθε μέρα πήγαινε στην πλατεία, πήγαινε στον ραδιοσταθμό και έδινε ραδιοφωνικές διαλέξεις επί παντός επιστητού, και τα βράδυα έφερνε ψωμί στους καταληψίες συναδέλφους, και κιμωλίες για όσους έκαναν δωρεάν μαθήματα μέσα στην πλατεία. Χτες το βράδυ όμως τα πράγματα πήραν μια στροφή προς το χειρότερο. Η αστυνομία επιτέθηκε στην πλατεία, έδειρε τους δασκάλους, δυάλησε τον καταυλισμό και τον ραδιοσταθμό. Ο δον Φερνάντο ένιωσε οργή, λύπη για τους συναδέλφους, και μίσος για τους μπάτσους. Το επόμενο πρωί έπρεπε να κατέβει στην πόλη. Όλα αυτά δεν έπρεπε να μείνουν αναπάντητα.
Ήταν εννιά η ώρα όταν ξεκίνησε από το σπίτι, με τις κιμωλίες στην τσέπη και το μαντήλι στο χέρι, για να πάει στην πλατεία. Στον δρόμο κανείς. Και όμως, κάπου άκουσε σαματά. Και ξαφνικά τους είδε. Ένα τσούρμο που κατέβαινε με δρασκελιές τον δρόμο. Ήταν δεν ήταν πενήντα άτομα, φοιτητές, μαθητές συνταξιούχοι, εργάτες, αγρότες οπλισμένοι με κατσαρόλες, κοντάρια και μαντίλια. Μια μικρή αλλά μαχητική διαδήλωση, που ξεκίναγε από τη γειτονιά του. Δεν έχασε χρόνο και μπήκε μπροστά. Το μπλοκ τον υποδέχτηκε με επευφημίες. “Το λέει ακόμα η καρδούλα σου γερο-δάσκαλε, του φώναξε ένας γείτονας, ένας τριαντάρης εργάτης γης.” “ Ναι, όταν πρέπει να παλέψω για κάτι που έχει σημασία, το λέει”!
Όσο προχωρούσαν η διαδήλωση γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Κόσμος μαζευόταν από τα γύρω στενά, τώρα ήταν φανερό ότι όλη η γειτονιά είχε κινητοποιηθεί για τη διαδήλωση. Παρακάτω όταν έμπαιναν στις μικροαστικές γειτονιές περίμεναν να έχουν προβλήματα. Όμως συνέβη το αντίθετο. Οι νεότεροι έμπαιναν στην πορεία, οι γηραιότεροι απλά χειροκροτούσαν, οι νοικοκυρές έλουζαν τον κόσμο με ένα ειδικό διάλειμα για τα δακρυγόνα που έφτιαχναν από νερό και λεμόνι, ή φάρμακα, γιατροί μοίραζαν χειρουργικές μάσκες και έμπαιναν στο μπλοκ για να δώσουν πρώτες βοήθειες σε περίπτωση σύγκρουσης. Όταν έφτασαν στον κεντρικό δρόμο, έμαθαν τα νέα και από τα γύρω χωριά. Οι Ινδιάνοι είχαν ξεσηκωθεί και αυτοί, είχαν καταλάβει τα τοπικά αστυνομικά τμήματα των περιοχών τους και κατέβαιναν στην πόλη. Οι λαοί της Οαχάκα είχαν ξεσηκωθεί. Τέτοιο ξεσηκωμό είχε να δει ο δον Φερνάντο από το ’68. Και ήταν πάλι στο κέντρο του αγώνα, μάχημος αγωνιστής.
Πια το πλήθος στο δρόμο ήταν τόσο μεγάλο που έμοιαζε σαν ένα ορμητικό ποτάμι που πέρναγε από τους δρόμους της πόλης. Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν φτάσει κοντά στην πλατεία. Το πρώτο που αντίκρυσαν ήταν οι απεργοί που έτρεχαν να σωθούν από την αστυνομία. Μόλις όμως έβλεπαν πόσοι κατεβαιναν για να τους υποστηρίξουν, έκαναν μετάβολή, έμπαιναν στον κυρίως όγκο της πορείας και γύρναγαν για να ξανακαταλάβουν την πλατεία. Σε λίγο εμφανίστηκαν οι πρώτες σιδηρόφρακτες διμοιρίες, και πήραν θέση μάχης. Οι διαδηλωτές τρόμαξαν προς στιγμήν, αλλά αποφάσισαν να μην υποχωρίσουν. Απο δω και πέρα δεν υπήρχε γυρισμός. Μαζεύτηκαν μπροστά από τους αστυνομικούς.
“Γιατί μας χτυπάτε, είμαστε φτωχοί και άνθρωποι του λαού σαν και σας, δεν ντρέπεστε;” φώναζε μια γριά Μιξτέκα προς τους αστυνομικούς
“Ελάτε μαζί μας ή σηκωθείτε φύγετε, και για των δικών σας παιδιών τα δικαιώματα παλεύουμε” τους φώναζε ο Φερνάντο.
Συνθήματα δονούν την ατμόσφαιρα. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει το τρομερό ¨ZAPATA VIVE¨. Ο Ζαπάτα ζει! Η αστυνομία ξεκίνησε την επίθεση με γκλομπ και δακρυγόνα. Όμ,ως όλοι έμειναν στη θέση τους. Ξαφνικά τα χτυπήματα από τα γκλομπ δεν σήμαιναν τίποτα, ούτε να δακρυγόνα από τις αύρες και οι πλαστικές σφαίρες από τα ελικόπτερα. Κάπιοι έβγαλαν πυροτεχνήματα και άρχισαν να τα ρίχνουν στα ελικόπτερα και τους αστυνομικούς, άλλοι απαντούσαν με καδρόνια και πέτρες, άλλοι απλά φώναζαν. Στο τέλος η αστυνομία υποχώρησε, τι υποχώρησε δηλαδή, τρέχοντας έφυγαν και εγκατέλειψαν την πλατεία. Οι διαδηλωτές είχαν κερδίσει την πρώτη νίκη. Μπήκαν μέσα και έστησαν οδοφράγματα, φτιάξανε τέντες για τους τραυματίες και επιδιόρθωσαν ότι μπόρεσαν από τον καταυλισμό. Ο Φερνάντο ήταν εκεί, έδινε πρώτες βοήθειες, βοήθαγε στο στήσιμο οδοφραγμάτων, φορτώθηκε πυροτεχνήματα και τα μοίρασε στα οδοφράγματα. Μόλις που πρόλαβε, γιατί το μεσημέρι η αστυνομία επανήλθε διρμύτερη. Οχι ότι αυτό σήμαινε τίποτα βέβαια, ο κόσμος, που στο μεταξύ είχε πολλαπλασιαστεί, την έστειλε στα τσακίδια. Το βράδυ ξεκίνησαν να καταλάβουν και τις γειτονιές. Ο Φερνάντο και το γκρουπ του δεν βρήκαν μπάσκινα ούτε για δείγμα. Έστησαν ένα οδόφραγμα με ένα παλιό φορτηγό που βρήκαν και κάτι κορμούς, έβγαλαν βάρδιες για το οδόφραμα και αποφάσισαν να κάνουν μια μικρή γιορτή για τη νίκη τους. Η γιορτή είχε επίκεντρο το φτωχικό του δον Φερνάντο, ο οποίος άνοιξε δυο βαρέλια κρασί που είχε φυλαγμένο για ειδικές περιστάσεις, ενώ οι άλλοι γείτονες έφερναν φαγητό και τεκίλα. Ήταν ένα γεγονός που άξιζε ένα τρικούβερτο γλέντι. Επιτέλους οι λαοί μίλησαν ενάντια στην καταπίεση, και τώρα η γλυκειά μέθη της ελευθερίας και της εξέγερσης είχε καταλάβει όλη τη γειτονιά. Οι προπώσεις έδιναν και έπερναν, ενώ όλοι ήθελαν να μιλήσουν με τον μαχητικό γερο-δάσκαλο, να ακούσουν τη γνώμη του και να τον ρωτήσουν πως έβλεπε την κατάσταση. Κάποια στιγμή, χωρίσ να το καταλάβει, κάποιος του έδωσε ένα ποτήρι, η μουσική σταμάτησε και επικράτησε υσηχία. Ο δον Φερνάντο, απροετίμαστος,έπρεπε να βγάλει ένα μικρό λόγο. Ο οποίος ήταν ο εξής.
“Amigos, vecinos, me preguntais por el futuro. El futuro de este lucha,y el futuro de los pueblos de este ciudad. Vos digo que no se quando vamos a vencir o no, quando vamos a gañar nuestros derechos de pan, trabajo,educación,salud, libertad, una vida segura y feliz sin hambre y poverdad. Somos los mas pequeños del mundo, la gente de los povres, pero ahora somos tambien la gente de la lucha. Cuando nos organizamos, y guando explicamos el razon de nuestra lucha a todo el pueblo de Mexico y a los pueblos del mundo, y ellos se mezclan en esa lucha, estoy seguro que vamos a gañar. Pero ahora no esta el tiempo para pensar, lo vamos a hacer en la mañana. Mañana hacemos el plan de la continuación de nuestra lucha. Por ahora no se que esta nuestro futuro. Pero lo que hay visto hoy me gusta mucho.Es la revolucion mas bonita. La revolucion del pueblo. ¡Bivan los compañeros! ¡Vivan los compañeros!”
“Φίλοι, γείτονες, με ρωτάτε για το μέλλον. Το μέλλον αυτού του αγώνα, το μέλλον των λαών αυτής της πόλης. Σας λέω ότι δεν ξέρω εάν θα νικήσουμε ή όχι, εάν θα κερδίσομε το δικάιωμα μας για ψωμί,παιδεία δουλειά, υγεία ελευθερία, μια ζωή χαρούμενη χωρίς πείνα και κακουχίες. Είμαστε οι πιο μικροί, ο κόσμος των φτωχών, αλλά τώρα είμαστε και ο κόσμος του αγώνα. Εάν οργανωθούμε, και εξηγήσουμε στους λαούς του Μεξικού και του κόσμου τον λόγο του αγώνα μας, και αυτοί συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα, είμαι σίγουρος πως θα νικήσουμε. Αλλά τώρα δεν είναι ώρα για περισσυλογή. Αυτό το κάνουμε αύριο. Αύριο το πρωί θα σχεδιάσουμε τη συνέχεια του αγώνα μας. Για την ώρα δεν ξέρω τίποτα για το μέλλον. Αυτό όμως που είδα σήμερα μου άρεσε πολύ. Και αυτό είναι η επανάσταση του λαού.Να πιουν οι σύντροφοι! Να ζήσουν οι σύντροφοι!”
Monday, June 15, 2009
Μια βραδυά στη New Division
Ήταν μια ένα βράδυ Τρίτης μέσα στην πόλη της Λευκωσίας. Τρίτη βράδυ σημαίνει ένα πράγμα. Jazz στη New. Ξεκίνησα λοιπόν από σχετικά νωρίς, για να απολαύσω τη βραδυά στο έπακρο. Διασχίζοντας την αυλή για να μπω στον κυρίως χώρο του μπαρ πρόσεξα μια ελαφρά αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Σχεδόν κανείς δεν βρισκόταν εκεί, ή στα κλασικά σκαλάκια. Μόνο ένα ζευγάρι που μπαλαμουτιαζόταν. Πέρασα λοιπόν τον Ρομέο και την Ιουλιέτα αδιάφορα και μπήκα στο μπαρ. Η ατμόσφαιρα ήταν η τέλια ατμόσφαιρα για μια jazz’n’blues βραδυά. Χαμηλός φωτισμός και ο Muddy Waters να ξελαρυγγιάζεται από τους ενισχυτές μπας και παιχτεί κάνας παιρετέρω φραμπαλάς. Μέσα οι κλασσικοί θαμώνες της New και της γενικότερης περιοχής της Παλιάς Λευκωσίας, ήτοι μια σειρά από εναλλακτικούς τριαντάρηδες με υπαρξιακά προβλήματα. Πήγα και ‘γω στην κλασσική μου θέση, στη γωνία της μπάρας. Παρήγγειλα και ΄γω ένα μπέρμπον και χάθηκα στις σκέψεις μου, περιμένωντας τον Neil να εμφανιστεί. Το μπέρμπον κατέβαινε σιγά σιγά και εγώ απλά παρατηρούσα τον κόσμο.
Και ξαφνικά όλα άρχισαν να γίνονται πολύ παράξενα με έναν διασκεδαστικότατο τρόπο. Την θέση της μπαργούμαν είχε παραλάβει η Jessic Rabit, η οποία μοίραζε απλόχερα ποτά και φιλιά στους πελάτες, ενώ λίγο παραπέρα η Μαύρη Ντάλια ψώνιζε έναν ακόμη πελάτη. Ο Tom Waits παραπατούσε στην σκάλα, αγκαζέ με τον Sal Paradise, ενώ ο Allen Ginsberg σκάρωνε στιχάκια στην απέναντι γωνία, πέρνωντας μάτι τον Charles Bukowski την έπεφετ ταυτόχρονα στην Billie Holiday και την Frida Kahlo. Στην τουαλέτα ο William S. Burroughs σκόραρε ακόμε ένα φιξάκι με πρέζα, ενώ ο Rimbaud βρισκόταν σε μια κατάσταση ημί-μαστούρας από το όπιο, στην αγκαλιά της Janis Joplin. Στο βάθος, αναμεταξύ ουίσκι και τσιπς, ο θείος Φρανκ και ο Καπτάν Βοϊδόκαρδος σχεδίαζαν την επικείμενη κατάκτηση του κόσμου, ενώ λίγο παραπέρα ο John Dillinger παρέα με τη συμμορία του σχεδιάζαν το επόμενο χτύπημα. Στα ηχεία η κατάσταση αλλαξε άρδην, αφού Miles Davis και John Coltrane επιδίδονταν σε μία μαραθώνια κόντρα αυτοσχεδιασμού που έμοιαζε να κρατάει για πάντα, ενώ ακριβώς δίπλα στο ηχείο στεκόταν ένας εκστασιασμένος Holden Caulfield. Ξαφνικά μπήκαν τρεις περίεργοι τύποι με καπαρντίνες στο μαγαζί και αρχισαν να κόβουν κίνηση, αξιολογώντας τον χώρο και την ασφάλεια του. Όταν κατάλαβαν ότι ο χώρος είναι ασφαλής, έκατσαν και προσπάθησαν να κάνουν πως αγνωούν τα αγριεμένα βλέμματα του Καμιλο Σιενφουέγος και του Τσε. Είναι ο Τόνυ Μοντάνα, ο Αλ Καπόνε και ο Λάκυ Λουτσιάνο. Η ατμόσφαιρα μυρίζε μπαρούτι. Σε μια φάση ο Τόνυ Μοντάνα έκανε να αγριοκοιτάξει τον Κουβανό και τον Αργεντίνο, αλλά οι δύο τους του έρηξαν ένα βλέμα κοφτερό σαν λεπίδα και το ξανασκέφτηκε.Όμως νομίζω ότι κάπου είχε κρυμμένο το Λούγκερ, και δε θα δύσταζε να το τραβήξει, εά είχε πάρει κάμποση κόκα παραπάνω, ή αισθανόταν ότι τον έπερνε να κάνει μαγκιές στους σκληροτράχηλους αντάρτες της Σιέρα Μαέστρα, ιδίως τη στιγμή που κάθε καρυδιάς καρύδι θα μπορούσε να βρίσκεται εδώ μέσα, και, κυρίως, περισσότεροι άντρες πιστοί στον Τσε, όπως ο Πεπίνο. Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και πήγαινε να ξεφύγει. Από τη μια οι επαναστάτες και από την άλλη οι εκπρόσωποι της Μαφίας και των εξωρίστων. Και παραδίπλα μια πλειάδα από μουσικούς, λογοτεχνικούς ήρωες, συγγραφείς και κινηματογραφικούς ήρωες στον μικρόκοσμο τους, να μην δείχνουν να καταλαβαίνουν τι γίνεται πέρα από τον μικρόκοσμο τους. Και ενώ όλα έδειχναν προς την κατεύθυνση του μακελειού, να σου ο Raul Duke και ο τεράστιος Σαμοανός δικηγόρος του, να εισβάλουν στο σκηνικό. Έκαναν μια γύρα από όλα τα τραπέζια (εκτός από τους Κουβανούς) και μοιράζωντας τους κόκους του peyote λες και ήταν στραγάλια. Και πάνω που ένιωσα το peyote να σκάει στον εγκέφαλό μου, άκουσα μια γνώριμη φωνή να με ρωτά: “Πάλι χάθηκες στον κόσμο σου ρε ροζ Δουκάκι;”Είναι ο Neil.
Γαμώτο, όλο αυτό το πανηγύρι ήταν μόνο στο μυαλό μου. Άτιμη τζαζ, μου βάζεις πάλι ιδέες και κάνεις την φαντασία μου να οργιάσει………
Και ξαφνικά όλα άρχισαν να γίνονται πολύ παράξενα με έναν διασκεδαστικότατο τρόπο. Την θέση της μπαργούμαν είχε παραλάβει η Jessic Rabit, η οποία μοίραζε απλόχερα ποτά και φιλιά στους πελάτες, ενώ λίγο παραπέρα η Μαύρη Ντάλια ψώνιζε έναν ακόμη πελάτη. Ο Tom Waits παραπατούσε στην σκάλα, αγκαζέ με τον Sal Paradise, ενώ ο Allen Ginsberg σκάρωνε στιχάκια στην απέναντι γωνία, πέρνωντας μάτι τον Charles Bukowski την έπεφετ ταυτόχρονα στην Billie Holiday και την Frida Kahlo. Στην τουαλέτα ο William S. Burroughs σκόραρε ακόμε ένα φιξάκι με πρέζα, ενώ ο Rimbaud βρισκόταν σε μια κατάσταση ημί-μαστούρας από το όπιο, στην αγκαλιά της Janis Joplin. Στο βάθος, αναμεταξύ ουίσκι και τσιπς, ο θείος Φρανκ και ο Καπτάν Βοϊδόκαρδος σχεδίαζαν την επικείμενη κατάκτηση του κόσμου, ενώ λίγο παραπέρα ο John Dillinger παρέα με τη συμμορία του σχεδιάζαν το επόμενο χτύπημα. Στα ηχεία η κατάσταση αλλαξε άρδην, αφού Miles Davis και John Coltrane επιδίδονταν σε μία μαραθώνια κόντρα αυτοσχεδιασμού που έμοιαζε να κρατάει για πάντα, ενώ ακριβώς δίπλα στο ηχείο στεκόταν ένας εκστασιασμένος Holden Caulfield. Ξαφνικά μπήκαν τρεις περίεργοι τύποι με καπαρντίνες στο μαγαζί και αρχισαν να κόβουν κίνηση, αξιολογώντας τον χώρο και την ασφάλεια του. Όταν κατάλαβαν ότι ο χώρος είναι ασφαλής, έκατσαν και προσπάθησαν να κάνουν πως αγνωούν τα αγριεμένα βλέμματα του Καμιλο Σιενφουέγος και του Τσε. Είναι ο Τόνυ Μοντάνα, ο Αλ Καπόνε και ο Λάκυ Λουτσιάνο. Η ατμόσφαιρα μυρίζε μπαρούτι. Σε μια φάση ο Τόνυ Μοντάνα έκανε να αγριοκοιτάξει τον Κουβανό και τον Αργεντίνο, αλλά οι δύο τους του έρηξαν ένα βλέμα κοφτερό σαν λεπίδα και το ξανασκέφτηκε.Όμως νομίζω ότι κάπου είχε κρυμμένο το Λούγκερ, και δε θα δύσταζε να το τραβήξει, εά είχε πάρει κάμποση κόκα παραπάνω, ή αισθανόταν ότι τον έπερνε να κάνει μαγκιές στους σκληροτράχηλους αντάρτες της Σιέρα Μαέστρα, ιδίως τη στιγμή που κάθε καρυδιάς καρύδι θα μπορούσε να βρίσκεται εδώ μέσα, και, κυρίως, περισσότεροι άντρες πιστοί στον Τσε, όπως ο Πεπίνο. Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και πήγαινε να ξεφύγει. Από τη μια οι επαναστάτες και από την άλλη οι εκπρόσωποι της Μαφίας και των εξωρίστων. Και παραδίπλα μια πλειάδα από μουσικούς, λογοτεχνικούς ήρωες, συγγραφείς και κινηματογραφικούς ήρωες στον μικρόκοσμο τους, να μην δείχνουν να καταλαβαίνουν τι γίνεται πέρα από τον μικρόκοσμο τους. Και ενώ όλα έδειχναν προς την κατεύθυνση του μακελειού, να σου ο Raul Duke και ο τεράστιος Σαμοανός δικηγόρος του, να εισβάλουν στο σκηνικό. Έκαναν μια γύρα από όλα τα τραπέζια (εκτός από τους Κουβανούς) και μοιράζωντας τους κόκους του peyote λες και ήταν στραγάλια. Και πάνω που ένιωσα το peyote να σκάει στον εγκέφαλό μου, άκουσα μια γνώριμη φωνή να με ρωτά: “Πάλι χάθηκες στον κόσμο σου ρε ροζ Δουκάκι;”Είναι ο Neil.
Γαμώτο, όλο αυτό το πανηγύρι ήταν μόνο στο μυαλό μου. Άτιμη τζαζ, μου βάζεις πάλι ιδέες και κάνεις την φαντασία μου να οργιάσει………
Tuesday, June 02, 2009
ΓΕΝΕΘΛΙΑ
Η μποτίλια του ουίσκι πήγαινε διαρκώς από χέρι σε χέρι στην προβλήτα της Περιοχής Πυρομαχικών. Ήταν βραδάκι, γύρω στις δέκα, και είτε μόλις είχαμε γυρίσει από βάρδιες, είτε ετοιμαζόμαστε για να πάμε στις επόμενες σκοπιές. Όμως αυτό δεν εμπόδισε την παρέα να παραβρεθεί στο τελετουργικό, με διαφορετικές συνθέσεις αναλόγως την ώρα. Τώρα είμαστε μαζεμένοι σχεδόν όλοι, και περιμέναμε το Μπατσοπαίδι και τον Dertaroth να τελειώσουν το 8-12 για να κάτσουν και αυτοί για λίγο στο πάρτυ μας, μέχρι να φύγω για το 2-8 μου. Ήταν ακόμη ο καιρός που περιμέναμε να μάθουμε που θα πάμε μετά τη Σαλαμίνα, και μας έτρωγαν η αγωνία και η περιέργεια μαζί. Άλλοι ήθελαν να μείνουν, άλλοι να φύγουν και να αφήσουν μαύρη πέτρα από την υπηρεσία. Και ανάμεσα σε όλους ήμουν εγώ. Να γιορτάζω τα γενέθλια στη βάρδια. Σκατά. Αλλά τι μπορούσα να κάνω;
Ομολογουμένως στην προβλήτα είχε αράξει ένα καλό team. H αφρόκρεμα της τοιχαρχίας, οι τρελοί του χωριού. Εγώ, ο παλιός ο Ζαφειρό, ο Σαλί Μπερίσα. Ο Πανικός , ο Καρακατσάν-Αλαμάν ο Δημητράκης, ο Driver ο Chuck, και ο Καπετάνιος. Όλοι άνθρωποι με μια ιστορία από πίσω τους. Σπουδές, δουλειές, προσωπική ζωή. Και όλοι να καιγόμαστε στα πυρομαχικά για χάριν της μαμάς πατρίδας. O Ζαφειρό ήταν ο πιο ήρεμος απο όλους μας. Περίμενε την άδεια απολύσεως και ήξερε ότι θα έφευγε στην ώρα του από την μάταια τούτη υπηρεσία. Όλοι οι υπόλοιποι ήμαστε στην προσδοκία. Την ένταση την έκοβες, κυριολεκτικά με το μαχαίρι. Τριγύρω, στην ερημιά που είναι η περιοχή μετά τις 4 το απόγευμα δεν κουνιώταν φύλο. Η μόνη σχετική φασαρία προερχόταν από εμάς, που μοιραζόμασταν αστεία, προσωπικές ιστορίες και ανησυχίες. Και παράπονα. Κάποια στιγμή η συζήτηση ήρθε και στσ του Ναυτικού. Στα της μονάδας. Ο Chuck μας έλεγε πως κάπιοι αξιωματικοί προσπαθούσαν να βάλουν τους οδηγούς να έχουν ίδιες βάρδιες με μας. Λες και δεν τους έφτανε που οι οδηγοί στη βάρδια τους ουσιαστικά δεν κοιμούνται, και στις εξόδου τους είναι μονίμως stand by για εξωτερικά δρομολόγια. Κάποιος άλλος είπε για τις ανούσιες αγγαρίες που κάνουμε. Ο Καρακατσάν κάτι είπε ότι τουλάχιστον η μεταφορά μιας παλέτας απο τη μια αποθήκη στην άλλη και πίσω γεμίζει κάπως τον χρόνο που πρέπει ούτως ή άλλως να περάσουμε μέσα στη μονάδα. Στην οποία πρέπει να βρισκόμαστε για κάποιο στάνταρ χρονικό διάστημα, και κάνοντας κάποιες βάρδιες την εβδομάδα, είτε μας χρειάζονται πραγματικά είτε όχι. Ο Πανικός είπε κάτι για διαμόρφωση χαρακτήρων, που όμως, όπως όλοι είδαμε, δεν γλίνεται στη θητεία. Αντιθέτως ουσιαστικά εδώ αντί να μάθουμε να λειτουργούμε σαν ομάδα και να νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο, μαθαίνουμε το “ο καθένας για την πάρτη του”. Όλα όσα μας έλεγαν μάλλον ήταν πίπες, από τη στιγμή που το βίσμα περνά ζωή και κότα και όλοι οι άλλοι μένουν με τον μουτζούρη. Ζωή και αυτή. Άλλοι έμειναν στο ότι ουσιαστικά δυσκολεύονταν να κανονίσουν την ζωή τους έξω, γιατί πολύ απλά δεν ήξεραν πότε η διοίκηση θα έφερνε τ;α πάνω κάτω με τις εξόδους μας. Ένας αξιωματικός να ορίζει το πότε θα δεις οικογένια, σχέση φίλους, ανάλογα με τις καύλες του και το πόσο κόσμο έχει για σκοπιές στη μονάδα.
Κάπου εδώ εμφανίζεται, σχεδόν από το πουθενά ένα στριφτό. Και αυτό, τζούρα με τζούρα αρχίζει να πηγαινοέρχεται από χέρι σε χέρι. Και εμφανίζεται και δεύτερο και τρίτο. Αρχίζουμε να φτιαχνόμαστε. Ο Παπ , ο οποίος γενικά δεν πίνει, αρχίζει να χάνει την οπτική επαφή με το περιβάλλον.
“Μαλάκες, δεν βλέπω την τύφλα μου” λέει. Παρ’όλα αυτά παραμένει. Γέλια .Ξαφνικά έχουμε γίνει μια χαμογελαστή παρέα.Η αλλαγή της διάθεσης είναι θεαματική Τα αστειάκια και οι άναρθρες κραυγές (δείγμα του κάψίματος μας), δίνουν και πέρνουν. Κάπου ανάμεσα στα “πυρκ” τα “κάρκαλ” και τα αστεία πετάχτηκε ένας αξιωματικός. Μας σημάδεψε με έναν φακό στα μάτια. Λες να ψυλιάστηκε τίποτα. Έφυγε χωρίς να πει λέξη, πράγμα που μπορεί να σημαίνει μια σειρά πράγματα. Μάλλον όμως δεν είχε αποδείξεις για οτιδήποτε μεμπτό. Μετά το αναμενόμενο μούδιασμα, επιστρέψαμε στις δραστηριότητες της βραδυάς. Διασκέδαση και πάλι διασκέδαση.
Σε κάποια φάση ο Chuck έφυγε , πήγε να φέρει τους άλλους. Μέσα σε πέντε λεπτά Μπατσοπαίδι και Dertaroth κατέβαιναν από το τζιπ φωνάζωντας μου “χρονια πολλά”. Γαμώτο γίνομαι 27 και δεν έχω ζήσει ακόμη τη μεγάλη περιπέτεια, δεν είχα την κινηματογραφική εφηβεία, ούτε τα τρελά τρελά φοιτητικά χρόνια που υπόσχονταν τα ΑΕΙ στην Ελλάδα. Και είμαι εδώ, στη Σαλαμίνα, να φυλάω αποθήκες από αόρατους εχθρούς.
Κοίταξα τον Dertaroth στα μάτια. Μου φάνηκε πιο σκοτεινός από ότι συνήθως, η διάθεση του ήταν χάλια.
Πόναγε.
Τον ρωτησα τι έχει και μου είπε πως δεν έχει τίποτα, απλά είναι λίγο θυμωμένος που πάλι έχει βραδυνή σκοπιά. Τον πιέσαμε κάμποσο παραπάνω μέχρι να μας πει ότι ένιωθε κάποιον πόνο στα αρχίδια, ο οποίος ξεκίνησε το μεσημέρι. Μάλλον είχε κοίλη, και μάλλον λόγω της φορτηγίδας που τραβήξαμε μόνοι μας το μεσημέρι. Ο παλιός του είπε να κινηθεί δικαστικώς, εάν όντως έχει πάθει ζημιά. Εγώ όμως τον είδα διστακτικό, όσον αφορά αυτό το ενδεχόμενο. Αλλά έτσι είναι ο Dertaroth. Μπορεί να γίνει χαλί να τον πατήσουν χωρίς λόγο….
“Παλιομαλάκες, σκατά στον τάφο τους”, είπε ο Μπερίσα “ έτσι και γίνει τίποτα θα δούμε πιοι είναι όντως οι μάγκες εδώ μέσα. Πάντως όχι όσοι πουλάνε καραβανιλίκι και όχι τα βύσματα. Να μου το θυμηθείτε.”
Το μπουκάλι ξαναέκανε μια γύρα. Και κάπου εκεί ενώ γέμιζα το ποτήρι μου ξανά με το ποτό τα είδα όλα πεντακάθαρα. Μέσα από το κατάμαυρο υγρό είδα την στρατιωτική μου ζωή. Πως πραγματικά είναι. Μια κοροΪδία. Όπως έλεγε και ο καπετάνιος, που σαν ναυτικός κάτι ξέρει παραπάνω, μας διοικούν κουραμπιέδες. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τι να κάνουν με εμάς. Είμαστε ο τελευταίος τροχός της αμάξης, άνθρωποι που περνούν ένα διάστημα της ζωής τους φορώντας μια στολή και υπακούηηωντας σε εντολές, χωρίς να ξέρουν το γιατί, απλά γιατί κάποιος ρους έδωσε την εντολή. Και δεν κάνουμε και τίποτα το ουσιαστικό, δεν προσφέρουμε στην κοινωνία, οπότε όλη αυτή η κατάσταση μας φαίνεται σχεδόν σαν φυλακή. Αλλά είδα και τους ανθρώπους γύρω μου. Ο ένας παράξενος, ο άλλος γκρινιάρης, ο άλλος να μην πέρνει στα σοβαρά σχεδόν τίποτα, ο άλλος λίγο τρελός, ο ύσηχος που σιγά σιγά έγινε πιο κάφρος από ολους μας. Οι άνθρωποι με τους οποίους περνάω αυτό το ανούσιο χρόνο, με τους οποίους δέθηκα. Αυτοί που θα μου σταθούν στη δυσκολία και θα με κράξουν στο λάθος, που θα χαρούν με τη χαρά μου. Είναι οι φίλοι μου και δεν τους αλλάζω με τίποτα.
Ομολογουμένως στην προβλήτα είχε αράξει ένα καλό team. H αφρόκρεμα της τοιχαρχίας, οι τρελοί του χωριού. Εγώ, ο παλιός ο Ζαφειρό, ο Σαλί Μπερίσα. Ο Πανικός , ο Καρακατσάν-Αλαμάν ο Δημητράκης, ο Driver ο Chuck, και ο Καπετάνιος. Όλοι άνθρωποι με μια ιστορία από πίσω τους. Σπουδές, δουλειές, προσωπική ζωή. Και όλοι να καιγόμαστε στα πυρομαχικά για χάριν της μαμάς πατρίδας. O Ζαφειρό ήταν ο πιο ήρεμος απο όλους μας. Περίμενε την άδεια απολύσεως και ήξερε ότι θα έφευγε στην ώρα του από την μάταια τούτη υπηρεσία. Όλοι οι υπόλοιποι ήμαστε στην προσδοκία. Την ένταση την έκοβες, κυριολεκτικά με το μαχαίρι. Τριγύρω, στην ερημιά που είναι η περιοχή μετά τις 4 το απόγευμα δεν κουνιώταν φύλο. Η μόνη σχετική φασαρία προερχόταν από εμάς, που μοιραζόμασταν αστεία, προσωπικές ιστορίες και ανησυχίες. Και παράπονα. Κάποια στιγμή η συζήτηση ήρθε και στσ του Ναυτικού. Στα της μονάδας. Ο Chuck μας έλεγε πως κάπιοι αξιωματικοί προσπαθούσαν να βάλουν τους οδηγούς να έχουν ίδιες βάρδιες με μας. Λες και δεν τους έφτανε που οι οδηγοί στη βάρδια τους ουσιαστικά δεν κοιμούνται, και στις εξόδου τους είναι μονίμως stand by για εξωτερικά δρομολόγια. Κάποιος άλλος είπε για τις ανούσιες αγγαρίες που κάνουμε. Ο Καρακατσάν κάτι είπε ότι τουλάχιστον η μεταφορά μιας παλέτας απο τη μια αποθήκη στην άλλη και πίσω γεμίζει κάπως τον χρόνο που πρέπει ούτως ή άλλως να περάσουμε μέσα στη μονάδα. Στην οποία πρέπει να βρισκόμαστε για κάποιο στάνταρ χρονικό διάστημα, και κάνοντας κάποιες βάρδιες την εβδομάδα, είτε μας χρειάζονται πραγματικά είτε όχι. Ο Πανικός είπε κάτι για διαμόρφωση χαρακτήρων, που όμως, όπως όλοι είδαμε, δεν γλίνεται στη θητεία. Αντιθέτως ουσιαστικά εδώ αντί να μάθουμε να λειτουργούμε σαν ομάδα και να νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλο, μαθαίνουμε το “ο καθένας για την πάρτη του”. Όλα όσα μας έλεγαν μάλλον ήταν πίπες, από τη στιγμή που το βίσμα περνά ζωή και κότα και όλοι οι άλλοι μένουν με τον μουτζούρη. Ζωή και αυτή. Άλλοι έμειναν στο ότι ουσιαστικά δυσκολεύονταν να κανονίσουν την ζωή τους έξω, γιατί πολύ απλά δεν ήξεραν πότε η διοίκηση θα έφερνε τ;α πάνω κάτω με τις εξόδους μας. Ένας αξιωματικός να ορίζει το πότε θα δεις οικογένια, σχέση φίλους, ανάλογα με τις καύλες του και το πόσο κόσμο έχει για σκοπιές στη μονάδα.
Κάπου εδώ εμφανίζεται, σχεδόν από το πουθενά ένα στριφτό. Και αυτό, τζούρα με τζούρα αρχίζει να πηγαινοέρχεται από χέρι σε χέρι. Και εμφανίζεται και δεύτερο και τρίτο. Αρχίζουμε να φτιαχνόμαστε. Ο Παπ , ο οποίος γενικά δεν πίνει, αρχίζει να χάνει την οπτική επαφή με το περιβάλλον.
“Μαλάκες, δεν βλέπω την τύφλα μου” λέει. Παρ’όλα αυτά παραμένει. Γέλια .Ξαφνικά έχουμε γίνει μια χαμογελαστή παρέα.Η αλλαγή της διάθεσης είναι θεαματική Τα αστειάκια και οι άναρθρες κραυγές (δείγμα του κάψίματος μας), δίνουν και πέρνουν. Κάπου ανάμεσα στα “πυρκ” τα “κάρκαλ” και τα αστεία πετάχτηκε ένας αξιωματικός. Μας σημάδεψε με έναν φακό στα μάτια. Λες να ψυλιάστηκε τίποτα. Έφυγε χωρίς να πει λέξη, πράγμα που μπορεί να σημαίνει μια σειρά πράγματα. Μάλλον όμως δεν είχε αποδείξεις για οτιδήποτε μεμπτό. Μετά το αναμενόμενο μούδιασμα, επιστρέψαμε στις δραστηριότητες της βραδυάς. Διασκέδαση και πάλι διασκέδαση.
Σε κάποια φάση ο Chuck έφυγε , πήγε να φέρει τους άλλους. Μέσα σε πέντε λεπτά Μπατσοπαίδι και Dertaroth κατέβαιναν από το τζιπ φωνάζωντας μου “χρονια πολλά”. Γαμώτο γίνομαι 27 και δεν έχω ζήσει ακόμη τη μεγάλη περιπέτεια, δεν είχα την κινηματογραφική εφηβεία, ούτε τα τρελά τρελά φοιτητικά χρόνια που υπόσχονταν τα ΑΕΙ στην Ελλάδα. Και είμαι εδώ, στη Σαλαμίνα, να φυλάω αποθήκες από αόρατους εχθρούς.
Κοίταξα τον Dertaroth στα μάτια. Μου φάνηκε πιο σκοτεινός από ότι συνήθως, η διάθεση του ήταν χάλια.
Πόναγε.
Τον ρωτησα τι έχει και μου είπε πως δεν έχει τίποτα, απλά είναι λίγο θυμωμένος που πάλι έχει βραδυνή σκοπιά. Τον πιέσαμε κάμποσο παραπάνω μέχρι να μας πει ότι ένιωθε κάποιον πόνο στα αρχίδια, ο οποίος ξεκίνησε το μεσημέρι. Μάλλον είχε κοίλη, και μάλλον λόγω της φορτηγίδας που τραβήξαμε μόνοι μας το μεσημέρι. Ο παλιός του είπε να κινηθεί δικαστικώς, εάν όντως έχει πάθει ζημιά. Εγώ όμως τον είδα διστακτικό, όσον αφορά αυτό το ενδεχόμενο. Αλλά έτσι είναι ο Dertaroth. Μπορεί να γίνει χαλί να τον πατήσουν χωρίς λόγο….
“Παλιομαλάκες, σκατά στον τάφο τους”, είπε ο Μπερίσα “ έτσι και γίνει τίποτα θα δούμε πιοι είναι όντως οι μάγκες εδώ μέσα. Πάντως όχι όσοι πουλάνε καραβανιλίκι και όχι τα βύσματα. Να μου το θυμηθείτε.”
Το μπουκάλι ξαναέκανε μια γύρα. Και κάπου εκεί ενώ γέμιζα το ποτήρι μου ξανά με το ποτό τα είδα όλα πεντακάθαρα. Μέσα από το κατάμαυρο υγρό είδα την στρατιωτική μου ζωή. Πως πραγματικά είναι. Μια κοροΪδία. Όπως έλεγε και ο καπετάνιος, που σαν ναυτικός κάτι ξέρει παραπάνω, μας διοικούν κουραμπιέδες. Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τι να κάνουν με εμάς. Είμαστε ο τελευταίος τροχός της αμάξης, άνθρωποι που περνούν ένα διάστημα της ζωής τους φορώντας μια στολή και υπακούηηωντας σε εντολές, χωρίς να ξέρουν το γιατί, απλά γιατί κάποιος ρους έδωσε την εντολή. Και δεν κάνουμε και τίποτα το ουσιαστικό, δεν προσφέρουμε στην κοινωνία, οπότε όλη αυτή η κατάσταση μας φαίνεται σχεδόν σαν φυλακή. Αλλά είδα και τους ανθρώπους γύρω μου. Ο ένας παράξενος, ο άλλος γκρινιάρης, ο άλλος να μην πέρνει στα σοβαρά σχεδόν τίποτα, ο άλλος λίγο τρελός, ο ύσηχος που σιγά σιγά έγινε πιο κάφρος από ολους μας. Οι άνθρωποι με τους οποίους περνάω αυτό το ανούσιο χρόνο, με τους οποίους δέθηκα. Αυτοί που θα μου σταθούν στη δυσκολία και θα με κράξουν στο λάθος, που θα χαρούν με τη χαρά μου. Είναι οι φίλοι μου και δεν τους αλλάζω με τίποτα.
Sunday, August 17, 2008
ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΣΠΑΡΓΑΝΑ
Σε όλους τους Τομ Τζόουτ που αγωνίζονται για μια ζωή με αξιοπρέπεια.
Το συλλογίστικα πολλύ......πως ένας άνθρωπος έχει δικά του ένα εκκατομύριο στρέμματα, την ώρα που εκατό χιλιάδες ξώμαχοι, καλοί δουλευτάδες, πεθαίνουνε της πείνας. Κι αναρωτιώμουν αν μαζευτούν όλοι οι δικοί μας και βάλουν τις φωνές, όπως φώναζαν εκειν’ οι λιγοστοί έξω απ’ το κτήμα Χούπερ.....
Τζων Στάϊνμπεκ, Τα Σταφύλια της Οργής.
Μεσημέρι. Οδός Σόλωνος, χαμηλά, κοντά στα Εξάρχεια. Απέναντι από το κτίριο της Νομικής. Μια μορφή έχει ανέβει στην ταράτσα της πολυκατοικίας, έχει σκαρφαλώσει πανώ στο κάγκελο που βρίσκεται στην άκρη της οροφής και ετοιμάζεται να πέσει. Κάποιος άλλος είναι εκεί κοντά. «Μην πλησιάζεις», του φωνάζει. «Θέλω απλά να πέσω, να τελειώσουν όλα. Φτάνει πιά. Δεν θέλω να είμαι ένα τίποτα. Ως εδώ! Επιτέλους να τελειώνω με αυτή την σκατοζωή!ΜΕΙΝΕ ΜΑΚΡΥΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ;» Ο άλλος παραμένει ασάλευτος, στα δύο μέτρα από εκείνον που θέλει να πεθάνει «Κάνε όπως θέλεις, αλλά πρώτα, σε παρακαλώ κατέβα, έτσι να πάμε για έναν καφέ. Θέλω, πριν να κάνεις το παραμικρό, να με ακούσεις για λίγο. Έτσι να κουβεντιάσουμε λίγο. Να σου πώ και τη δικιά μου γνώμη. Και μετά κάνεις ότι γουστάρεις. Ένα έχω να σου πώ. Δεν έιμαι ούτε μπάτσος, όυτε ψυχίατρος, ούτε τίποτα. Ένας απλός περαστικός είμαι, που κατάλαβε τι πας να κάνεις.» Η μορφή κάνει να γυρίσει προς αυτόν που μιλά αλλά πάνω στο γύρισμα γλιστράει. Μια βουτιά στο κενό....
Freeze frame. Αυτή είναι η ζωή μου. Και προφανώς έχω μόλις φτάσει στο ναδήρ.
Rewind. Ίσως το πρόσφατο παρελθόν μου να μπορέσει να εξηγήσει μερικά πράγματα. Πέντε χρόνια πίσω. Είμαι 26, έχω μόλις τελειώσει σπουδές, έχω καθαρίσει με το στρατό, και είμαι στη γύρα για δουλειά. Εχω την σχέση μου και είμαι στον πλανήτη Happy. Στέλνω τα βιογραφικά σε σετ των χιλίων, για να πάρω 2-3 απαντήσεις από εργοδότες. Πάω από τις 6 το πρωί στα μέρη όπου θα γίνουν οι συνεντεύξεις, για να μάθω ότι είναι και άλλοι τετρακόσιοι στη σειρά. Ώσπου σου έρχεται μια ευκαιρία. Σκατά ευκαιρία δηλαδή. Γραφειάς σε εργοστάσιο ψυγείων. Εφτακόσια ευρώ το μήνα, ωράριο όση ώρα πέρνει για να τελειώσω τρεις ντάνες δουλειά και να είναι στην ώρα της. Χάλια δηλαδή. Αλλά όπως πάντα υπάρχει ο φόβος να μην βρεθεί κανένας ποιο απελπισμένος να σου φάει τη δουλειά.
Ο ελεύθερος μου χρόνος γινόταν όλο και λιγότερος και οι συνευρέσεις μου με αυτήν όλο και πιο αραιές. Μετά από λίγο καιρό, όταν με στέλνανε για επαγγελματικά ταξίδια, αυτές οι συνευρέσεις μετατράπηκαν σε ένα-πήδημα-στα-γρήγορα-αραιά-και-που . Ώσπου τελείωσαν. Και τώρα είμαι ολομόναχος. Η σκατένια δουλειά του να είσαι μεσαίο στέλεχος σε επιχείρηση. Λίγα λεφτά, απαράδεκτες ώρες δουλειάς, επαγγελματικά ταξίδια και άγιος ο θεός. Ακόμα και τα επαγγελματικά ταξίδια ήταν μια κόλαση. Μια μινιατούρα της ζωής μου. Μια μικρή βαλίτσα, πάντα έτοιμη για αναχώρηση. Μέσα έχει ξυριστικά, 4-5 αλλαξιές ρούχα, ένα σακάκι (το άλλο το έχω στο χέρι) και ένας φορτιστής για κινητό και laptop. Το λάπτοπ πάντα μαζί μου στην καμπίνα, μπας και κάνω δουλειά όσο ταξιδεύω.
Φτάνω στο Heathrow. Γυρίζω το ρολόι τρεις ώρες πίσω και γραμμή για το ξενοδοχείο. Η για τις διαπραγματεύσεις. Δε βλέπω το Λονδίνο ούτε για μια ώρα. Είναι μονάχα οι τα κτίρια που βλέπω από τα τζάμια του αυτοκινήτου, καθώς πάω στον τελικό προορισμό μου.
Παρίσι
Βαρκελώνη
Ντουμπάι
Λισαβώνα
Νεα Υόρκη
Τόκυο
Μόσχα
Βερολίνο
Άμστερνταμ
Χαράρε
Κέηπ Τάουν
Κάιρο
Μέξικο Σίτι
Ρίο
Όπου πάω η ίδια εκνευριστική ρουτίνα. Για μένα τα επαγγελματικά ταξίδια είναι μόνο δουλειά. Αρκετά cost-effective για το αφεντικό, που δεν θέλει έξτρα μέρες χαζολογήματος στην πόλη για τους υπαλλήλους. Εμείς να δουλεύουμε σαν τα σκυλιά και αυτός να αράζει άνετος στα Κωλονάκια και τα Κεφαλάρια μοστράρωντας τη Φεράρι μπας και περάσει για γαμπρός και μαγκάκι περιοπής. Αυτά πρέπει να περνάω για να μπορέσω να βγάλω αρκετά για να ζήσω. Αισθάνομαι μόνος, αδύναμος, φοβισμένος και νευριασμένος. Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά, αλλά κάπως έτσι.
Πολλές φορές το σκεφτόμουν να δώσω τέλος. Όσο πιο γρήγορα και ανώδυνα γίνεται. Η αλήθεια είναι όμως ότι όλες τις φορές έκλασα μπάμιες. Έκανα πίσω την τελευταία στιγμή. Ώσπου ήρθε το τελειωτικό χτύπημα. Πτώχευση της εταιρίας. Το αφεντικό λέει ότι δεν είχε αρκετά λεφτά για να περπατήσει το πράγμα. Ναι καλά. Βγήκα στο δρόμο τρέχωντας, χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Και επειδή τα κεντρικά γραφεία (όπου και δούλευα χωμένος στο μικρό μου γραφειάκι) δεν έχουν κάποιο μπαλκόνι για να φουντάρω απο εκεί, ούτε και πρόσβαση στην ταράτσα, κατέβηκα αλαφιασμένος τη Σόλωνος. Μπήκα στο πρώτο ψηλό κτίριο που βρήκα, ανέβηκα τρέχωντας τις σκάλες μέχρι την ταράτσα και να ‘μαι εδώ. Έτοιμος να σκάσω σαν το πεπόνι στο οδόστρωμα. Ένα ουράνιο πλαφ και τα μυαλά μου κυμάς στο πεζοδρόμιο. Έλα όμως που ξανά έχω τις αμφιβολίες μου. Και αυτός ο περαστικός που μου λέει να κάτσω για έναν καφέ μαζί του να μου πει ότι έχει να πει πριν κάνω το οτιδήποτε. Κάνω να γυρίσω, γλιστράω και πέφτω στο κενό. Όμως μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, μια χερούκλα με έχει πιάσει. «Έλα φιλαράκι σε έπιασα, κάνε κουράγιο λίγα δευτερόλεπτα και θα πατήσεις έδαφος». Γυρνάω προς τα πάνω και τον βλέπω καθώς με τραβάει. Το παρουσιαστικό του δεν φέρνει καθόλου σε μπάτσο, μάλλον φαίνεται για τύπος του «καλού Σαμαρείτη». Τζινάκι ελαφρώς φθαρμένο, μακρύ άσπρο μαλλί, πουκαμισιά, γύρω στα 35. Κάνας καθηγητής θα είναι. Ή μήπως εργάζεται κάπου; Και λίγο ξενόφατσα μοιάζει.
Τελικά το μόνο πλαφ που ακούγεται είναι αυτό που κάνουν τα παγάκια στον φραπέ του ταχυφαγείου από κάτω. Ο συζητητής μου πίνει σιγά σιγά το τσάι του. «Ξέρεις», μου λέει «κατάλαβα τι πήγαινες να κάνεις από το βλέμμα σου. Και το γεγονός ότι μπήκες στην πρώτη πολυκατοικία που βρήκες, μου έβαλε πολλές ιδέες. Το έχω ξαναδεί αυτό. Πίσω στην πατρίδα όταν είχαμε την μεγάλη οικονομική κρίση έβλεπα πολλά τέτοια πρόσωπα. Βασικά είχα βρεθεί σε μια παρόμοια θέση με ‘σένα. Έίχα απελπιστεί και ήθελα απλά να πεθάνω. Χάιμε Ταρντέλλι....Χαίρω πολλύ.»
«Γιώργος Χατζηαργύρης», απαντώ « Ιταλός ε;». «Περίπου» λέει αυτός «είμαι Τάνο, δηλαδή είμαι Αργεντίνος, αλλά έχω καταγωγή από Ιταλία. Φαντάζομαι θα με ρωτήσεις πως ξέρω καλά τη γλώσσα σου. Τέσσερα χρόνια φιλοσοφία στο Μπουένος ΄Αιρες και τέσσερα χρόνια στη ξένες γλώσσες και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Και κατάφερα να έχω και κάποια χρόνια στο κουρμπέτι πριν ακόμη γίνω τριανταπέντε. Με πιάνεις; Όταν έγινε το μεγάλο κραχ στην Αργεντινή, δούλευα ως δημοσιογράφος, σε εφημερίδα. Λίγα λεφτά, πολλές ώρες δουλειάς, ελάχιστος ελεύθερος χρόνος. Και ξαφνικά έμεινα άνεργος.» «Ώπα σαν να μου λες το βιογραφικό μου.» «Δηλαδή;» « Απόφοιτος οικονομικών επιστημών, δουλεύω σαν κατώτερος λογιστής σε εταιρία. Εργοστάσιο ψυγείων... και μόλις κλείσαμε.» «Άσχημο αυτό. Να μένεις χωρίς δουλειά. Σχεδόν ντροπιαστικό. Και όταν έχεις στόματα να θρέψεις ακόμη χειρότερο. Βέβαια ούτε και ‘γω είχα οικογένεια όταν μου έλαχε αυτό, αλλά ήξερα πολλους οικογενειάρχες που έμειναν επί ξύλου κρεμάμενοι όταν έκλεισε η εφημερίδα. Αλλά σε μας έγινε κάτι το πρωτόγνωρο. Ενώ είχαμε απελπιστεί, κάποιος πέταξε την ιδέα να πάρουμε την εφημερίδα υπό τον έλεγχο μας εμείς, οι εργαζόμενοι. Έλεγε ότι αφού το τυπογραφείο και τα γραφεία είναι στο ίδιο κτίριο, γιατί δεν τα καταλαμβάνουμε, για να την λειτουργήσουμε εμείς. Πήγαμε λοιπόν και κάναμε κατάληψη. Και μετά την ξανακυκλοφορήσαμε.»
« Καλά και πως έγιναν όλα αυτά; Κατάληψη, εργατικός έλεγχος, λίγο παράξενα μου ακούγονται.» «Κοίτα, αρχικά κάναμε μια απογραφή των μηχανημάτων και των υλικών. Τα συγκρίναμε με τα επίσημα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας και είδαμε ότι πολλά από αυτά έλειπαν. Πήγαμε στο δικαστήριο, και το δικαστήριο αποφάσησε ότι ο εκδότης έκλεψε τα μηχανήματα αυτά από την εταιρία, και τα πούλησε για να βγάλει κέρδος. Και έτσι μας επέτρεψε να λειτουργούμε την εταιρία. Αποφασήσαμε την εταιρία να την διοικεί η Γενική Συνέλευση των Εργαζομένων. Υπάρχει βεβαια και ένα Δ.Σ., αλλά αυτό είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητό και είναι αιρετό. Δηλαδή, αποτελείται από εκπροσώπους των εργαζομένων σε κάθε τομέα, αλλά οι αντιπρόσωποι αν δεν κάνουν καλά την δουλειά τους, μπορούν ανα πάσα στιγμή να αντικατασταθούν, και στη θέση τους να εκλεγούν άλλοι. Οι δημοσιογράφοι αποφασίζουν για τα άρθρα που θα βγουν, οι σελιδωτές για το πως θα τυπωθεί η κάθε σελίδα, οι τυπογράφοι για το μελάνι που θα χρησιμοποιηθεί, το είδος του χαρτιού, κλπ. Δηλαδή ο καθένας αποφασίζει τι είναι το καλύτερο ανάλογα με τη δουλειά του. Γιατί κάποιος που κάνει μια δουλειά είναι συνήθως αυτός που ξέρει πως μπορεί να γίνει αυτή η δουλειά καλύτερη. Βάλαμε και έναν «κουμπαρά» μεταξύ μας, και μαζέψαμε λεφτά για να μπορέσουμε να αγοράσουμε τα απαραίτητα μηχανήματα. Δηλαδή την πρέσα του τυπογραφείου, και μερικά κομπιούτερ. Και μετά αρχήσαμε τη δουλειά. Όλοι είχαμε βασικά τις ίδιες απολαβές, αλλά αυτές αυξάνονταν ανάλογα με τις ανάγκες μας. Αν κάποιος είχε οικογένεια, έπερνε περισσότερα λεφτά από κάποιον που δεν είχε. Αν κάποιος είχε να φροντίσει τους γονείς του ή τη γυναίκα του, έπερνε περισσότερα λεφτά από όσους δεν είχαν τέτοια υποχρέωση. Αν κάποιος ήταν άρρωστος, ή είχε άρρωστα παιδιά, η εταιρία του πλήρωνε γιατρό, φάρμακα και εαν χρειαζόταν νοσοκομείο. Έτσι ο καθένας έπερνε καλά λεφτά, είχε απόλυτο έλεγχο πάνω στη δουλειά του. Και η εφημερίδα γινόταν όλο και καλύτερη σε ποιότητα, παρά το γεγονός ότι την πουλάγαμε σε χαμηλότερη τιμή από όταν ήταν του αφεντικού.»
«Και ο κόσμος πως την υποδέχτηκε;» «Με αγάπη. Έλεγαν...επιτέλους να μια σωστή εφημερίδα, με καλούς δημοσιογράφους που δεν γράφουν ότι τους λένε τα αφεντικά. Την αγόραζαν μετα μανίας. Ακόμα και τώρα έτσι είναι. Για να καταλάβεις αλλάξαμε όλα τα θέματα στην εφημερίδα και βάλαμε θέματα που αφορούν περισσότερο πράγματα που αφορούν την καθημερινή ζωή του μέσου Αργεντίνου, αλλά και τι γίνεται στον κόσμο.Βάλαμε ανταποκριτές σε όλη τη Λατινική Αμερική, αλλά και σε όσες χώρες φαίνεται κάτι να αλλάζει δραστικά. Γαλλία, Ελλάδα, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Βρετανία, όπου υπάρχουν ισχυρά κινήματα και ανταποκριτής. Και αποφασίζουμε μαζί με τους συναδέλφους του διεθνούς ρεπορτάζ για το σε ποια θέματα θα γίνουν αφιερώματα στο κυριακάτικο φύλλο, ποιο άρθρο θα μπει πότε και ταα λοιπά. Κάθε βδομάδα συνδεόμαστε μέσω skype και τα αποφασίζουμε αυτά, δημοκρατικά.» «Μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα. Αλλά αντιδράσεις δεν υπήρχαν;» «Κοίτα αυτές πάντα υπάρχουν. Το αφεντικό μας έστειλε την αστυνομία πολλές φορές. Αλλα ξέρεις τι; Στους μεγάλους αγώνες, ο κόσμος συσπειρώνεται. Τους διώχναμε τους μπάτσους. Και όταν έρχονταν με ενισχύσεις, φέρναμε και εμείς τις δικές μας. Έρχονταν και σύντροφοι από άλλα κατειλημένα εργοστάσια και βοηθούσαν. Και μετά από λίγο καιρό ερχόταν και ο κόσμος για να τους σταματήσει. Καταλαβαίνεις; Ήμασταν η φωνή όλων αυτών ανθρώπων που καταπιέζονταν επι τόσο καιρό απο την κυβέρνηση. Όλων αυτών των ανθρώπων που τους λήστευε καθημερινά ο καπιταλιστής, το αφεντικό. Είμασταν οι νοικοκυρές που
βάραγαν τις άδιες κατσαρόλες στις διαδηλώσεις. Είμασταν οι άνεργοι που συγκρούωνταν με την αστυνομία. Είμασταν οι μαθητές που ζητούσανε καλύτερα δημόσια σχολεία. Είμασταν οι φοιτητές που ζητούσαν πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα. Είμασταν οι καταληψίες που υπερασπίζονταν τις δουλειές τους. Είμασταν οι «τρελές» της Πλατείας του Μάρτη που ακόμη προσπαθούν να μάθουν τι απόγιναν τα παιδιά και τα εγγόνια τους που εξαφανίστηκαν κατά τη Χούντα του Βιντέλα. Είμασταν, και ακόμη είμαστε, η φωνή ενός λαού που ζητά αυτά που του ανήκουν, τα αυτονόητα. Ψωμί, παιδεία, ανθρώπινα δικαιώματα, εργασία, υγεία. ΄Ολα αυτά τα αυτονόητα δικαιώματα που στερούν από τον απλό κοσμάκη στις φτωχές χώρες, και προσπαθούν διακαώς να τα πάρουν πίσω και απο τον κόσμο στις πλούσιες χώρες. Και βέβαια αυτός ο κόσμος δεν θέλει να τη χάσει αυτή τη φωνή. Και αυτός ο κόσμος βρέθηκε στο πλευρό μας. Μπήκε πολλές φορές ανάμεσα στους μπάτσους και εμάς , για να μας υπερασπιστεί, γιατί έτσι υπερασπιζόταν και το δικό του δικαίωμα να μιλάει ελεύθερα, να απεργεί, να διεκδηκεί.»
Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα να κάνω και εγώ κάτι τέτοιο. Αλλά μια γρήγορη σκέψη μου έσβησε τις όποιες αμφιβολίες. Στη Γαλλία ο κόσμος με πορείες και διαδηλώσεις ματαίωσε το CPE. Στην Οαχάκα, στο Μεξικό, οι εξεγερμένοι λαοί της περιοχής ήταν αφέντες της πολιτείας για αρκετό καιρό. Στην Αργεντινή οι καταληψίες των εργοστασίων. Και εδώ την Ελλάδα οι αγώνες των φοιτητών και των εργατών γιγαντώνονται, ο κόσμος δείχνει τη δυσαρέσκεια του απέναντι στο σύστημα όλο και ποιό ανοιχτά. Έχουνε πατήσει τα σταφύλια της οργής οι κυβερνώντες. Και είναι καιρός να τους δείξουμε ότι η αγανάκτηση του κόσμου, σημαίνει και το τέλος τους. Θα το κάνω. Σηκώνομαι να βγω από το ταχυφαγείο. Πέρνω το νούμερο του τηλεφώνου του.
«I think this is the begining of a beautyful friendship» του λέω, σαν άλλος Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ, αλλά αυτός αμέσως με διορθώνει.
«Μια όμορφη επανάσταση πάμε να ξεκινήσουμε, όχι απλά μια φιλία.»
Και όλα αυτά πριν ξεχυθώ στους δρόμους της Αθήνας, με νέα ορμή, για να οργανώσω τον κόσμο. Διασχίζω γρήγορα τη Σόλωνος και πάω προς τα γραφεία, μπας και βρω κανένα συνάδελφο να πάμε μαζί στο εργοστάσιο να κάνουμε μια γενική συνέλευση όλοι οι εργαζόμενοι. Μου έχουν μπει πολλές ιδέες. Στο δρόμο μουρμουρίζω τα λόγια του Τομ Τζόουτ, και με κάθε πρόταση νιώθω πιο ζωντανός. Στο τέλος τα λέω μεγαλοφόνως μονοκοπανιά.
Θα βρίσκομαι παντού....όπου κι αν γυρίσεις να κοιτάξεις. Όπου αγωνίζονται οι πεινασμένοι για να βρουν να φαν’, θα ‘μαι κ’εγώ εκεί. Όπου κανένας πολιτσμάνος χτυπάει κάποιον άνθρωπο, θα ‘μαι και γω στη φωνή των οργισμένων ανθρώπων και ...θα ‘μαι μες το γέλιο των παιδιών σαν είναι πεινασμένα και ξέρουν πως το φαγητό ειν’ έτοιμο. Και όταν ποια οι δικοί μας θα τρων απ’ όσα οι ίδιοι αναστήσουν,και όταν ποια θα ζούνε μεσ’ τα σπίτια που χτίσανε οι ίδιοι, ε, θα ‘μαι κ’εγώ εκεί. Αν είναι όπως τα ‘λεγε ο Κέιζυ θα ‘μαι κ’ εγώ εκεί.
Το συλλογίστικα πολλύ......πως ένας άνθρωπος έχει δικά του ένα εκκατομύριο στρέμματα, την ώρα που εκατό χιλιάδες ξώμαχοι, καλοί δουλευτάδες, πεθαίνουνε της πείνας. Κι αναρωτιώμουν αν μαζευτούν όλοι οι δικοί μας και βάλουν τις φωνές, όπως φώναζαν εκειν’ οι λιγοστοί έξω απ’ το κτήμα Χούπερ.....
Τζων Στάϊνμπεκ, Τα Σταφύλια της Οργής.
Μεσημέρι. Οδός Σόλωνος, χαμηλά, κοντά στα Εξάρχεια. Απέναντι από το κτίριο της Νομικής. Μια μορφή έχει ανέβει στην ταράτσα της πολυκατοικίας, έχει σκαρφαλώσει πανώ στο κάγκελο που βρίσκεται στην άκρη της οροφής και ετοιμάζεται να πέσει. Κάποιος άλλος είναι εκεί κοντά. «Μην πλησιάζεις», του φωνάζει. «Θέλω απλά να πέσω, να τελειώσουν όλα. Φτάνει πιά. Δεν θέλω να είμαι ένα τίποτα. Ως εδώ! Επιτέλους να τελειώνω με αυτή την σκατοζωή!ΜΕΙΝΕ ΜΑΚΡΥΑ! ΜΕ ΑΚΟΥΣ;» Ο άλλος παραμένει ασάλευτος, στα δύο μέτρα από εκείνον που θέλει να πεθάνει «Κάνε όπως θέλεις, αλλά πρώτα, σε παρακαλώ κατέβα, έτσι να πάμε για έναν καφέ. Θέλω, πριν να κάνεις το παραμικρό, να με ακούσεις για λίγο. Έτσι να κουβεντιάσουμε λίγο. Να σου πώ και τη δικιά μου γνώμη. Και μετά κάνεις ότι γουστάρεις. Ένα έχω να σου πώ. Δεν έιμαι ούτε μπάτσος, όυτε ψυχίατρος, ούτε τίποτα. Ένας απλός περαστικός είμαι, που κατάλαβε τι πας να κάνεις.» Η μορφή κάνει να γυρίσει προς αυτόν που μιλά αλλά πάνω στο γύρισμα γλιστράει. Μια βουτιά στο κενό....
Freeze frame. Αυτή είναι η ζωή μου. Και προφανώς έχω μόλις φτάσει στο ναδήρ.
Rewind. Ίσως το πρόσφατο παρελθόν μου να μπορέσει να εξηγήσει μερικά πράγματα. Πέντε χρόνια πίσω. Είμαι 26, έχω μόλις τελειώσει σπουδές, έχω καθαρίσει με το στρατό, και είμαι στη γύρα για δουλειά. Εχω την σχέση μου και είμαι στον πλανήτη Happy. Στέλνω τα βιογραφικά σε σετ των χιλίων, για να πάρω 2-3 απαντήσεις από εργοδότες. Πάω από τις 6 το πρωί στα μέρη όπου θα γίνουν οι συνεντεύξεις, για να μάθω ότι είναι και άλλοι τετρακόσιοι στη σειρά. Ώσπου σου έρχεται μια ευκαιρία. Σκατά ευκαιρία δηλαδή. Γραφειάς σε εργοστάσιο ψυγείων. Εφτακόσια ευρώ το μήνα, ωράριο όση ώρα πέρνει για να τελειώσω τρεις ντάνες δουλειά και να είναι στην ώρα της. Χάλια δηλαδή. Αλλά όπως πάντα υπάρχει ο φόβος να μην βρεθεί κανένας ποιο απελπισμένος να σου φάει τη δουλειά.
Ο ελεύθερος μου χρόνος γινόταν όλο και λιγότερος και οι συνευρέσεις μου με αυτήν όλο και πιο αραιές. Μετά από λίγο καιρό, όταν με στέλνανε για επαγγελματικά ταξίδια, αυτές οι συνευρέσεις μετατράπηκαν σε ένα-πήδημα-στα-γρήγορα-αραιά-και-που . Ώσπου τελείωσαν. Και τώρα είμαι ολομόναχος. Η σκατένια δουλειά του να είσαι μεσαίο στέλεχος σε επιχείρηση. Λίγα λεφτά, απαράδεκτες ώρες δουλειάς, επαγγελματικά ταξίδια και άγιος ο θεός. Ακόμα και τα επαγγελματικά ταξίδια ήταν μια κόλαση. Μια μινιατούρα της ζωής μου. Μια μικρή βαλίτσα, πάντα έτοιμη για αναχώρηση. Μέσα έχει ξυριστικά, 4-5 αλλαξιές ρούχα, ένα σακάκι (το άλλο το έχω στο χέρι) και ένας φορτιστής για κινητό και laptop. Το λάπτοπ πάντα μαζί μου στην καμπίνα, μπας και κάνω δουλειά όσο ταξιδεύω.
Φτάνω στο Heathrow. Γυρίζω το ρολόι τρεις ώρες πίσω και γραμμή για το ξενοδοχείο. Η για τις διαπραγματεύσεις. Δε βλέπω το Λονδίνο ούτε για μια ώρα. Είναι μονάχα οι τα κτίρια που βλέπω από τα τζάμια του αυτοκινήτου, καθώς πάω στον τελικό προορισμό μου.
Παρίσι
Βαρκελώνη
Ντουμπάι
Λισαβώνα
Νεα Υόρκη
Τόκυο
Μόσχα
Βερολίνο
Άμστερνταμ
Χαράρε
Κέηπ Τάουν
Κάιρο
Μέξικο Σίτι
Ρίο
Όπου πάω η ίδια εκνευριστική ρουτίνα. Για μένα τα επαγγελματικά ταξίδια είναι μόνο δουλειά. Αρκετά cost-effective για το αφεντικό, που δεν θέλει έξτρα μέρες χαζολογήματος στην πόλη για τους υπαλλήλους. Εμείς να δουλεύουμε σαν τα σκυλιά και αυτός να αράζει άνετος στα Κωλονάκια και τα Κεφαλάρια μοστράρωντας τη Φεράρι μπας και περάσει για γαμπρός και μαγκάκι περιοπής. Αυτά πρέπει να περνάω για να μπορέσω να βγάλω αρκετά για να ζήσω. Αισθάνομαι μόνος, αδύναμος, φοβισμένος και νευριασμένος. Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά, αλλά κάπως έτσι.
Πολλές φορές το σκεφτόμουν να δώσω τέλος. Όσο πιο γρήγορα και ανώδυνα γίνεται. Η αλήθεια είναι όμως ότι όλες τις φορές έκλασα μπάμιες. Έκανα πίσω την τελευταία στιγμή. Ώσπου ήρθε το τελειωτικό χτύπημα. Πτώχευση της εταιρίας. Το αφεντικό λέει ότι δεν είχε αρκετά λεφτά για να περπατήσει το πράγμα. Ναι καλά. Βγήκα στο δρόμο τρέχωντας, χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Και επειδή τα κεντρικά γραφεία (όπου και δούλευα χωμένος στο μικρό μου γραφειάκι) δεν έχουν κάποιο μπαλκόνι για να φουντάρω απο εκεί, ούτε και πρόσβαση στην ταράτσα, κατέβηκα αλαφιασμένος τη Σόλωνος. Μπήκα στο πρώτο ψηλό κτίριο που βρήκα, ανέβηκα τρέχωντας τις σκάλες μέχρι την ταράτσα και να ‘μαι εδώ. Έτοιμος να σκάσω σαν το πεπόνι στο οδόστρωμα. Ένα ουράνιο πλαφ και τα μυαλά μου κυμάς στο πεζοδρόμιο. Έλα όμως που ξανά έχω τις αμφιβολίες μου. Και αυτός ο περαστικός που μου λέει να κάτσω για έναν καφέ μαζί του να μου πει ότι έχει να πει πριν κάνω το οτιδήποτε. Κάνω να γυρίσω, γλιστράω και πέφτω στο κενό. Όμως μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, μια χερούκλα με έχει πιάσει. «Έλα φιλαράκι σε έπιασα, κάνε κουράγιο λίγα δευτερόλεπτα και θα πατήσεις έδαφος». Γυρνάω προς τα πάνω και τον βλέπω καθώς με τραβάει. Το παρουσιαστικό του δεν φέρνει καθόλου σε μπάτσο, μάλλον φαίνεται για τύπος του «καλού Σαμαρείτη». Τζινάκι ελαφρώς φθαρμένο, μακρύ άσπρο μαλλί, πουκαμισιά, γύρω στα 35. Κάνας καθηγητής θα είναι. Ή μήπως εργάζεται κάπου; Και λίγο ξενόφατσα μοιάζει.
Τελικά το μόνο πλαφ που ακούγεται είναι αυτό που κάνουν τα παγάκια στον φραπέ του ταχυφαγείου από κάτω. Ο συζητητής μου πίνει σιγά σιγά το τσάι του. «Ξέρεις», μου λέει «κατάλαβα τι πήγαινες να κάνεις από το βλέμμα σου. Και το γεγονός ότι μπήκες στην πρώτη πολυκατοικία που βρήκες, μου έβαλε πολλές ιδέες. Το έχω ξαναδεί αυτό. Πίσω στην πατρίδα όταν είχαμε την μεγάλη οικονομική κρίση έβλεπα πολλά τέτοια πρόσωπα. Βασικά είχα βρεθεί σε μια παρόμοια θέση με ‘σένα. Έίχα απελπιστεί και ήθελα απλά να πεθάνω. Χάιμε Ταρντέλλι....Χαίρω πολλύ.»
«Γιώργος Χατζηαργύρης», απαντώ « Ιταλός ε;». «Περίπου» λέει αυτός «είμαι Τάνο, δηλαδή είμαι Αργεντίνος, αλλά έχω καταγωγή από Ιταλία. Φαντάζομαι θα με ρωτήσεις πως ξέρω καλά τη γλώσσα σου. Τέσσερα χρόνια φιλοσοφία στο Μπουένος ΄Αιρες και τέσσερα χρόνια στη ξένες γλώσσες και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Και κατάφερα να έχω και κάποια χρόνια στο κουρμπέτι πριν ακόμη γίνω τριανταπέντε. Με πιάνεις; Όταν έγινε το μεγάλο κραχ στην Αργεντινή, δούλευα ως δημοσιογράφος, σε εφημερίδα. Λίγα λεφτά, πολλές ώρες δουλειάς, ελάχιστος ελεύθερος χρόνος. Και ξαφνικά έμεινα άνεργος.» «Ώπα σαν να μου λες το βιογραφικό μου.» «Δηλαδή;» « Απόφοιτος οικονομικών επιστημών, δουλεύω σαν κατώτερος λογιστής σε εταιρία. Εργοστάσιο ψυγείων... και μόλις κλείσαμε.» «Άσχημο αυτό. Να μένεις χωρίς δουλειά. Σχεδόν ντροπιαστικό. Και όταν έχεις στόματα να θρέψεις ακόμη χειρότερο. Βέβαια ούτε και ‘γω είχα οικογένεια όταν μου έλαχε αυτό, αλλά ήξερα πολλους οικογενειάρχες που έμειναν επί ξύλου κρεμάμενοι όταν έκλεισε η εφημερίδα. Αλλά σε μας έγινε κάτι το πρωτόγνωρο. Ενώ είχαμε απελπιστεί, κάποιος πέταξε την ιδέα να πάρουμε την εφημερίδα υπό τον έλεγχο μας εμείς, οι εργαζόμενοι. Έλεγε ότι αφού το τυπογραφείο και τα γραφεία είναι στο ίδιο κτίριο, γιατί δεν τα καταλαμβάνουμε, για να την λειτουργήσουμε εμείς. Πήγαμε λοιπόν και κάναμε κατάληψη. Και μετά την ξανακυκλοφορήσαμε.»
« Καλά και πως έγιναν όλα αυτά; Κατάληψη, εργατικός έλεγχος, λίγο παράξενα μου ακούγονται.» «Κοίτα, αρχικά κάναμε μια απογραφή των μηχανημάτων και των υλικών. Τα συγκρίναμε με τα επίσημα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας και είδαμε ότι πολλά από αυτά έλειπαν. Πήγαμε στο δικαστήριο, και το δικαστήριο αποφάσησε ότι ο εκδότης έκλεψε τα μηχανήματα αυτά από την εταιρία, και τα πούλησε για να βγάλει κέρδος. Και έτσι μας επέτρεψε να λειτουργούμε την εταιρία. Αποφασήσαμε την εταιρία να την διοικεί η Γενική Συνέλευση των Εργαζομένων. Υπάρχει βεβαια και ένα Δ.Σ., αλλά αυτό είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητό και είναι αιρετό. Δηλαδή, αποτελείται από εκπροσώπους των εργαζομένων σε κάθε τομέα, αλλά οι αντιπρόσωποι αν δεν κάνουν καλά την δουλειά τους, μπορούν ανα πάσα στιγμή να αντικατασταθούν, και στη θέση τους να εκλεγούν άλλοι. Οι δημοσιογράφοι αποφασίζουν για τα άρθρα που θα βγουν, οι σελιδωτές για το πως θα τυπωθεί η κάθε σελίδα, οι τυπογράφοι για το μελάνι που θα χρησιμοποιηθεί, το είδος του χαρτιού, κλπ. Δηλαδή ο καθένας αποφασίζει τι είναι το καλύτερο ανάλογα με τη δουλειά του. Γιατί κάποιος που κάνει μια δουλειά είναι συνήθως αυτός που ξέρει πως μπορεί να γίνει αυτή η δουλειά καλύτερη. Βάλαμε και έναν «κουμπαρά» μεταξύ μας, και μαζέψαμε λεφτά για να μπορέσουμε να αγοράσουμε τα απαραίτητα μηχανήματα. Δηλαδή την πρέσα του τυπογραφείου, και μερικά κομπιούτερ. Και μετά αρχήσαμε τη δουλειά. Όλοι είχαμε βασικά τις ίδιες απολαβές, αλλά αυτές αυξάνονταν ανάλογα με τις ανάγκες μας. Αν κάποιος είχε οικογένεια, έπερνε περισσότερα λεφτά από κάποιον που δεν είχε. Αν κάποιος είχε να φροντίσει τους γονείς του ή τη γυναίκα του, έπερνε περισσότερα λεφτά από όσους δεν είχαν τέτοια υποχρέωση. Αν κάποιος ήταν άρρωστος, ή είχε άρρωστα παιδιά, η εταιρία του πλήρωνε γιατρό, φάρμακα και εαν χρειαζόταν νοσοκομείο. Έτσι ο καθένας έπερνε καλά λεφτά, είχε απόλυτο έλεγχο πάνω στη δουλειά του. Και η εφημερίδα γινόταν όλο και καλύτερη σε ποιότητα, παρά το γεγονός ότι την πουλάγαμε σε χαμηλότερη τιμή από όταν ήταν του αφεντικού.»
«Και ο κόσμος πως την υποδέχτηκε;» «Με αγάπη. Έλεγαν...επιτέλους να μια σωστή εφημερίδα, με καλούς δημοσιογράφους που δεν γράφουν ότι τους λένε τα αφεντικά. Την αγόραζαν μετα μανίας. Ακόμα και τώρα έτσι είναι. Για να καταλάβεις αλλάξαμε όλα τα θέματα στην εφημερίδα και βάλαμε θέματα που αφορούν περισσότερο πράγματα που αφορούν την καθημερινή ζωή του μέσου Αργεντίνου, αλλά και τι γίνεται στον κόσμο.Βάλαμε ανταποκριτές σε όλη τη Λατινική Αμερική, αλλά και σε όσες χώρες φαίνεται κάτι να αλλάζει δραστικά. Γαλλία, Ελλάδα, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Βρετανία, όπου υπάρχουν ισχυρά κινήματα και ανταποκριτής. Και αποφασίζουμε μαζί με τους συναδέλφους του διεθνούς ρεπορτάζ για το σε ποια θέματα θα γίνουν αφιερώματα στο κυριακάτικο φύλλο, ποιο άρθρο θα μπει πότε και ταα λοιπά. Κάθε βδομάδα συνδεόμαστε μέσω skype και τα αποφασίζουμε αυτά, δημοκρατικά.» «Μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα. Αλλά αντιδράσεις δεν υπήρχαν;» «Κοίτα αυτές πάντα υπάρχουν. Το αφεντικό μας έστειλε την αστυνομία πολλές φορές. Αλλα ξέρεις τι; Στους μεγάλους αγώνες, ο κόσμος συσπειρώνεται. Τους διώχναμε τους μπάτσους. Και όταν έρχονταν με ενισχύσεις, φέρναμε και εμείς τις δικές μας. Έρχονταν και σύντροφοι από άλλα κατειλημένα εργοστάσια και βοηθούσαν. Και μετά από λίγο καιρό ερχόταν και ο κόσμος για να τους σταματήσει. Καταλαβαίνεις; Ήμασταν η φωνή όλων αυτών ανθρώπων που καταπιέζονταν επι τόσο καιρό απο την κυβέρνηση. Όλων αυτών των ανθρώπων που τους λήστευε καθημερινά ο καπιταλιστής, το αφεντικό. Είμασταν οι νοικοκυρές που
βάραγαν τις άδιες κατσαρόλες στις διαδηλώσεις. Είμασταν οι άνεργοι που συγκρούωνταν με την αστυνομία. Είμασταν οι μαθητές που ζητούσανε καλύτερα δημόσια σχολεία. Είμασταν οι φοιτητές που ζητούσαν πανεπιστήμια χωρίς δίδακτρα. Είμασταν οι καταληψίες που υπερασπίζονταν τις δουλειές τους. Είμασταν οι «τρελές» της Πλατείας του Μάρτη που ακόμη προσπαθούν να μάθουν τι απόγιναν τα παιδιά και τα εγγόνια τους που εξαφανίστηκαν κατά τη Χούντα του Βιντέλα. Είμασταν, και ακόμη είμαστε, η φωνή ενός λαού που ζητά αυτά που του ανήκουν, τα αυτονόητα. Ψωμί, παιδεία, ανθρώπινα δικαιώματα, εργασία, υγεία. ΄Ολα αυτά τα αυτονόητα δικαιώματα που στερούν από τον απλό κοσμάκη στις φτωχές χώρες, και προσπαθούν διακαώς να τα πάρουν πίσω και απο τον κόσμο στις πλούσιες χώρες. Και βέβαια αυτός ο κόσμος δεν θέλει να τη χάσει αυτή τη φωνή. Και αυτός ο κόσμος βρέθηκε στο πλευρό μας. Μπήκε πολλές φορές ανάμεσα στους μπάτσους και εμάς , για να μας υπερασπιστεί, γιατί έτσι υπερασπιζόταν και το δικό του δικαίωμα να μιλάει ελεύθερα, να απεργεί, να διεκδηκεί.»
Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα να κάνω και εγώ κάτι τέτοιο. Αλλά μια γρήγορη σκέψη μου έσβησε τις όποιες αμφιβολίες. Στη Γαλλία ο κόσμος με πορείες και διαδηλώσεις ματαίωσε το CPE. Στην Οαχάκα, στο Μεξικό, οι εξεγερμένοι λαοί της περιοχής ήταν αφέντες της πολιτείας για αρκετό καιρό. Στην Αργεντινή οι καταληψίες των εργοστασίων. Και εδώ την Ελλάδα οι αγώνες των φοιτητών και των εργατών γιγαντώνονται, ο κόσμος δείχνει τη δυσαρέσκεια του απέναντι στο σύστημα όλο και ποιό ανοιχτά. Έχουνε πατήσει τα σταφύλια της οργής οι κυβερνώντες. Και είναι καιρός να τους δείξουμε ότι η αγανάκτηση του κόσμου, σημαίνει και το τέλος τους. Θα το κάνω. Σηκώνομαι να βγω από το ταχυφαγείο. Πέρνω το νούμερο του τηλεφώνου του.
«I think this is the begining of a beautyful friendship» του λέω, σαν άλλος Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ, αλλά αυτός αμέσως με διορθώνει.
«Μια όμορφη επανάσταση πάμε να ξεκινήσουμε, όχι απλά μια φιλία.»
Και όλα αυτά πριν ξεχυθώ στους δρόμους της Αθήνας, με νέα ορμή, για να οργανώσω τον κόσμο. Διασχίζω γρήγορα τη Σόλωνος και πάω προς τα γραφεία, μπας και βρω κανένα συνάδελφο να πάμε μαζί στο εργοστάσιο να κάνουμε μια γενική συνέλευση όλοι οι εργαζόμενοι. Μου έχουν μπει πολλές ιδέες. Στο δρόμο μουρμουρίζω τα λόγια του Τομ Τζόουτ, και με κάθε πρόταση νιώθω πιο ζωντανός. Στο τέλος τα λέω μεγαλοφόνως μονοκοπανιά.
Θα βρίσκομαι παντού....όπου κι αν γυρίσεις να κοιτάξεις. Όπου αγωνίζονται οι πεινασμένοι για να βρουν να φαν’, θα ‘μαι κ’εγώ εκεί. Όπου κανένας πολιτσμάνος χτυπάει κάποιον άνθρωπο, θα ‘μαι και γω στη φωνή των οργισμένων ανθρώπων και ...θα ‘μαι μες το γέλιο των παιδιών σαν είναι πεινασμένα και ξέρουν πως το φαγητό ειν’ έτοιμο. Και όταν ποια οι δικοί μας θα τρων απ’ όσα οι ίδιοι αναστήσουν,και όταν ποια θα ζούνε μεσ’ τα σπίτια που χτίσανε οι ίδιοι, ε, θα ‘μαι κ’εγώ εκεί. Αν είναι όπως τα ‘λεγε ο Κέιζυ θα ‘μαι κ’ εγώ εκεί.
Subscribe to:
Posts (Atom)